You are currently viewing Ευτυχία Αλεξάνδρα Λουκίδου: Ευστρατία Βερδούκα, Σπασμένες κλειδαριές.  Εκδ. Ρώμη 2025

Ευτυχία Αλεξάνδρα Λουκίδου: Ευστρατία Βερδούκα, Σπασμένες κλειδαριές. Εκδ. Ρώμη 2025

Θα ήταν πιο εύκολο, αν ήταν παρουσίαση ποιητικής συλλογής. Θα ήταν απείρως πιο εύκολο αν επρόκειτο για παρουσίαση μυθοπλασίας. Όμως, δυστυχώς δεν είναι ποίηση για να έχει μεταφορές, συμβολισμούς και παρομοιώσεις. Είναι μια εξ ολοκλήρου κυριολεξία. Ούτε μυθοπλασία είναι για να φανταστούμε τους ήρωες και τις υποτιθέμενες δυσκολίες τους, να θαυμάσουμε τα ευρήματα και την πρωτοτυπία του συγγραφέα. Είναι η ίδια η ζωή και στέκεται μπροστά μας απροσχημάτιστη και γυμνή χωρίς εξωραϊσμούς και φτιασίδια, αποκρύψεις και υπαινιγμούς. Είναι ενώπιόν μας όπως η αλήθεια και η τόλμη της να ειπωθεί.

Και τότε, αν δεν είναι ούτε ποίηση ούτε μυθοπλασία, τότε το βιβλίο «Σπασμένες κλειδαριές» τι είναι; Είναι η μαρτυρία ενός ανθρώπου που φέρει μαζί του μια οικογένεια και αυτή φέρνει μαζί της μιαν άλλη με όλα τα πολλαπλά τραύματα που αενάως διαιωνίζονται όχι όμως σαν σημάδια και ουλές που κάτι θυμίζουν από το παρελθόν αλλά σαν χαίνουσες πληγές ανοιχτές. Μαρτυρία λοιπόν. Ας δούμε όμως τι μας αποκαλύπτει η ίδια η γλώσσα. Η λέξη κατάγεται από την αρχαία ελληνική λέξη «μάρτυς» που σημαίνει «εκείνος που βλέπει». Στα ελληνικά, η λέξη «μαρτυρία» προέρχεται από το ρήμα «μαρτυράω», το οποίο αναφέρεται στην αποκάλυψη ενός μυστικού που κάποιος μας εμπιστεύτηκε, στην κατάθεση ενός ατόμου σε δικαστήριο για ένα περιστατικό που γνωρίζει αυτοπροσώπως.

Όμως έχει και μιαν άλλη έννοια καθώς συνδέεται και με το βασανιστικό βίωμα, το μαρτύριο ενός ή πολλών ανθρώπων, που κάποτε οδηγεί ακόμη και στον θάνατο.

Στην περίπτωσή μας συμβαίνει να έχουμε δύο σε ένα. Τουτέστιν, τη μαρτυρία ενός μαρτυρίου. Ξετυλίγεται μπροστά μας λοιπόν ένα γαϊτανάκι αλυσιδωτών γεγονότων, μια επαναλαμβανόμενη κατάσταση, θαρρείς και κάποιο βίωμα δεν κατόρθωσε με τη μία να διδάξει κάτι σε εκείνον που έπρεπε, με αποτέλεσμα να επαναφέρει τα μελανά του σημεία διαιωνίζοντας τη δυσφορία και τον πόνο επ’ αόριστον, κάτι σαν μοίρα που το θύμα καλείται να υποστεί.

 

Η Ελπίδα η βασική ηρωίδα του βιβλίου, έχει πατέρα της τον Παναγιώτη, έναν άνθρωπο που βίωσε τον πόλεμο και έζησε στην ηλικία των τριών την απώλεια της μητέρας του ενώ τέσσερα χρόνια μετά, στα επτά του, αναγκάζεται να αντιμετωπίσει και την απώλεια της δεκαοκτάχρονης αδελφής του, με αποτέλεσμα να μείνει ορφανός. Η θεία που αναλαμβάνει να τον μεγαλώσει τού φέρεται κυριολεκτικά σαν δούλο, τον βάζει να τρώει από τα αποφάγια της οικογένειας. Ο Παναγιώτης δεν έχει εισπράξει αγάπη. Από καιρού εις καιρόν θέλω να υπενθυμίζω ότι δεν πρόκειται για μυθοπλασία. Συνεχίζουμε!

