Η πέμπτη ποιητική συλλογή της Ελένης Σακκά με τίτλο «Μα γιατί τώρα» σε επιμέλεια και εικαστικά του Γιώργου Ρούσκα, περιέχει τριάντα οκτώ ολιγόστιχα ποιήματα γεμάτα λυρισμό, συναίσθημα και στοχασμό. Η Σακκά προβληματίζει ήδη από τον τίτλο της συλλογής υποχρεώνοντας τον αναγνώστη να διαβάσει προσεκτικά την κάθε λέξη, τον κάθε στίχο, ώστε στο τέλος του βιβλίου να είναι σε θέση να απαντήσει στο ερώτημα «Μα γιατί τώρα;». Θα μπορούσε κάποιος να πει πως ο τίτλος είναι ημιτελής. Θα μπορούσε δίπλα στο «τώρα» να κολλήσει μια αντωνυμία ή κάποιο ρήμα. Παραμένοντας ο τίτλος ως έχει λιτός, μεγαλώνει το κίνητρο για ανάγνωση.
Ποίηση γνήσια, ερωτική και κοινωνική συνάμα, άλλωστε είναι μάλλον άδικο να διαχωρίζονται αυτά τα φαινομενικά διαφορετικά είδη ποίησης, τρυφερή, ανθρώπινη, επώδυνη, ρεαλιστική. Απουσία , μοναχικότητα, θλίψη, έλλειψη, θάνατος κυριαρχούν ενώ η παρουσία, η συν-ύπαρξη συμπλέει με τη ζωή και χαρακτηριστικά αναφέρει ότι αυτό που χωρίζει ή ενώνει τη ζωή με τον θάνατο δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένα φιλί.
Δηλώνει πιστή «σε πίστη που αποδείχθηκε ανεπαρκής να διασώσει την αθωότητα» και αναζητά πιθανή αθωότητα σε έναν κόσμο τόσο ενοχικό και τόσο αλλαγμένο ενώ παράλληλα επιχειρεί να στηρίξει τον εαυτό της λέγοντας σε κάθε απώλεια σημαντική «μπόρα είναι θα περάσει».
Έρημη και μόνη προσπαθεί από το ελάχιστο να απολαύσει το μείζον και παρά τον πόνο της απώλειας θυμάται τα ελάχιστα που κέρδισε από μια χαμένη σχέση. Περνώντας τα χρόνια την επισκέπτεται η μνήμη και θυμάται πως «η ζωή αποδίδει τα μέγιστα στο ελάχιστο ».
Είναι αξιοπρόσεκτο το γεγονός ότι σε μια εποχή που έχουν επικρατήσει πλήρως τα υλικά αγαθά και το χρήμα, αυτή επιμένει στις διαχρονικές αξίες του έρωτα, των πραγματικών συναισθηματικών αναγκών και της αλήθειας που σιγά σιγά στεγνώνει.
Με στίχους που θυμίζουν τους ρομαντικούς ποιητές και ποιήτριες του 18ου και 19ου αιώνα περιφέρεται και παρατηρεί τόπους και φύση με το ερώτημα αν οι άνθρωποι ακόμη την θυμούνται για να διαπιστώσει με πίκρα πως από τους ανθρώπους δεν περιμένει πια τίποτα.
Στο «οδοιπορικό ζωής» ταξιδεύει στα σκοτάδια της απώλειας που της στερούν το έμφυτο γέλιο και την ελπίδα για να καταλήξει πάλι σε σπίτι έρημο «με θέα χώμα και ουρανό».
Θεωρεί τη ζωή αίνιγμα και γρίφο δυσεπίλυτο , μάχεται να τον λύσει, προσπαθεί με θάρρος και επιμονή και στο τέλος ήσυχη με τη συνείδησή της, φιλιώνει με την όποια κατάληξη , ηθικά συνεπής για τον έντιμο και δύσκολο αγώνα της.
