You are currently viewing Μαίρη Βογιατζή: Νίκη Μουντράκη, Άτρωτοι όχι πια, εκδόσεις Ρώμη, 2024

Μαίρη Βογιατζή: Νίκη Μουντράκη, Άτρωτοι όχι πια, εκδόσεις Ρώμη, 2024

Η ποιητική συλλογή της Νίκης Μουντράκη, Άτρωτοι όχι πια, αποτελείται από τριάντα εννέα ποιήματα εμπνευσμένα από τον καθημερινό βίο, την επικαιρότητα, τις αναμνήσεις, το προσωπικό βίωμα, αλλά και τους εσωτερικούς προβληματισμούς της ποιήτριας, και επιχειρούν να οδηγήσουν τον αναγνώστη στα ενδότερα του «σύμπαντός» της. Οι κοινωνικές συμβάσεις όμως την κάνουν να φορέσει στολή παραλλαγής και να προσποιηθεί μια άλλη. Αρνείται να κοιτάξει στο ακατοίκητο σπίτι (παρελθόν), για να μην αντικρίσει τα νεανικά της όνειρα και τον εαυτό της γυμνό:

[…]

Πολλές φορές, πλησίασα από κοντά
να με αφουγκραστώ,
από την κλειδαρότρυπα να με κοιτάξω,
μα με γυρνούσε πίσω η συστολή
να μη με δω να λιάζομαι γυμνή
σε ακτές με βλάστηση οργιώδη.

Γι’ αυτό κάθε φορά
που απ’ έξω τυχαίνει να περνώ,
μιαν άλλη προσποιούμαι
και με γοργό το βήμα απομακρύνομαι.

Άλλες φορές, από το παράθυρο του σπιτιού της στο Πανόραμα της Θεσσαλονίκης, ατενίζει τον Όλυμπο και τα Πιέρια κι ένα άλλο βουνό από την πατρίδα της, την Κρήτη, έρχεται στη μνήμη της. Ένα βουνό που τα συμφέροντα «ξέσχιζαν τα σωθικά του» για να το κάνουν οικοδομικά υλικά και το άφησαν σαν «πληγή» ανοιχτή, φωτίζοντάς την όμως και ωραιοποιώντας την καταστροφή, όπως γίνεται συνήθως με τα ιδανικά που ξεφτίζουν στο πέρασμα του χρόνου. Με το ίδιο πνεύμα προτρέπει να εξαφανίσουμε στον γκρεμό εκείνους που έκαναν εγκλήματα, τάχα για το καλό της ανθρωπότητας, στο ποίημα Γέροι που τρώνε σούπα. Ακολουθούν οι αναμνήσεις της παιδικής ηλικίας στο Οικογενειακό άλμπουμ, καθώς ξεφυλλίζει παλιές φωτογραφίες που την κάνουν να νοσταλγήσει πρόσωπα και καταστάσεις:

Τσιγάρο στο αυτί
χορεύει ο πατέρας.
Η οικογενειακή εκδρομή στην Εύβοια.
Στη θάλασσα με τα ξαδέλφια.
Πρόσωπα χαμογελαστά, γάμοι,
μωρά που κλαίνε μες στην κολυμβήθρα.

Ο παππούς Νίκος με την ελληνική ταξιαρχία
στο Ρίμινι.

[…]

Πώς να ξεφύγεις απ’ τα πουλιά, αναρωτιέται στο ομότιτλο ποίημα και θεωρεί λιποταξία τη φυγή της από τον γενέθλιο τόπο. Στο ποίημα Κάθε Άνοιξη, η συγκεκριμένη εποχή έρχεται μεγαλόπρεπη, η φύση γιορτάζει και οι αρχαίοι μύθοι παντρεύονται με τον χριστιανισμό: «Αιώνες τώρα / μια φορά τον χρόνο / πεθαίνει ο θεός / κι ευθύς αμέσως ανασταίνεται».

Από το όγδοο ποίημα έως το δέκατο τρίτο διακρίνεται μια πένθιμη διάθεση. Στο Γραφείο τελετών, ο Χρόνης, αποχαιρετά κάποιον γνωστό της εξ αποστάσεως, μπαίνοντας στο προφίλ ενός γραφείου κηδειών. Στο Η ανακομιδή αναφέρεται στην εκταφή της σορού της αγαπημένης της γιαγιάς, ενώ στο Περιμένοντας τον θάνατο, με ελαφριά ειρωνεία, ένας γέροντας ογδόντα ενός ετών, «χηρευάμενος» και καθηλωμένος, δεν περιμένει τίποτα πια, παρά μόνον τον θάνατο.

