You are currently viewing Κωστής Ζ. Καπελώνης: Ένα φως σαν σάπια σούπα.

Κωστής Ζ. Καπελώνης: Ένα φως σαν σάπια σούπα.

Οι παλιότερες σημειώσεις, σχετικά με τον φωτισμό παραστάσεων στο αρχείο μου, είναι από τη  μακρινή  δεκαετία του 1980, με τις παραστάσεις  του Θεάτρου Τέχνης στην Επίδαυρο, Αχαρνής και Βάκχες του 1981, Ορέστεια του 1982 (σκηνοθεσία του Καρόλου Κουν, μετάφραση του Θανάση Βαλτινού, σκηνικό και κοστούμια του Διονύση Φωτόπουλου, μουσική Μιχάλη Χριστοδουλίδη, με ένα 50μελή θίασο). Στο έντυπο πρόγραμμα δεν υπάρχει φωτιστής, αλλά προφανώς είναι ο Μίμης Κουγιουμτζής, που φώτισε κατ’ ανάμνηση των φωτισμών του Αριστείδη Καρύδη-Φουξ της παράστασης του 1981, με τη Μελίνα πριν γίνει υπουργός. Ακολουθούν ο Προμηθέας και οι Σφήκες του 1983, η Ηλέκτρα και οι Ιππείς του 1984, οι Θεσμοφοριάζουσες το 1985, όπου πάλι δεν αναφέρεται φωτιστής. Σχεδιασμός προφανώς του Μιμή Κουγιουμτζή, που έπαιζε τον Ευριπίδη στην παράσταση, ενώ εγώ δεν παίζω, αλλά είμαι στην Επίδαυρο, βοηθός του Μίμη στους φωτισμούς· και με φωνάζει ο Κουν κάποια στιγμή στην πρόβα και μου λέει: «Εδώ, πρέπει να κάνεις ένα φως, σαν… σάπια σούπα.» «Βεβαίως» του είπα και προσπαθούσα να φανταστώ τι χρώματα έχει η σάπια σούπα. Έκανα μια σύνθεση πρασινομπλέ, μάλλον του άρεσε, γιατί δεν είπε τίποτα και έτσι φαντάστηκα ότι η σάπια σούπα, κατά τον Κουν, είναι πράσινη προς μπλε.

Ο θεατρικός φωτισμός στην αρχαιότητα ήταν από το φυσικό φως την ώρα της παράστασης. Στην Ορέστεια φανταζόμαστε ή έτσι υποδηλώνει το κείμενο, ότι ξεκινάει νύχτα προς το ξημέρωμα και στη συνέχεια φωτίζει ο ήλιος ή η συννεφιά, ό,τι είχε. Προφανώς έτσι πάει και στα ρωμαϊκά χρόνια και στα μισοχαμένα χρόνια στις υπαίθριες παραστάσεις, μέχρι την εμφάνιση του εκκλησιαστικού δράματος, που φωτίζεται πια από όποια φώτα υπάρχουν μέσα στην εκκλησία, κεριά κλπ ή σε εξωτερικό χώρο μπροστά στα σκαλιά της εκκλησίας, με πυρσούς απέναντι ή δίπλα από τη «σκηνή». Μετά, στα κλειστά θέατρα, κεριά, λάμπες λαδιού και διάφορες πατέντες με πετάσματα ή μπουκάλια με χρωματιστά υγρά, για να δίνουν χρώμα στη σκηνή. ‘Υστερα έρχεται το γκάζι, με πλεονεκτήματα ελέγχου της έντασης και της παραγωγής μέσω δικτύου.

Η μεγάλη επανάσταση, ο Ηλεκτρισμός, που φέρνει προβολείς με ανακλαστήρες και φακούς συγκέντρωσης του φωτός, για να εξασφαλίζεται μεγαλύτερη ένταση και εστίαση ή διάχυση του φωτός του λαμπτήρα πυρακτώσεως.

