You are currently viewing Ευτυχία Αλεξάνδρα Λουκίδου: Μαίρη Πετρολιά Αμανίτη, TRAPPOLA, εκδ. Μέθεξις 2025

Ευτυχία Αλεξάνδρα Λουκίδου: Μαίρη Πετρολιά Αμανίτη, TRAPPOLA, εκδ. Μέθεξις 2025

Εκείνο που οσμιζόμαστε μπαίνοντας για πρώτη φορά σε ένα σπίτι, είναι ο αέρας που κυκλοφορεί εντός του, είτε πρόκειται για τον αέρα των σωμάτων που μπαινοβγαίνουν ανήσυχα και δημιουργικά στο κοινωνικό συμβάν με δράση και ενδιαφέροντα είτε πρόκειται για τον αέρα εκείνων που δεν το κουνάνε ρούπι από τη θέση τους ποτίζοντας τους τοίχους με το ασάλευτο της ακινησίας τους. Κάθε σπίτι φέρει την ταυτότητα του οικοδεσπότη του και την ανάσα της ψυχής του ακουμπισμένη σε τοίχους και δωμάτια. Κάθε βιβλίο και μάλιστα διηγημάτων, όσο κι αν υποδύεται το πανδοχείο αλλότριων και ποικίλων θεματολογιών, εντούτοις φέρει κάποια κυρίαρχα στοιχεία από το πρόσωπο του συγγραφέα του, με αποτέλεσμα το δικό του άρωμα ψυχής να διαποτίζει τις σελίδες και να διαχέεται στον χώρο. Μα, θα μου πείτε είναι τόσα και τόσο ξεχωριστά τα πρόσωπα που κυκλοφορούν σε ένα βιβλίο, άπειρες οι περσόνες διαφορετικών ηλικιών που διατρέχουν τις εποχές, πώς είναι δυνατόν όλα αυτά να φέρουν κάτω από το προσωπείο τους το πρόσωπο του συγγραφέα και να αποπνέουν την εσάνς της ιδιοσυγκρασίας του; Όσο κι αν ο ίδιος επικαλείται απλώς τη φαντασία και την ευχέρειά του να συνθέτει και να υποδύεται ρόλους και ζωές, ωστόσο σε ένα μεγάλο ποσοστό κάποιο κυρίαρχο χαρακτηριστικό της ιδιοσυστασίας του μεταγγίζεται στους χαρακτήρες των ιστοριών του καθιστώντας τον τη μορφή που διαβιεί κάτω από την εικόνα. Η Μαίρη Πετρολιά Αμανίτη είναι εκείνος ο ευφυής νους που συνθέτει και ενορχηστρώνει τόσους μα τόσους κόσμους, πρόσωπα και χαρακτήρες που όμως κάτω και πίσω από αυτούς η δική της ταυτότητα δίνει το διακριτό της στίγμα. Και αυτό κατά τη γνώμη μου είναι το άρωμα της αδέσμευτης ψυχής που αντιστέκεται σθεναρά και δεν ενδίδει, που διασώζει την ελευθερία και το δικαίωμά της να διατηρεί απαραβίαστο τον ζωτικό της χώρο, θησαυρό πολύτιμο που δεν εκχωρεί σε κανέναν. Καμία σύμβαση και κανένα στερεότυπο δεν στέκονται ικανά να ανακόψουν τον βηματισμό των ηρώων στις ιστορίες της. Ψυχές ανένταχτες και επαναστατημένες ακροβατούν ανάμεσα στην ευαισθησία και την ανασφάλεια, για να θέσουν στο τέλος το ζήτημα της ελευθερίας τους αδιαπραγμάτευτο στο τραπέζι των συζητήσεων. Αφοσιωμένη υπάλληλος