Ποιήματα που ξεχειλίζουν συναίσθημα , εξαιρετικοί ακροτελεύτιοι στίχοι όπως «τόσα δεν κι όμως τα χείλη σου/ εξακολουθούν ακόμη να καίνε από αλμύρα».
Προετοιμάζει την αποχώρηση της με ένα συγκλονιστικό ποίημα αυτογνωσίας και ειρωνικού αποχαιρετισμού, δηλώνοντας ξεκάθαρα πως μέσα από την τόση ματαιότητα και το τόσο σύντομο της ζωής είναι πολύ πιθανό να μη γνωρίζουμε ποτέ καλά τους ανθρώπους που θεωρούμε οικείους. Ίσως γιατί μόνο στα όνειρα είναι ο έρωτας αληθινός, ίσως γιατί μόνο τα όνειρα ξαγρυπνούν το καλοκαίρι.
Όμως αυτή η κινητήρια δύναμη της ζωής και των αισθήσεων, ο έρωτας, παραμένει πάντοτε μυστηριώδης αφήνοντας κάθε στιγμή ακόμη και την πιο έντονη, τους εραστές μετέωρους. Σε ένα από τα κορυφαία ποιήματα της συλλογής περιγράφει με λέξεις- εικόνες μια καταπληκτική δύση στη Θεσσαλονίκη όπου οι δυο εραστές μιλούν με σιωπές βλέποντας τον ήλιο να ματώνει « προτού το μπλε του ουρανού καταπιεί το κόκκινο».
Στο επίσης εξαιρετικό ποίημα « να προσέχεις όταν με αγγίζεις» ικετεύει για τρυφερότητα τονίζοντας πως οι πληγωμένες ψυχές πονάνε περισσότερο από τα σωματικά τραύματα και πως χρειάζεται το χάδι του συντρόφου να της δίνει κουράγιο να περπατά στον ουρανό.
Επανέρχεται στην απώλεια και στην απουσία με στίχους δυνατούς άλλοτε σκληρούς τονίζοντας ότι ο αιφνίδιος χωρισμός ανατρέπει τα πάντα ακόμη και σε περιόδους γαλήνης όπου κανένας δεν περιμένει την καταστροφή. Στο ανέντιμο χτύπημα και στα άηχα φωνήεντα, συνομιλεί φανταστικά με κάποιον σύντροφο που αποχώρησε αιφνίδια και αναίτια από τη σχέση.
Ανεξίτηλα ακόμη μετά από πάροδο πολλών ετών τα σημάδια των άδικων χωρισμών ενώ τα σκληρά και ταπεινωτικά λόγια ποτέ δεν ξεχνιούνται και η θύμηση τους πάντα πονάει. Νοιώθει τη βαριά σκιά που αφήνει ο χρόνος στους χωρισμούς, για το πόσο οι άνθρωποι αλλάζουν και σκληραίνουν σε σημείο που αναρωτιέται αν όλα αυτά που έζησε το ζευγάρι στο παρελθόν είχαν κάποια δόση αλήθειας και καταλήγει στη διαπίστωση πως κάθε αλήθεια ενέχει ένα κρυμμένο ψέμα. Αξιοπρόσεκτη παράθεση των αντιθέσεων.
Διαπιστώνει επίσης ότι η έλλειψη επικοινωνίας προηγείται του χωρισμού και περιγράφει με τρόπο επώδυνο τη φθορά της σχέσης στον χρόνο ενώ για να αντέξει τον πόνο πλάθει ψευδαισθήσεις, κοροϊδεύοντας εν γνώσει της τον εαυτό της , για να χαρεί κάποιες εικονικές στιγμές και καταστάσεις και ύστερα πάλι μόνη παρέα με επώδυνες αναμνήσεις.