Παρά την εισβολή των προβολέων στο θέατρο ο Κουν, φτιάχνοντας το Υπόγειο με τους συνεργάτες του το 1953-54, φωτίζει με λαμπτήρες πυρακτώσεως 300Watt χωρίς φακό, μέσα από ένα αυτοσχέδιο μεταλλικό χωνί, που δίνει κάπως συγκεντρωτικό φως με μακρύτερο χωνί και διάχυτο με κοντύτερο χωνί. Η σκηνή φωτίζεται χωρισμένη σε δέκα περιοχές. Στις εννέα με τρεις προβολείς σε κάθε περιοχή (λοξά μπροστά, πλάγια και πίσω) και στη δέκατη, που είναι ένας διάδρομος στο βάθος, φωτίζεται από προβολείς στα πλάγια και από εμπρός και πίσω. Όπου χρειάζεται στη σκηνή κάποιο ιδιαίτερο χρώμα, έχει αντίστοιχα διάχυτα με άλλα χρώματα. Το βασικό χρώμα σε όλους σχεδόν τους προβολείς είναι ένα ελαφρώς μελί, που έδινε αυτό το μαγικό στις παραστάσεις του Κουν στο Υπόγειο. Η ρύθμιση της έντασης γίνεται με ένα μηχάνημα με υγρά στοιχεία, κάτι σαν μεγάλες μπαταρίες αυτοκινήτων, που αλλάζουν την ένταση με τη βύθιση ηλεκτρικών στοιχείων στο υγρό των κιουπιών. Πράγματα αδιανόητα στην εποχή μας με τα ρυθμιζόμενα από το κινητό τηλέφωνο φώτα LED.

Η Ηλέκτρα του 1984 πάει και στο Κρατικό στη Θεσσαλονίκη, στο Θέατρο Μακεδονικών Σπουδών, όπου διακόπτεται η γενική δοκιμή, γιατί οι ηλεκτρολόγοι βάλανε βάρδια έναν που δεν ήξερε καλά την κονσόλα του φωτισμού, μια Strand τελευταίας τεχνολογίας, για να γίνει λίγο μπάχαλο και να εκθέσουν τον ηλεκτρολόγο -που δε χωνεύανε- κι εγώ βρέθηκα στη δυσάρεστη θέση, να ουρλιάζω στο εξώστη, να βάλουνε την τεχνολογία στον κ@λο τους.

Η παράσταση έγινε κανονικά, χωρίς πρόβλημα, αλλά τα νεύρα αρκετά τεντωμένα.

Οι περιοδείες ανά τα θέατρα της χώρας με τα έργα της Επιδαύρου, γινόντουσαν πάντα χωρίς προβλήματα χάρη στον μάγο ηλεκτρολόγο Βασίλη Κανελλόπουλο, που είχε στήσει ένα απόλυτα λειτουργικό μεταφερόμενο σετ φωτισμού, με 13 διχίλιαρα STRAND στην τελευταία σειρά του θεάτρου, πάνω σε τρίποδα, τέσσερα χιλιάρια STRAND στο πάτωμα και δυο πύργους για κόντρες με 8+8 χιλιάρια διάχυτα, οδηγούμενα όλα αυτά από μια χειροκίνητη κονσόλα τριών προγραμμάτων, με χειρόγραφα τα σετ των φωτισμών, σε χαρτιά που χαράκωνε με το χέρι ο Βασίλης, σε ένα δικό του σχεδιάγραμμα.

Το σύνολο των προγραμμάτων για το αρχαίο Δράμα, σύμφωνα με την κωδικοποίηση του Κουγιουμτζή ήταν 13-15 σετάκια στην τραγωδία και 22-24 στην κωμωδία. Για τον ήχο αρκούσαν τέσσερα 150άρια ηχεία σε ξύλινα κουτιά με καλύμματα πιτσιλισμένης λινάτσας, έτσι που να μοιάζουν με βραχάκια.

 

Ο Κανελλόπουλος έστησε και το φωτιστικό σύστημα της Φρυνίχου το 1985, με τους προβολείς τσαμπιά στις κολώνες και πίσω ψηλά στον εξώστη τα 13 διχίλιαρα STRAND, που έβγαιναν το καλοκαίρι για περιοδεία.