ιατρείου αντιστέκεται στην αιφνίδια εισβολή διαρρηκτών προσπαθώντας να κρατήσει «Θερμοπύλες» αλλά και στον επικείμενο βιασμό της αντιστέκεται και τότε η απόγνωση και η πιθανή επίκληση θεϊκής βοήθειας μετατρέπει το ταβάνι που ανεβοκατεβαίνει σε τρούλο απ’ όπου ο πανεπόπτης οφθαλμός του Παντοκράτορα αναλαμβάνει δράση και, ω του θαύματος, βρίσκουν οι εισβολείς αυτό που αναζητούν και έτσι η άλλη διάρρηξη ανακόπτεται. Στα διηγήματα της Μαίρης Αμανίτη το αιφνίδιο με τρόπο ευρηματικό αναλαμβάνει δράση και φέρνει μιαν ισορροπία που παραπέμπει στο «μηδέν άγαν», όπως για παράδειγμα το ξέφρενο και υπερβολικό που διαρκώς κινείται και ταξιδεύει ευρισκόμενο σε υπερδιέγερση κίνησης και ταξιδιωτικής αδηφαγίας, ξάφνου ανακόπτεται από έναν τοίχο που βάζει φρένο στην γκαζωμένη ψυχή, όταν αυτή πέφτει επάνω του. Ξέρετε, κάποτε νόμιζα πως η γραφή μιμείται τη ζωή, τελευταία τείνω να πιστέψω πως η ζωή σπεύδει να δικαιώσει τα γραφόμενα, καθώς ο λόγος πάντα προηγείται και η ζωή ακολουθεί και εκπληρώνει. Η αμείωτη δίψα της ηρωίδας για ταξίδια κάποτε βρίσκει μπροστά της ορθωμένο έναν φυσικό τοίχο-εμπόδιο που ανακόπτει την ανεξέλεγκτη τάση φυγής της και τότε η γραφή υπενθυμίζει πως συχνά λογαριάζουμε χωρίς τον ξενοδόχο. Την ισορροπία που επιφέρει η ίδια η ζωή επικαλείται και η συγγραφέας, θέτοντας το ζήτημα των περιορισμένων μας δυνατοτήτων επί τάπητος, όταν το αναπάντεχο μάς χτυπά την πόρτα. Ωστόσο, αυτόν τον έλεγχο της ζωής μας, που μοιάζει να μην τον έχουμε πάντοτε, έρχεται σε άλλο διήγημα η συγγραφέας, για να προτείνει τις δικές της εναλλακτικές. Κι αφού ανάλογη εξάρτηση από το αιφνίδιο μοιάζει να μην την αποδέχεται, θέτει τους δικούς της όρους αδιαμαρτύρητα. Αναλαμβάνει δράση τότε το μολύβι ή το πληκτρολόγιο και γράφει τη δική του εκδοχή στην ιστορία. Αποφασίζει να ανατρέψει την έκβαση με μια αυτοσχέδια παρέκβαση. Τι κάνει λοιπόν; Εισάγει το υπερβατικό στοιχείο που διευρύνει κάποτε ακόμη και τα όρια των συνόρων μεταξύ ζωής και θανάτου, σε σημείο που ο ηλικιωμένος κύριος που του ανατίθεται για λίγες ώρες η φροντίδα του δισέγγονού του να ανοίγει φανταστικό διάλογο με την πεθαμένη σύζυγό του προσπαθώντας να μοιραστεί μαζί της τα αδιέξοδα αλλά και τις χαρές που βιώνει, ενώ στη συνέχεια διαπιστώνουμε και άλλους αντιπερισπασμούς που επιχειρεί η ψυχή, όταν νιώθει να της περιορίζονται ασφυκτικά οι δυνατότητές της.