Κάνει μια παύση στη θλίψη που προκαλεί η απώλεια κι ο χωρισμός και γράφει ένα αφιερωμένο ερωτικό ποίημα που υμνεί τις μοναδικά υπέροχες στιγμές που χαρίζει η ζωή στους ερωτευμένους. Στο ποίημα «φυγή χωρίς αντίο» μέσα από στίχους δραματικούς , ικετεύει για σωματική επαφή, φωνάζει την μοναδική αλήθεια, πως δεν είναι δυνατόν να βιώνει κάποιος τον έρωτα χωρίς την αφή, χωρίς να αγγίζει τον άλλον πλησιάζοντας τον μόνο λεκτικά. Μια τέτοια σχέση έχει καταστροφικό τέλος και μάλιστα με άσχημο και επώδυνο τρόπο.
Με συνεχείς εναλλαγές υμνεί πάλι το μεγαλείο του έρωτα ιδιαίτερα όταν υπάρχει έντονη σωματική έλξη και επαφή. Αναφέρεται πάλι στους ερωτευμένους γράφοντας πόσο ταυτίζονται μεταξύ τους και πόσο η ποίηση τούς ενώνει και ότι έστω και ένα τελευταίο χαμόγελο γεμίζει τον χώρο και τη σκέψη, ακόμη και στην προσωρινή απομάκρυνση.
Ωριμάζοντας ο άνθρωπος μετρά τον χρόνο με τις αναμνήσεις, ( Γ.Δροσίνης, «η αληθινή ευτυχία βρίσκεται στις αναμνήσεις και την ελπίδα») και ειδικά σε περιόδους δύσκολες έχει ανάγκη τις ευχάριστες αναμνήσεις της παιδικής ηλικίας που είναι αγνές και άδολες και τον ανακουφίζουν σε στιγμές που η ζωή δείχνει το σκληρό πρόσωπό της.
Αλλάζοντας τελείως ύφος αφιερώνει ένα σπαρακτικό ποίημα στα θύματα της τραγωδίας των Τεμπών και αγανακτεί για το πόσο άδικα χάθηκαν τόσες ψυχές και το πώς αποκρύπτεται και παραποιείται η αλήθεια και πόσο άδικη εξακολουθεί να παραμένει η μη απόδοση δικαιοσύνης.
Στην ποίηση της Σακκά παρατηρούμε μια αυτοκριτική στάση ως προς τις επιλογές και τις πράξεις της , αντιλαμβανόμενη ότι δεν γίνεται κάποιος να « στρογγυλεύει» τα γεγονότα για να απαλλαγεί από σκέψεις και τύψεις και ότι κανείς δεν μπορεί να χαρεί τις στιγμές παρά μόνο όταν αυτές μοιράζονται.
Η παρουσία έστω και σιωπηλή του δικού μας ανθρώπου είναι τόσο ισχυρή, που φορές δεν χρειάζονται τα μεγάλα λόγια ή οι εξαίρετες πράξεις για να μας αγγίξει η ευτυχία, φτάνει απλώς να νοιώθουμε πως ο άλλος έστω και νοερά είναι κοντά μας και έτσι η ζωή ανώδυνα να συνεχίζεται. Στο σημείο αυτό συμπίπτει με τον Μαρσέλ Προύστ όπου στο μεγαλειώδες έργο του «αναζητώντας τον χαμένο χρόνο» κάπου γράφει «όταν μετά από ένα μακρινό παρελθόν τίποτα δεν επιζεί παρά μόνο η όσφρηση και η αφή εξακολουθούν να υπάρχουν, αυτές οι αισθήσεις ζουν για καιρό ακόμη, κρατώντας επάνω στην μικροσκοπική σχεδόν άυλη σταγόνα τους, το τεράστιο οικοδόμημα της ανάμνησης».