Με αυτά τα φώτα φώτισαμε τα Θεϊκά Λόγια, το 1988, σε ένα σκηνικό -σαν από όπερα- του Σίμου Καραφύλλη, όπου έπρεπε να φτιάξουμε τις ατμόσφαιρες που θέλει ο Βάλλιε Ιγκλάν, όταν γράφει στις σκηνικές οδηγίες: «Τα Χρυσάφια της Δύσης τυλίγουν το τοπίο στο Σαν Κλεμέντε. Πράσινη, υγρή σιωπή. Το μονοπάτι κάτασπρο από το φεγγάρι. Από την πόρτα της εκκλησίας βγαίνει κόκκινη αναλαμπή κι ο αγέρας περνά φορτωμένος καπνό. Έναστρη νύχτα. Ο πρόναος γεμάτος από μαβιούς ίσκιους. Το φως του φεγγαριού περνά μέσα από τα κλαριά. Τα κεφάλια των γυναικών στη σειρά, μοιρολογούν ψιθυριστά κάτω από τους ίσκιους των πελώριων δέντρων της βρύσης και δίνουν την αίσθηση της παλιάς εικόνας πανέμορφης θλίψης». Στο τέλος του έργου, όταν η Μάρι-Γκάιλα διαπομπεύεται ολόγυμνη πάνω σε ένα κάρο, για να κρύψουμε τη γύμνια της φωτιστικά, σκέφτηκα το αντίθετο από το αναμενόμενο, δηλαδή αντί να υποφωτίσουμε και να γίνει η σκηνή στο μισοσκόταδο, φωτίσαμε με όλα τα φώτα που φώτιζαν στο κέντρο της σκηνής στη μεγαλύτερη ένταση, δηλαδή περίπου 40kw, κι έτσι το γυμνό σώμα «κάηκε» από το φως και έγινε σαν μαρμάρινο άγαλμα.

 

Στο Ριχάρδο τον Γ´ είχα σκεφτεί πάλι ένα άλλο φωτιστικό ανάποδο για την έναρξη, στον αρχικό μονόλογο του Ριχάρδου, με ισχυρά φώτα από το βάθος της σκηνής, που να τυφλώνουν τους θεατές και με το πρόσωπο του Ριχάρδου σκοτεινό, αλλά δεν το κάναμε τελικά για τεχνικούς λόγους.

 

Ήταν η εποχή, που η τεχνολογία ερχόταν σε δεύτερη μοίρα, κυριαρχούσε ο ηθοποιός και η ατμόσφαιρα επί σκηνής.

Μεγάλες καταναλώσεις ρεύματος, αλλά μαγικές ατμόσφαιρες με αναλογικά φώτα.

 

(Στις φωτογραφίες φωτιστικές στιγμές από τις παραστάσεις του Θεάτρου Τέχνης: Θεσμοφοριάζουσες, Προμηθέας του 1985, Αχαρνής, Όρνιθες του 1986 στην Επίδαρο και τα Θεϊκά Λόγια του 1987 στο Θέατρο της Φρυνίχου.)

 

 

Αντιγράφω από το έντυπο πρόγραμμα της παράστασης, σαν ελάχιστη τιμή σε πρόσωπα που συνέβαλαν στην εξέλιξη του νεώτερου ελληνικού πολιτισμού:

 

ΡΑΜΟΝ ΔΕΛ ΒΑΓΙΕ-ΙΝΚΛΑΝ

θΕΪΚΑ ΛΟΓΙΑ

Τραγικωμωδία

 

Μετάφραση: Φ.Δ. Δρακονταειδής

Σκηνοθεσία: Γιώργος Λαζάνης

Σκηνικά-κοστούμια: Σίμος Καραφύλλnς

Μουσική: Ιωσήφ Παπαδάτος

Φωτισμοί: Κώστας Καπελώνnς

 