Είναι σημαντικό να ειπωθεί πως η Μαίρη Πετρολιά Αμανίτη διαθέτει την μπαγκέτα, ώστε να διευθύνει τη ροή και να ελέγξει το υλικό της γλώσσας επεκτεινόμενη σε πεδία που εισάγουν το φανταστικό και ονειρώδες σε περιοχές καθημερινότητας που σε διαφορετική περίπτωση θα έσφυζαν από πλήξη.

Τότε, η δυναμική των διηγημάτων εμπλουτίζεται από το ποιητικό στοιχείο που διακριτικά εισχωρεί στο κείμενο με τη μορφή της ονειρικών περιγραφών όπως για παράδειγμα μιας σαπουνόφουσκας που μέσα της ιριδίζει η μαγεία. Ένα μικρό παιδί σώζει άθελά του μια παρέα που κινδυνεύει να χαθεί στο δάσος, όταν πετά τριγύρω τα άδεια μπουκαλάκια που δημιουργούσαν το υπερθέαμα με τις αιωρούμενες φούσκες. Ίσως αυτό που υποφώσκει σαν πλάγιο σχόλιο στο φαινομενικά χαριτωμένο διήγημα να είναι μια πιο βαθιά διαπίστωση που ωστόσο μόνο ως νύξη συμβολισμού γίνεται ίσως αντιληπτή. Η ενήλικη ζωή διασώζεται από το ανάλαφρο, από εκείνο που αναλαμβάνει να βγάλει τη γλώσσα του στη σοβαροφάνεια και να ανοίξει δρόμους που οδηγούν σε ξέφωτο. Άλλωστε, η πίστη στο θαύμα που σώζει είναι ίδιον των παιδιών που δεν θα έλεγα πως είναι εύπιστα απλώς δεν κάνουν δεύτερες σκέψεις.

«Σκέτη απογοήτευση θα ήταν για όλους μια περιπετειώδης επιστροφή στη δική τους κανονικότητα, εάν δεν υπήρχε ανάμεσά τους ένας «Κοντορεβιθούλης». Αμέριμνος σκορπούσε στο διάβα του ο πιο μικρός της παρέας όσα αδειανά μπουκαλάκια είχε περιμαζέψει, κι ας υποστηρίζουμε εμείς οι πολύξεροι πως δεν υπάρχει «από μηχανής θεός» που κάποτε κατεβαίνει από τις νεφέλες με ανασηκωμένα τα μανίκια».

Οι από μηχανής Θεοί μάλιστα δεν λείπουν από τις σελίδες των διηγημάτων. Το ενύπνιο στη γραφή της Αμανίτη λειτουργεί ως εύρημα γύρω από το οποίο οργανώνεται η αφήγηση, προκειμένου να διευρυνθούν τα πεδία του χρόνου και να σμικρυνθεί η απόσταση. Η δασκάλα των παιδικών χρόνων εμφανίζεται στο όνειρο της ώριμης γυναίκας και μαζί της ένα τετράδιο μυθικό που το ξεφύλλισμά του αρκεί για να παρελάσει μπροστά στα μάτια μας η Νέα Υόρκη. Η περιπέτεια τότε γίνεται το μάθημα που μας μεταμορφώνει καθώς μας παρουσιάζει τον κόσμο ανανεωμένο και εμάς διαρκώς αλλαγμένους στον ίδιο τον εαυτό μας. Ωστόσο, η ίδια αυτή η μεταμόρφωση όπως προκύπτει από τα διηγήματα δεν είναι στόχος και επιδίωξη αλλά αποτέλεσμα μιας ελευθερίας κατακτημένης από ψυχές ατίθασες και ανυπόταχτες. Όπως η πεταλούδα που ειρωνεύεται τον ήλιο για τη στασιμότητά του και την καυτή του ανάσα επάνω της, όμως εκείνη ελεύθερη ψυχή στροβιλίζεται και ας κινδυνεύει να καεί. Αδιαφορεί, αφού ακόμα και όταν συνθλίβεται καταφεύγει στην εναλλακτική της μεταμόρφωσης για να ξαναϋπάρξει ελεύθερη σε καινούργιους ουρανούς. Όσο για την ελεύθερη ψυχή μιας άλλης πεταλουδίτσας, του πεζοδρομίου και των ερώτων, την ακούμε να συνομιλεί κι εκείνη με το φωτεινό σύμβολο του ουρανού, τον ήλιο καθώς προκύπτει πως αυτός είναι η μόνη της παρέα και ας την εκνευρίζει φρικτά. Όταν οι συνθήκες της καθημερινότητάς της γίνονται πιεστικές και η επιβίωσή της στη σκληρή νύχτα δυσχεραίνει, παίρνει μιαν απόφαση γενναία που του ανακοινώνει.