Η Ελπίδα έχει μητέρα της τη Μαρία. Η Μαρία ως η πρώτη κόρη της οικογένειας αναλαμβάνει τη φροντίδα των άλλων πέντε παιδιών που σημαίνει πως δεν πάει σχολείο. Δεν έχει δικαίωμα στη μόρφωση. Η Μαρία βόσκει πρόβατα, είναιμυθομανής και παντού βλέπει εχθρούς. Η μητέρα της Μαρίας η Ευτέρπη βιώνει και αυτή τον τρόμο από τον πατέρα της τον Ευριπίδη. «Μια φορά τόλμησε να διαφωνήσει μαζί του και εκείνος εξαγριωμένος της πέταξε το τσεκούρι που κρατούσε στα χέρια του, σπάζοντάς της τη σπονδυλική στήλη, αναγκάζοντάς την να περπατά μέχρι το τέλος της ζωής της σκυφτή, σχεδόν στα τέσσερα».

Η Μαρία δεν έχει βιώσει τη φροντίδα και την αγάπη. Ώσπου, η Μαρία και ο Παναγιώτης συναντιούνται και ενώνουν τις ζωές τους. «Να σας ζήσει! Κορίτσι είναι», είπε η μαία που βοήθησε τη Μαρία να γεννήσει κι εκείνη χάρηκε αφάνταστα. Λαχταρούσε τόσο μια κόρη. 

«Θηλυκό είναι; Ανοίξτε το παράθυρο και πετάξτε την», βρυχήθηκε ο Παναγιώτης και έφυγε απ’ το δωμάτιο του μικρού σπιτιού, αδιάφορος και δυσαρεστημένος.

Η Ιωάννα η δεύτερη κόρη της Μαρίας σπουδάζει πιάνο. Όταν η Ελπίδα συναισθάνεται πως η ζωή της βρίσκεται πλέον σε αδιέξοδο λόγω της κακομεταχείρισης και απαξίωσής της τόσο από τον πατέρα όσο και από τη μητέρα που την εκμεταλλεύονται και τη χρησιμοποιούν, αποφασίζει να φύγει ακολουθώντας την αδελφή της στην Αθήνα, για να την επιβλέπει στις σπουδές της. Μια σειρά γεγονότων οδηγούν την Ελπίδα από την Κύπρο, στην Αθήνα. Η Ελπίδα, προκειμένου να γλιτώσει το ανελέητο ξύλο από τους γονείς της δεν έφερνε καμία αντίρρηση σε τίποτα. Όφειλε να μην αμαυρώσει με κανέναν τρόπο το όνομα της οικογένειας η οποία μάλιστα είχε λόγο για την επιλογή του συζύγου της, κάτι που την έκανε να ασφυκτιά και να οργανώνει τη φυγή της. «Όπως φεύγεις έτσι να γυρίσεις. Αν μάθω ότι έκανες κάτι με κάποιον, θα πάρω το τσεκούρι και θα έρθω να σε βρω και να σε κόψω κομματάκια». Το τσεκούρι, όπως είδατε, είναι κάτι που κυκλοφορεί με άνεση στις σελίδες του βιβλίου και στις ζωές των ανθρώπων όχι μόνο σαν λέξη που σηματοδοτεί απειλή αλλά και σαν πράξη που αφήνει κουσούρι.

Μια φίλη που δεν έχει δει ποτέ, μια αλληλογραφία με πλείστες εκμυστηρεύσεις, κρυφές διεργασίες και η έξοδος προς την ελευθερία πραγματοποιείται. Η Ελπίδα εγκατεστημένη πλέον στη μεγαλούπολη συναντά τον Νικόλα, παιδί και αυτός μιας εξαμελούς οικογένειας. Ο Νικόλας μεγάλωσε στη Μυτιλήνη και συγκεκριμένα στην Αγιάσο σε μια οικογένεια και αυτός με έξι παιδιά.