Στο ποίημα Απών παρών αποτυπώνει όλη τη θλίψη της απώλειας, με την απουσία να μεταμορφώνεται σε παρουσία του αγαπημένου προσώπου στο αντίκρισμα των κορυδαλλών. Τα συγκεκριμένα πουλιά ξυπνούν αναμνήσεις και τη συνδέουν με το παρελθόν και τον πατέρα της, τότε που οι εποχές κοίταζαν με ανυπομονησία το μέλλον. Τώρα όμως οι εποχές κοστολογούν το παρελθόν: «Γερνούν οι άνθρωποι / γερνάμε και εμείς / άτρωτοι όχι πια». Ο τελευταίος αυτός στίχος έδωσε και τον τίτλο στην ποιητική συλλογή, δηλώνοντας πως τα αναπόφευκτα τραύματα είναι αυτά που διαμορφώνουν και πλάθουν τον χαρακτήρα του καθενός.

Η ίδια πένθιμη και μελαγχολική διάθεση υπάρχει και στα ποιήματα Η ροδιά και Η επίσκεψη. Στην Επίσκεψη, μία πεταλούδα–ψυχή έρχεται απρόσκλητη, καθώς μαζεύονται τα χειμωνιάτικα και κατεβαίνουν τα καλοκαιρινά, σιδερωμένα από το χέρι της μητέρας που «έφυγε». Τέλος, το Εις μνήμην αφιερώνεται στους πρόσφυγες που χάνονται στη θάλασσα από καιροσκοπισμό, αφήνοντάς τον να διαφανεί έντονα, αναθυμούμενη το γνωστό παιδικό τραγούδι: «Ήταν ένα μικρό καράβι».

Δεν της λείπει όμως και η λυρική διάθεση, η οποία διαφαίνεται στο Χορωδιακό φεστιβάλ Πρέβεζας με πανσέληνο, όπου οι σκιές των φυλάκων–στρατιωτών «ξυπνούν» και παρακολουθούν τα δρώμενα, τα φυτά στήνουν χορό και τέλος το φεγγάρι δραπετεύει απ’ τον ουρανό, γεγονός που κάνει τους θεατές να πενθούν:

[…]

Στα ξαφνικά
τα βάτα και οι καλαμιές στήσανε τον χορό.
Τα φίδια ξύπνησαν κι αυτά,
στα κίτρινα ξερόχορτα αλαφιασμένα σύρθηκαν.
Το φεγγάρι, απηυδισμένο
από τον σάλο τον πολύ,
δραπέτευσε.

Οι θεατές, ακίνητοι σε στάση προσοχής,
πενθούσαν τη φυγή του.

Στην επόμενη ενότητα ποιημάτων υπάρχει φιλοσοφική διάθεση. Στο ποίημα Η εξολόθρευση, τίποτα δεν επιτυγχάνεται χωρίς κόστος. Η εξολόθρευση ενός σμήνους σφηκών οδηγεί στο κόψιμο των κερασιών, που η ευωδιά τους το προσέλκυε στο συγκεκριμένο οικόπεδο. Ενώ στην Καραντίνα, με αφορμή τον αέρα στο μπαλκόνι της, που έρχεται από τις απέναντι ακτές, παραλληλίζει την υπάρχουσα απόσταση με αυτήν που επέφερε η πανδημία. Η καραντίνα, με τη σειρά της, κάνει την εγγύτητα αμήχανη και συνηθίζει τους ανθρώπους στην απόσταση.