Δεν θα κάτσω να με σπάσουν στο ξύλο ούτε σκοπεύω να βρεθώ πεταμένη σε κανένα χαντάκι. Τα μαζεύω και φεύγω. Έτσι κι αλλιώς, ποτέ δεν μου άρεσαν οι νυχτοπεταλούδες, τις είχα για κακό σημάδι. Όταν από καμιά φορά τρύπωναν νύχτες στον θάλαμο του ορφανοτροφείου, κουκουλωνόμουν πάνω από το κεφάλι, έτρεμα μη με τσιμπήσουν. Αλλάζω εμφάνιση, δουλειές, διευθύνσεις, πόλεις, κάθε τόσο μετακινούμαι, λες και κάποιος με κυνηγάει, χωρίς να τον βλέπω. Μπορεί να είναι σκιά, δεν ξέρω. Από τη μια λαχταρώ τη συντροφιά των ανθρώπων, δίνω τα πάντα για λίγη ζεστασιά, πεθαίνω για ένα αληθινό χάδι, μία γλυκιά κουβέντα κι από την άλλη τούς διώχνω. Δεν πάει άλλο αυτή η κατάσταση, δεν την αντέχω. Σήμερα, έχω γενέθλια… Και τι μ’ αυτό; Τα γιορτάζω πανηγυρικά ολομόναχη. Κανέναν δεν έχω να προσκαλέσω. Να τον κεράσω, βρε αδερφέ, να φάμε παρέα ένα γλυκό, να μου ευχηθεί «Χρόνια Πολλά» ένας άνθρωπος. Έχω πάει με… πόσους; Ούτε ξέρω. Κάποτε τους μετρούσα, μέχρι που έχασα τον λογαριασμό και σταμάτησα την πρόσθεση. Κάθομαι εδώ στην ερημιά, μιλάω σε σένα. Φρίκη. Καθόλου δεν το παιδεύω. Έτσι κι αλλιώς, όσα λεφτά είχα, τα έδωσα στο Ίδρυμα. Ξαλάφρωσα από το βάρος που έζεχνε σιχαμερά χνώτα, αλκοόλ, απλυσιά, κτηνωδία. Τώρα, δεν έχω πια τίποτα. Δεν έχω κανέναν, δεν με έχει κανένας. Ώρα να ξεμπερδέψω μια και καλή με το όποιο μέλλον θα μπορούσα να έχω. Τώρα αναπνέω. Είμαι, επιτέλους, ελεύθερη σαν πεταλούδα. Μιας κι εσύ τώρα πας προς τη δύση σου κι εγώ νιώθω πως έκλεισα τα εκατό, κι ας είμαι μόνο τριάντα πέντε, έτσι για πλάκα, λέω να σου κάνω παρέα. Ναι, ήρθε η ώρα να την κάνω. Τώρα, αυτή τη στιγμή, είμαι απόλυτα έτοιμη για μια ελεύθερη πτώση από αυτό εδώ το ύψωμα όπου δεν με βλέπει κανένας. Κανένας εκτός από σένα, θεόστραβε αγαπημένε μου, διαβάζουμε στο διήγημα «Ελεύθερη πτώση». Ψυχές γενναίες και ελεύθερες διατηρούν την αξιοπρέπειά τους και επιφυλάσσουν για τον εαυτό τους το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης του σώματος και του χρόνου τους. Τώρα, σχετικά με τον χρόνο δεν είναι λίγες οι φορές που μπαίνει στο μικροσκόπιο ως παρελθόν που ανακινείται στην καθημερινότητα και κατά καιρούς την ταράζει με τη μορφή θρύλων και ιστοριών που οι αφηγήσεις επαναφέρουν. Μια κινητικότητα μορφών-φαντασμάτων που διαπερνούν τον χρόνο, όπως για παράδειγμα της πυρκαγιάς, και χρόνια μετά αποτυπώνονται στα τζάμια κλειστού παραθύρου στον πρώτο όροφο σπιτιού στη Θεσσαλονίκη. Βέβαια, η ρωγμή του χρόνου από όπου περνούν μορφές στοιχειωμένες είναι τόσο στενή που ίσως μόνο η φαντασία διαθέτει το ελευθέρας, για να τη διασχίζει. Όσο