Έρχεται σε επαφή με τον Νικόλα μέσω αλληλογραφίας, που συνηθίζονταν εκείνη την εποχή ανάμεσα στους νέους. Κι όμως το ευαίσθητο πρόσωπο των επιστολών μεταλλάσσεται σε ένα τελείως διαφορετικό πρόσωπο στην πορεία και ο εγκλωβισμός της Ελπίδας σε έναν βεβιασμένο γάμο γίνεται η απαρχή όλων των δεινών. Ένα τραύμα που βίωσε ο Νικόλας όταν εξαπατήθηκε από μια γυναίκα που τον άφησε για κάποιον άλλον, γίνεται η πυξίδα όλων των ενεργειών του. Παντού εχθροί και προδότες, παντού γυναίκες έτοιμες να τον ξεγελάσουν, να τον εγκαταλείψουν για κάποιον άλλον. Η βία και οι απαγορεύσεις η μόνη εύκαιρη λύση. Όταν σπέρνεις φόβο, τότε ο άλλος σε λαβαίνει υπόψη του. Έτσι νομίζει. Και η ιστορία επαναλαμβάνεται. Μέσα σε 13 χρόνια γάμου έξι παιδιά γεννιούνται, τρία αγόρια και τρία κορίτσια. Η παγίδευση έχει όνομα και είναι η ίδια η ζωή της Ελπίδας. Ο άνδρας με εμμονές και αναπηρία αισθημάτων γίνεται ο δυνάστης ολόκληρης της οικογένειας. Και τότε ο φόβος δεν πλανάται πλέον πάνω από το σπίτι. Έχει εγκατασταθεί φαρδύς πλατύς σε έναν καναπέ, εκεί που τα παιδιά είχαν μάθει το ένα δίπλα στο άλλο να στριμώχνονται και να περιμένουν την ετυμηγορία της τιμωρίας τους, να περιμένουν να ξετυλιχτεί μπροστά στα μάτια τους η ποινή και ο ξυλοδαρμός. Μα, θα μου πείτε πώς είναι δυνατόν να φεύγεις από τη βία και να ξαναπηγαίνεις στη βία; Ας μην είμαστε τόσο απόλυτοι στις κρίσεις μας και ας μην γενικεύουμε. Και για να καταλήξουμε. Είμαστε ο χαρακτήρας μας και πιο συγκεκριμένα είμαστε η αγάπη που λάβαμε και η αγάπη που στερηθήκαμε. Θα αναφέρω έναν αγαπημένο στίχο της σοφής και τρυφερής Μαριανίνας Κριεζή που συνοψίζει όλα όσα ατέρμονες ώρες ψυχανάλυσης, ατέλειωτες παρακολουθήσεις ψυχιατρικών συνεδρίων δεν θα το αποτύπωναν με τόση πύκνωση και ακρίβεια. Κι ο στίχος αυτός έχει μόνο έξι λέξεις, όσα τα παιδιά των οικογενειών που παρελαύνουν στις σελίδες του βιβλίου. Και ο στίχος λέει το απλό: «άνθρωποι αχάιδευτοι με ράγισαν κι εμένα». Ποιον να κατηγορήσεις, σε ποιον να κουνήσεις το δάχτυλο κατηγορώντας τον για κακή συμπεριφορά για απρόσεκτο βηματισμό στην ψυχή του άλλου για τσαλαπάτημα της αξιοπρέπειάς του, για τόση βία επιτέλους; Η αγάπη που δεν βιώθηκε μετατρέπεται σε κείμενο αδίδακτο και τότε στις εξετάσεις της ζωής μένεις μετεξεταστέος, αφού δεν έχεις αντίστοιχη γνώση, δεν έχεις διδαχτεί ποτέ κάτι ανάλογο. Ο αχάιδευτος άνθρωπος στο πέρασμά του ραγίζει όποιον συναντήσει. Ευτυχώς σε κάποιους το ράγισμα δεν εξελίσσεται σε ολοκληρωτικό σπάσιμο και το σχήμα του αγγείου της ψυχής διατηρεί κάτι από τη μορφή του. Στις πλείστες των περιπτώσεων λοιπόν, επαναλαμβάνουμε εκείνο με το οποίο είμαστε εξοικειωμένοι, εκείνο που έχουμε πειστεί πως είναι το πεπρωμένο μας, αυτό που μας κληρώθηκε. Η σιωπή φαντάζει τότε ως η μόνη λύση, καθώς η μη αντίδραση ευελπιστεί να κατευνάσει το μένος κάποιου εξασφαλίζοντας με κάθε τίμημα την υποτιθέμενη ειρήνη. Μόνο που είναι μια πλαστή, μια φαινομενική ειρήνη που από κάτω της ένα ηφαίστειο βρυχάται, έτοιμο να εξαπολύσει τη λάβα του. Κι όμως αυτή η σιωπή, αυτή η ηθελημένη υποχώρηση, όσο και αν δεν μας αρέσει, ωστόσο είναι η μόνη που γνωρίζουμε και όσο κι αν το ένστικτο και η ψυχή μάς λένε πως δεν είναι ό,τι καλύτερο για εμάς, εντούτοις πείθουμε τον εαυτό μας πως είναι η μόνη μας άμυνα. Πολλοί μάλιστα πιστεύουν πως δεν μπορεί έτσι πρέπει να είναι πάνω κάτω τα πράγματα στον έγγαμο βίο. Άλλωστε, η παντρεμένη γυναίκα οφείλει να κάνει τα πικρά γλυκά και να κρατά τις ισορροπίες με κάθε τίμημα, αρκεί να κρατήσει τον γάμο της, διαφορετικά, αν δεν τον κρατήσει, εκείνη θα φταίει. Μιλήσαμε μόλις τώρα για την παντρεμένη γυναίκα και τον ρόλο που της χρεώνεται. Και εδώ η γλώσσα ας σταθούμε λίγο και ας ακούσουμε την ίδια τη γλώσσα και το μεγάλο μερίδιο ευθύνης, καθώς αποτυπώνει και εναγκαλίζεται μια σειρά κοινωνικών στερεοτύπων που μεταβιβάζονται από γενιά σε γενιά συντηρώντας την πατριαρχία. Έτσι λοιπόν, ενώ ο άνδρας κατά τον γάμο λέμε πως νυμφεύεται τη γυναίκα, η γυναίκα κατά τον γάμο λέμε πως παντρεύεται. Η ίδια η γλώσσα συνεπώς προδιαγράφει και σκιαγραφεί τη μοίρα της. Έτσι η ύπανδρος γυνή, τουτέστιν εκείνη που βρίσκεται υπό τινός ανδρός, καλείται να εμφορείται από την ύψιστη των αρετών για τη συμβίωση που είναι η υπομονή. Να υπομένει, να μένει δηλαδή υπό μιας κατάστασης που όσο κι αν δεν την κάνει ευτυχισμένη, οφείλει να την αντέχει αποδεικνύοντας πως μόνον έτσι, όπως λέει ο λαός, κρατιούνται τα σπίτια, και πως με τη σιωπή και την αποσιώπηση όλα θα παραμείνουν κεκλεισμένων των θυρών, καθώς σύμφωνα με μια άλλη διαδεδομένη αρχή «τα εν οίκω μη εν δήμω».