ΔΙΑΝΟΜΗ

Πέδρο Γκάιλο, Βασιλκός: Βασίλης Ανδρονίδης
Λουσέρο ή Έβδομος Μιάου: Αντώνης Ραμπαούνης
Πόκα Πένα, ερωμένη του: Φρόσω Λύτρα
Κοΐμπρα, το σοφό σκυλί του: Γιάννης Καπετάνιος
Χουάνα, η Βασίλισσα: Αντιγόνη Γλυκοφρύδη
Λαουρεάνο, ο ηλίθιος γιος της: Χρίστος Νίνης
Τατούλα, η Φαφούτα: Σούλα Αθανασιάδου
Μιγελίν, ο Παδρονές: Πέτρος Φιλιππίδης
Μαρί Γκάιλα, γυναίκα του Πέδρο: Μάγια Λυμπεροπούλου
Σιμωνίνα, κόρη τους: Κάτια Γέρου
Γυναίκες στη βρύση:  Χριστίνα Τσάφου, Πόπη Πελτεκοπούλου, Φρόσω Λύτρα, Ελένη Τεγοπούλου, Μαρία Κολίντου
Μαρίνα του Βασιλκού: Μάρθα Βούρτση
Μπαστιάν δε Καντάς: Γιάννης Δεγαΐτης
Ένα κοριτσάκι: Ελένη Τεγοπούλου
Γειτόνισα: Χριστίνα Τσάφου
Ο τυφλός του Γκοντάρ: Παντελής Παπαδόπουλος
Πωλητής λεμονάδων: Γιάννης Καπετάνιος
Δύο χωροφύλακες: Θόδωρος Γράμψας, Θωμάς Παπαναστασίου
Προσκυνητής: Κώστας Καπελώνης
Λουδοβίνα, η Ταβερνιάρισα: Αντιγόνη Γλυκοφρύδη
Στρατιώτης: Βασίλης Κανελλόπουλος
Ζευγάρι προσκυνητές: Μελέτης Γεωργιάδης, Μαρία Κολίντου
Η ταμένη κόρη τους: Ελένη Τεγοπούλου
Ξωτικό με τη μορφή τράγου: Αντώνης Ραμπαούνης
Σερενίν δε Μπρετάλ: Γιάννης Δεγαΐτης
Μπενίτα, η Ράφτρα: Χριστίνα Τσάφου
Κιντίν Πιντάδο, βοσκός: Θόδωρος Γράμψας
Μιλόν από την Αρνόγια: Βασίλης Κανελλόπουλος
Νέες και γριές θρησκόληπτες: Χριστίνα Τσάφου, Πόπη Πελτεκοπούλου, Φρόσω Λύτρα, Ελένη Τεγοπούλου, Μαρία Κολίντου
Χωριάτες, Ζητιάνοι, Προσκηνητές: Γιάννης Καπετάνιος, Μελέτης Γεωργιάδης, Κλέων Γρηγοριάδης, Βασίλης Κανελλόπουλος, Θωμάς Παπαναστασίου

 

Ακούγεται n φωνή του τενόρου Κωνσταντίνου Παλιατσάρα

 

Τον Γ. Λαζάνn βοήθnσε στις πρόβες ο Παντελής Παπαδόπουλος

 

Περούκες: Φίλιππος Καψάλnς

Φωτογραφίες: Ντίμnς Αργυρόπουλος

Ηλεκτρολόγος Α: Β. Κανελλόπουλος

Ηλεκτρολόγος Β: Β. Βιλιώτnς

Τεχνικός ήχου: Δ. Σωτήρχος

Εκτέλεσn κοστουμιών: Ιωάννα Αλεβίζου

Εκτέλεσn σκnνικών: Γ. Στεφάνου

Ζωγραφική εκτέλεσn σκnνικών: Μπ. Χρnστίδnς

Σιδnροκατασκευές: Αφοι Γαλανόπουλοι

 

ΚΖΚ, 2.1.2026

 

Κωστής Καπελώνης

Κωστής Καπελώνης Ο Κωστής Καπελώνης γεννήθηκε στο Ρέθυμνο το 1952. Σπούδασε Μαθηματικά στο Πανεπιστημίο Αθηνών και θέατρο στη Δραματική Σχολή του Θεάτρου Tέχνης Kαρόλου Kουν. Διετέλεσε Kαλλιτεχνικός Διευθυντής του ΔHΠEΘE Kρήτης, υπηρέτησε στο Kρατικό Θέατρο Bορείου Eλλάδος και το 2002 ίδρυσε τον θίασο “Θ όπως Θέατρο”. Από το 1994 έχει σκηνοθετήσει πάνω από 50 παραστάσεις – μεταξύ των οποίων Το Παραμύθι από Χαρτί που τιμήθηκε με το βραβείο δραματουργίας Κ. Κουν 2003. Έχει εκδώσει αρκετά βιβλία, έχει γράψει στίχους για τραγούδια και έχει ασχοληθεί με τον κινηματογράφο, το ραδιόφωνο και την τηλεόραση. Είναι διευθυντής της Δραματικής Σχολής του Θεάτρου Τέχνης και εργάζεται ως ηθοποιός, σκηνοθέτης, σχεδιαστής φωτισμών κλπ.

Αφήστε μια απάντηση

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.