Πήγα προχθές στο Εθνικό Θέατρο (Νέα Σκηνή «Νίκος Κούρκουλος») και είδα μια ιδιαίτερη παράσταση. Βασικά πρόκειται για μια ηχητική περφόρμανς που πραγματοποιείται σε συνεργασία του Royal Court του Λονδίνου με το Εθνικό Θέατρο.Το έργο συνυπογράφουν οι Κέιτι Μίτσελ, Νίνα Σέγκαλ και Μέλανι Ουίλσον.
Θέατρο που κάνει το αόρατο ορατό. Χωρίς πολυπλοκότητα, μόνο με απλότητα. Χωρίς περιττά τερτίπια, μόνο με αλήθεια. Χωρίς λόγο, μόνο με την εναλλαγή ήχου και σιωπής. Με υποβλητικότητα, ωστόσο. Μέσα στο ημίφως, ο θεατής χαμένος σε ήχους που αναδύονται, απολαμβάνει το σκηνικό γεγονός. Μια παρέμβαση στην ανθρώπινη συνείδηση αναφορικά με το μεγαλείο της φύσης. Το κοινό βλέπει τέσσερις περφόρμερς να «αφηγούνται» μια ημέρα από τη ζωή μίας αγελάδας και ενός ελαφιού. Κυριαρχούν τα ηχητικά εφέ και οι ήχοι που έχουν ηχογραφηθεί, αλλά και οι ήχοι που παράγονται άμεσα πάνω στη σκηνή (τεχνική Foley). Πώς ορίζεται το «Foley»; Διαβάζω από το καλαίσθητο και ουσιαστικό πρόγραμμα που συνοδεύει την performance: «Είναι η τέχνη της δημιουργίας και ηχογράφησης ηχητικών εφέ που συγχρονίζονται με την κινούμενη εικόνα. Πρόκειται για μια τεχνική που γεννήθηκε μέσα στον κινηματογράφο κι έκτοτε έγινε βασικό συστατικό του ηχητικού σύμπαντος του φιλμ, της τηλεόρασης, του ντοκιμαντέρ, του animation και των βιντεοπαιχνιδιών-όπου συχνά ονομάζεται «spot effectς».Το «Foley» γεννήθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1920 από τον κασκαντέρ Jack Foley, από τον οποίο πήρε και το όνομά του. Οι Foley artists καλούνται να ξαναζωντανέψουν το άκουσμα κάθε ανθρώπινης ή μη κίνησης-τα βήματα , το τρέξιμο, το μάσημα, το σερβίρισμα του τσαγιού, το ρίξιμο μιας καρέκλας, μια μάχη, έναν πυροβολισμό. Κάθε ήχος εστιάζει την προσοχή του θεατή στη δράση και υπογραμμίζει λεπτομέρειες του σεναρίου ή της ερμηνείας.(σελ.7)
Είναι μια εμπειρία μυσταγωγίας λοιπόν που προσφέρεται από τους χαρισματικούς ηθοποιούς: Αλέξανδρο Ζόταϊ, Χρήστου Θάνου, Ιωάννα Τουμπακάρη, Κορίνα Κόκκαλη.
Κατά τη διάρκεια της παράστασης ψηλά σε φωτεινή οθόνη βλέπουμε κάποιους τίτλους που αφηγούνται επιγραμματικά τι συμβαίνει.
Φωνές ζώων, θροΐσματα φύλλων, πουλιά που κελαηδάνε, πατημασιές ανθρώπων, φρεναρίσματα αυτοκινήτων, ήχοι ποικίλοι που παράγονται στο δάσος, από τα ελάφια που ψάχνουν τροφή, από τα δέντρα, τα κλαδιά τους που σπάνε, τον αέρα. Χαλαρώνεις μέσα σε ένα περιβάλλον φυσικό, που είναι τόσο μακριά από τον αστικό κόσμο. Mια παράσταση γεμάτη ενέργεια, μια ενέργεια ιδιαίτερη που καταλαμβάνει το κοινό που μένει ακίνητο, καθώς δεν θέλει να χαλάσει τη ατμόσφαιρα, δεν θέλει να βγει από την συνθήκη που του προσφέρεται.
Το έργο θέτει προβληματισμούς αναφορικά με τη σχέση του ανθρώπου με τη φύση. Του δίνει του θεατή τη δυνατότητα να την αφουγκραστεί. Αλλά και να αναθεωρήσει τη θέση του απέναντι σε αυτήν. Είναι μαγικό πώς η θεατρική πράξη αποτελεί μύηση σε μια ξεχωριστή εμπειρία. Ηθοποιοί ασκημένοι, πειθαρχημένοι σε καλή συνεργασία κάνουν θαύματα, πραγματικά. Αν η τέχνη μπορεί να φέρνει κάτι νέο και αυτό τη χαρακτηρίζει, τότε εδώ ο στόχος έχει επιτευχθεί. Οι αισθήσεις ενεργοποιούνται με τρόπο απίστευτο και μαγικό. Μπαίνουμε κατόπιν σε μια σοβαρή και χρήσιμη εσωτερική διαδικασία ανίχνευσης συναισθημάτων και ανθρώπινων πρακτικών: θα ήμασταν πιο ισορροπημένοι και πιο υγιείς, αν βρίσκαμε έναν τρόπο να μετριάσουμε τις πολλαπλές επιδράσεις του υλικού πολιτισμού; Τι θα γινόταν αν χωνόμασταν στην αγκαλιά της μητέρας Φύσης- που με τους ήχους, τις παραστάσεις και την ενέργεια που απλόχερα χαρίζει-μάς δίνει τη δυνατότητα να ζήσουμε μια αυθεντική ζωή; Θα ζούσαμε άραγε αυτήν την αυθεντική ζωή; H απάντηση είναι ξεκάθαρα «ναι».
Μια παράσταση που αξίζει να δουν όλοι και, κυρίως, οι νέοι, οι μαθητές που δυστυχώς οι μόνοι ήχοι που ακούνε είναι αυτοί του κινητού (από reels, stories, τικ τοκ κι άλλα παρόμοια). Μπορεί να τους ξενίσει λίγο, αλλά θα΄ ναι ένα μάθημα ζωής σε καιρούς διασπαστικούς.
Ασημίνα Ξηρογιάννη, θεατρολόγος
.