Άλλωστε πολλοί τη μοίρα της γυναίκας φρόντισαν να την προδιαγράψουν και να την δικαιολογήσουν στεγάζοντάς την κάτω από τη φράση «η δε γυνή ίνα φοβήται τον άνδρα» που ακούγεται κατά τη διάρκεια της τελετής. Μπορεί εκ των υστέρων η λέξη φόβος να ερμηνεύτηκε ως σεβασμός και δέος παραπέμποντας στη φράση «αρχή σοφίας φόβος Κυρίου», με την έννοια του δέους που πρέπει να νιώθουμε απέναντι στον Θεό, ωστόσο θα ήταν κατανοητό αν την έννοια του δέους με τη σημασία της ιερότητας τη νιώθαμε απέναντι σε οποιοδήποτε πλάσμα του Θεού ως εικόνα και ομοίωση εκείνου. Σε αυτή την περίπτωση δεν θα έπρεπε να λέγεται όμως μόνο προς τη γυναίκα αλλά και προς τον άνδρα, ώστε να νιώθει και εκείνος δέος απέναντι στη θηλυκή ύπαρξη που και εκείνη φέρει την εικόνα του Θεού. Και για να λυθεί η παρεξήγηση έρχεται ο Ιωάννης και βάζει τα πράγματα στη θέση τους: «Φόβος οὐκ ἔστιν ἐν τῇ ἀγάπῃ, ἀλλ’ ἡ τελεία ἀγάπη ἔξω βάλλει τὸν φόβον, ὅτι ὁ φόβος κόλασιν ἔχει, ὁ δὲ φοβούμενος οὐ τετελείωται ἐν τῇ ἀγάπῃ». (ΙΩΑΝΝΟΥ Α΄ 4:18) Και όπως λένε στην αργκό «μιλημένα ξηγημένα». Αγάπη και φόβος δεν πάνε μαζί.