για τη Θεσσαλονίκη και τις γειτονιές της η περιδιάβαση συνιστά ένα πολιτιστικό πανόραμα. Κινηματογράφος «Διονύσια» και «Τιτάνια», το «Φλοκάκι» στην Αγίου Μηνά, οι βίλες Μπιάνκα, Μορντώχ, Αλλατίνι, Καπαντζή, η Λεωφόρος των Εξοχών και άλλα πολλά επανέρχονται να ζήσουν μια δεύτερη ζωή στις σελίδες του βιβλίου, ένας φόρος τιμής στον απελθόντα χρόνο και μια ύστατη σθεναρή απόπειρα να ανακοπεί η φθορά, να δοθεί σημασία στο ελάχιστο και αθέατο, να τοποθετηθεί το παραπεταμένο και ασήμαντο σε βάθρο υψηλής παρατήρησης, όπως μια παλιοκασέλα που μετακομίζει από τα παλιατζίδικα και αναδεικνύεται σε μπαούλο που έχει την πρωτοκαθεδρία στο σαλόνι. Στην πραγματικότητα μαζί με την δήθεν παλιοκασέλα που τοποθετείται μπροστά στην μπαλκονόπορτα εισβάλλουν στο σπίτι όλες οι πιθανολογούμενες ιστορίες ανθρώπων που συνδέονται μαζί της, φόνοι λόγω ζηλοτυπίας και γενικά ένα παρελθόν που πλέον συγκατοικεί μαζί τους. Κι όλο αυτό γιατί η ανάγκη της ηρωίδας να ανακόψει τη φθορά και τη λήθη την κάνει να νεκρανασταίνει το χτες και τους πρωταγωνιστές του. Άλλη μια ευρηματική πρακτική της Αμανίτη, προκειμένου να μην υποκύψει στο τετελεσμένο και οριστικό. Ως εκ τούτου, αναθέτει στη φαντασία και πάλι να αναλάβει μαζί με τη συντήρηση και ανακαίνιση, την επαναβίωση. Άλλωστε, το κυρίαρχο κλίμα των διηγημάτων είναι εκείνο της αποδέσμευσης από οποιαδήποτε μορφή σύμβασης και υποχώρησης, αν μάλιστα σκεφτούμε ότι ακόμα και μία σχέση ερωτική τινάζεται στον αέρα, όταν η ρομαντική ψυχή της Φλώρας δεν σηκώνει την αδιαφορία του εραστή της μπροστά στον φράχτη με το γιασεμί. Δεν πέφτει λοιπόν στην παγίδα της αποκατάστασης με οποιοδήποτε τίμημα και σιγοτραγουδώντας την επιτυχία του George Micael Freedom κατηφορίζει την Αγίου Αλεξάνδρου και σπάει τα δεσμά μιας σχέσης που δεν είχε καμία σχέση με ένα κλαδάκι γιασεμί.

Πάντοτε πίστευα πως η επιλογή του τίτλου ενός βιβλίου εμπεριέχει έναν συμβολισμό όπου με τις ποικίλες κάθε φορά συνδηλώσεις του ανασύρει από το υποσυνείδητο στο φως της γλώσσας αλήθειες. Η Trappola, αλλιώς η παγίδα του τίτλου, είναι η απροκάλυπτη δήλωση πως οι σελίδες προτίθενται να φανερώσουν πολλές εκδοχές παγίδευσης όμως την ίδια στιγμή και άλλες τόσες μεθόδους απεγκλωβισμού κι όλα αυτά γιατί η ηθική της ελευθερίας για τη Μαίρη Αμανίτη είναι αδιαπραγμάτευτη και μάλλον αυτή είναι που συγγράφει το βιβλίο αφήνοντας σε εκείνην απλώς την υποχρέωση να το υπογράψει.

 

 

 

ΕΥΤΥΧΙΑ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΛΟΥΚΙΔΟΥ

 

Αφήστε μια απάντηση

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.