Στο ποίημα Τα ηλιοτρόπια υπάρχει μια παιγνιώδης διάθεση με τα άψυχα όντα γύρω της: τις ακτίνες του ήλιου, τις κουρτίνες του λεωφορείου που ταξιδεύει, τα ηλιοτρόπια έξω από το παράθυρο. Μέσα στο πλαίσιο της καθημερινότητας κινείται το ποίημα Μια μέρα στο γυμναστήριο. Εδώ, καθώς γυμνάζεται, παρατηρεί το οικόπεδο στην απέναντι πλευρά του δρόμου, όπου σύντομα θα κτιστεί μια πολυώροφη πολυκατοικία, ενώ ψηλά ένα σμήνος πουλιών χάνεται στο βάθος του ορίζοντα:

[…]

Και τρέχεις σε αιθέρες,
μέσα στον κόσμο, έξω απ’ τον κόσμο.
Σμήνος πουλιών σε οδηγεί.
Πέρα απ’ την τζαμαρία
γεμάτο αγριόχορτα είναι το μέρος
που κουρνιάζουν τα πουλιά:
δίπλα στον αυτοκινητόδρομο, χέρσο χωράφι,
προσεχώς νεοαναγειρόμενη οικοδομή.
Ξάφνου, ένας θόρυβος τα αναστατώνει.
Αριστοτεχνικά ξεχύνονται στον ουρανό,
μια σκούρα μάζα, και χάνονται
εκεί που φτάνει η μάτια.
Ισχνή κουκκίδα στο γαλάζιο τώρα.

Στην έλλειψη επικοινωνίας αναφέρονται τα ποιήματα Αντοχές στην κατάψυξη και Οι κολλητές, που έγιναν πια απλά γνωστές. Στο ποίημα Φροντίδα, φαντασιώνεται ότι φροντίζει μια άστεγη γυναίκα: «Ξυπνώ, όλα ένα ψέμα. / Το μόνο αληθινό, ο αντικατοπτρισμός / των μισοπεθαμένων δέντρων / στο γαλανό της θάλασσας». Ενώ στο Πλούσιο γεύμα, η ποιήτρια έχει την ψευδαίσθηση πως μπαίνει στο κάδρο του σπιτιού προσποιούμενη έναν καρδινάλιο και γίνεται μέρος της επίπλωσης. Στο τέλος υπομένει χωρίς αντίσταση τη μοίρα της και γίνεται το πρώτο πιάτο για τους συνδαιτυμόνες του πλούσιου γεύματος.

Την ανάγκη ψυχικής επαφής και αγάπης εκφράζει στα ποιήματα Πολλαπλές αμηχανίες και Κουιντέτο. Το δεύτερο κατακλύζεται από την ανάμνηση ενός αγαπημένου προσώπου, με το οποίο τώρα ανταλλάσσουν μόνο κάρτες. Θυμάται τις γαστριμαργικές του ορέξεις, τους αστεϊσμούς του, μετά πετιέται στην Πέστροφα του Σούμπερτ και τέλος η ίδια, σαν πέστροφα, ετοιμάζεται να κάνει το μεγάλο σάλτο μπροστά στον καταρράκτη.

Στη Θεσσαλονίκη είναι αφιερωμένο το επόμενο ποίημα, μια πόλη που χαίρονται οι «νεολαίοι» στη διάρκεια του φεστιβάλ κινηματογράφου. Όμως είναι τέτοιο το κλίμα, η ατμόσφαιρα, που η ποιήτρια αρχίζει να την ερωτεύεται, σε αντίθεση με το παρελθόν, που τα αισθήματά της ήταν αρνητικά: «Είναι Νοέμβρης / και αρχίζω να ερωτεύομαι. / Ερωτεύομαι μια πολιτεία».

Φιλοσοφική διάθεση και στα επόμενα ποιήματα. Στην Εμπόλεμη ζώνη σημασία έχει η γωνία λήψης, αλλά και η απόσταση από τα γεγονότα. Στο Ενύπνιο το γαμήλιο τραπέζι μετατρέπεται σε ιερό θυσιαστήριο κατά τον μύθο της Ιφιγένειας, ενώ στη Νέκυια «τείνει χέρι βοηθείας» στους νεκρούς. Τρέφει βαθιά συναισθήματα συμπαράστασης και κατανόησης για τη δεινή τους κατάσταση.

Στο ποίημα Προ παραφίνης το πρόωρο σβήσιμο των κεριών παραλληλίζεται με το να σε εμποδίζουν να καείς σαν λαμπάδα πριν κάνεις το χρέος σου. Δεν λείπει βέβαια και η παράκληση:

[…]

Δεν είναι απλό πράγμα να καίγεσαι,
να δίνεις τη ζωή σου λαμπάδα αναμμένη και
πριν κάνεις το χρέος σου, να σε τελειώνουν.

