Τη φωτιά τη γνώρισα ένα απόγευμα καθημερινό.
Δεν έκανε κρύο. Αυτό ήταν το πρώτο σημάδι κινδύνου.
Καθόταν απέναντί μου και μιλούσε για δουλειές, για ώρες, για πράγματα που αρχίζουν.
Οι μεγάλοι έρωτες φοράνε λευκό πουκάμισο και ζητούν μόνο να καθίσουν λίγο.
Στην αρχή ζεις μαζί τους προσεκτικά.
Ανοίγεις παράθυρα.
Κρατάς νερό κοντά.
Λες: θα προσέξω.
Ύστερα αρχίζεις να εμπιστεύεσαι τη ζεστασιά.
Να πλησιάζεις.
Τα βραδια η φωτιά γίνεται άλογο που καλπάζει , τρέχει για να μείνει , όχι να φύγει.
Κάποια στιγμή δεν καίγεσαι πια.
Κι όταν τελικά φεύγει,
δεν το κάνει θεαματικά.
Αφήνει απλώς τη στάχτη
να εξηγεί όσα δεν αντεξες να πεις.
Δεν παντρευόμαστε τους μεγάλους μας έρωτες.
Τους θυμόμαστε.
Για να ξέρουμε
πόσο κοντά φτάσαμε κάποτε
στο να χαθούμε.
Σοφία Βασιλειάδου