 

Το βιβλίο αυτό και η συγγραφέας του καταργούν τον φόβο και τη σιωπή, θέτουν το δάχτυλο επί τον τύπον των ήλων και λένε τα πράγματα με το όνομά τους. Μα θα μου πείτε τι νόημα έχει άλλο ένα βιβλίο καταγγελίας των ήδη αποτρόπαιων συνθηκών που συντηρεί η βία; Επιτρέψτε μου να πω πως γράφοντας η συγγραφέας για ένα τόσο βασανιστικό παρελθόν, το οποίο σε ένα μεγάλο μέρος του το βίωσε η ίδια και σε ένα μεγαλύτερο μέρος του η μητέρα της που της το αφηγήθηκε, σημειωθήτω ότι επέλεξα να μην το αναπαράγω στις φρικιαστικές του λεπτομέρειες, γράφοντας λοιπόν για κάτι που στοιχειώνει τόσες ζωές και τόσους ανθρώπους ως μνήμη και τραύμα, εκείνο που επιχειρείται εντέλει δεν είναι η αύξηση του μένους και η κατάδειξη των ενόχων. Δεν είναι η γραφή ένα δικαστήριο που απαγγέλλει κατηγορίες και καταδικάζει πρόσωπα αναγάγοντας σε ήρωες τα θύματα και σε τέρατα τους θύτες. Η λογοτεχνία οφείλει να κατανοεί και να αθωώνει όχι την πράξη αλλά τον άνθρωπο που πάντα και ως δράστης και ως θύμα είναι έρμαιο του χαρακτήρα του και ο χαρακτήρας αποτέλεσμα των συνθηκών που τον δημιούργησαν, και μιλώ ακόμα και για τον αδελφό της Νεοφύτας που επέλεξε την αυτοχειρία, εξαιτίας ενός ψυχισμού που τον σακάτεψε η βία. Το γεγονός λοιπόν πως όλα αυτά τα αβάσταχτα βιώματα δεν κυκλοφορούν πλέον στη μνήμη ανεξέλεγκτα σαν φαντάσματα αλλά έχουν όλα οριοθετεί και αποτυπωθεί σε ένα αφήγημα, έχουν δηλαδή μετατοπιστεί από το αχανές των αναμνήσεων σε έναν οριοθετημένο χώρο αυτόν του τυπωμένου βιβλίου και πλέον έχουν γίνει κείμενο, σημαίνει πως κείτονται πια σε κάποιες σελίδες με εξώφυλλο και οπισθόφυλλο. Όλα αυτά τα αβάσταχτα μετατράπηκαν σε λέξεις, τουτέστιν σε μαύρα σημαδάκια σε λευκό χαρτί και άρα όλο το μαύρο μετακόμισε σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο αφήνοντας τον χώρο της καρδιάς ελεύθερο να κατοικηθεί από το λευκό που συγχωρεί και κατανοεί, που δεν ξεχνά αλλά αποφασίζει να σπάσει την αλυσίδα που τον κρατά δέσμιο και να προχωρήσει με συγχώρεση και αγάπη. Γιατί μόνο η αγάπη μένει και αυτή είναι η αιτία που ο ήλιος θα συνεχίσει να ανατέλλει «επί πονηρούς και αγαθούς και να βρέχει επί δικαίους και αδίκους». Άλλωστε όπως είπαμε είναι η μόνη που καταργεί τον φόβο. Η αγάπη.

 

 

ΕΥΤΥΧΙΑ-ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΛΟΥΚΙΔΟΥ

Αφήστε μια απάντηση

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.