Αντίθετα όταν έχει ραγίσει η σχέση, τότε ακόμη και το φιλί θυμίζει πάγο που καταστρέφει την ψυχή και υπογράφει το τέλος. Και τότε επανέρχονται ως Ερινύες οι αναμνήσεις των άλλοτε ωραίων στιγμών και θλιμμένη πια αναρωτιέται «πως χωράει τόση θάλασσα σε ένα δάκρυ».
Προς το τέλος επανέρχεται η τρυφερότητα και ανάγκη για συμπόρευση με έναν σύντροφο υπαρκτό ή ανύπαρκτο. Η μοναξιά δεν αντέχεται και η αναζήτηση κυριαρχεί στη ζωή της για μια συντροφιά ανθρώπινη που διακαώς αναζητά ανεξάρτητα αν θα την οδηγήσει στην κόλαση ή τον παράδεισο. Οραματίζεται την επόμενη σχέση ως θείο δώρο πιστεύοντας πως τότε πια ο χρόνος που απομένει δεν θα έχει σημασία αρκεί να γίνει πραγματικότητα και δεν αντέχει να θυμάται τις δυσκολίες, τα ναυάγια όπως τα αποκαλεί που έχει περάσει.
Και τελειώνει με έναν συναισθηματικό απολογισμό όπου κυριαρχεί δραματικά η μοναξιά, η έλλειψη και η απουσία, με τον χρόνο που τρέχει να τρυπά όπως χαρακτηριστικά αναφέρει την καρδιά της.
Ο λόγος της Σακκά είναι σοβαρός, η γλώσσα απλή, κατανοητή, ρέουσα χωρίς γλωσσικούς ακροβατισμούς και ακραία υπερρεαλιστικά στοιχεία. Έντονη εικονοποιία, παραλίες , θάλασσα, αμμουδιές , εικόνες της Θεσσαλονίκης όπως η παραλία με θέα την δύση πίσω από τον Όλυμπο. Παράλληλα συνυπάρχουν στοχασμός και υπαρξιακά στοιχεία, αυτοκριτική και ενδοσκόπηση.
Παρά την οικονομική δυσκολία, την ανεργία, τους πολέμους και τις κοινωνικές αδικίες και την υλιστική αντίληψη που έχουν επικρατήσει, η κυρίαρχη σκέψη της Σακκά είναι η διατήρηση των ανθρώπινων σχέσεων και ανάγκη για συμπόρευση και συντροφικότητα.
Θα μπορούσε κάποιος να συσχετίσει την ποίηση της Σακκά με εκείνη του Νίκου Αλέξη Ασλάνογλου στα σημεία της μοναξιάς και της χαμένης ελπίδας καθώς επίσης με όλον τον σεβασμό στον τεράστιο Μανώλη Αναγνωστάκη, η Σακκά με τις συνεχείς αναφορές της στην απογοήτευση, τη μνήμη και την απουσία, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως η ποιήτρια της συντροφικής ήττας ή της ήττας των σύγχρονων σχέσεων.
Η ποίηση της Σακκά δεν είναι μόνο ερωτική όπως φαίνεται από μια πρώτη ματιά. Δεν παραπονιέται, δεν μεμψιμοιρεί, δεν διαμαρτύρεται, δεν ζητά τη λύπηση των άλλων στο μετέωρο βήμα ανάμεσα στη διάρκεια και την παραίτηση, την ύπαρξη και την απομάκρυνση. Σκάβει βαθιά με ματιά στιβαρή, ωμή και παράλληλα αξιοπρεπή στον ανθρώπινο αντίκτυπο του χωρισμού και της απώλειας. Υπό την έννοια αυτήν τα ποιήματα της έχουν και κοινωνικό χαρακτήρα μιας και θίγουν μια κοινωνική μάστιγα της εποχής, τον εύθραυστο και συχνά επιπόλαιο χαρακτήρα των σύγχρονων σχέσεων με όλες τις γνωστές δυσάρεστες συνέπειες. Μια αξιόλογη ποιητική συλλογή που αξίζει να διαβαστεί.