Παράκληση προς κάθε εκκλησιαζόμενο
και νεωκόρο,
τη στιγμή ακριβώς που αποδημεί εις Κύριον
το ταπεινό αγιοκέρι:
Κλείσε τα μάτια σου, τέκνο
μου. Θα δεις μέλισσες πολλές, αμέριμνες,
να τρυγούν ένα λουλούδι.

Και φυσικά η σύγχρονη τραγωδία των Τεμπών δεν την αφήνει ασυγκίνητη. Στο ποίημα Το τηλέφωνο, μια μητέρα πλέκει δίπλα στα φρεσκοσιδερωμένα ρούχα περιμένοντας άδικα το παιδί της. Και στο Πριν φύγει ο Φλεβάρης, μιλούν τα θύματα και αναρωτιούνται αν η δική τους θυσία θα ’ναι χρήσιμη για τους άλλους: «Κι εμείς παράπλευρη απώλεια είμαστε. / Ταξιδεύαμε μ’ ένα τρένο / που συγκρούστηκε με ένα άλλο. / Οι πόνοι μας θα έχουν κάποια αξία στο μέλλον / αφού θα είναι χρήσιμοι στους άλλους. / Έτσι λένε. / Ανώφελη η ζωή μας και έπρεπε να χαριστεί;»

Στη Διαρροή αερίου μας συμβουλεύει να μην κοιτάμε πίσω και κάνει σαφείς νύξεις για ενδοοικογενειακή βία. Στο ποίημα Το τέλος εκφράζει φόβο για τη συντέλεια του κόσμου: «Το άπειρο / πόσο ν’ αντέξει την αταξία. / Κάποια στιγμή κι αυτό ναυαγεί». Στο ποίημα Ο Κριτικός, έχουμε την αποποίηση από αυτόν του χρίσματος, για να μην κρίνει ποιος θα μείνει στην αφάνεια και ποιος στην αιωνιότητα. Στη Νεφελοκοκκυγία, με αφορμή τη Σικελική εκστρατεία, υπάρχει έντονο το αντιπολεμικό πνεύμα και διατυπώνεται ότι η σωτηρία βρίσκεται στις σαπουνόφουσκες.

[…]

Ναι, στις σαπουνόφουσκες, επέμενε αυτός όταν
σκάνε,
μια πολιτεία αχνοφαίνεται στα σύννεφα.
Εκεί δεν έχει τοίχους και στρατόπεδα
και το κλειδί στην πόρτα απάνω
να ’ρθει ο γείτονας να δανειστεί τη
ζάχαρη που του ’λειψε.
Εκεί να ζήσουμε ώς τα βαθιά γεράματα
δίχως τις έγνοιες των ανθρώπων
κι είναι δύο βήματα ο θεός.

[…]

Η δημιουργός καταλήγει πως είναι δύσκολο στις μέρες μας να είσαι Δον Κιχώτης, όμως υπάρχει ακόμη ελπίδα για την ανθρωπότητα: «Δεν προσπερνιέται εύκολα ο Δον Κιχώτης / κι ας άλλαξαν οι καιροί».

[…]

Πρωί πρωί κάλπασε πάνω στον Ροσινάντε του.
Καθώς ξεμάκραινε
η γυναίκα του, μια κούκλα πλαστική
γύρισε και μου έγνεψε
αντίο.

Η ποίηση της Νίκης Μουντράκη είναι γραμμένη σε γλώσσα λιτή, καθημερινή. Η φύση και τα άψυχα όντα πρωταγωνιστούν στις υπαρξιακές αναζητήσεις και τα αδιέξοδά της για τη φθορά και την απώλεια. Με λεπτή ειρωνεία, ευαισθησία, ενσυναίσθηση, λυρισμό και φιλοσοφική διάθεση κάνει τον αναγνώστη συμμέτοχο από τις πρώτες γραμμές.

 

 

 

 

 

 

Η Μαίρη Βογιατζή είναι απόφοιτος του τμήματος Αρχαιολογίας και Τέχνης του ΑΠΘ. Εργάστηκε ως φιλόλογος στη μέση εκπαίδευση.

 

 

Αφήστε μια απάντηση

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.