You are currently viewing Χριστίνα Αργυροπούλου: Γρηγόρης Τεχλεμετζής, Δρόμοι: Κασσιανή και Λεόντιον, εκδ. Κέδρος, 2025, σελ. 288, ISBN 978-960-04-5497-0

Χριστίνα Αργυροπούλου: Γρηγόρης Τεχλεμετζής, Δρόμοι: Κασσιανή και Λεόντιον, εκδ. Κέδρος, 2025, σελ. 288, ISBN 978-960-04-5497-0

                       

Παρέλαβα πριν από λίγο καιρό ένα εξαιρετικό ιστορικό μυθιστόρημα «Διπλό», όπως επισημαίνεται στον υπότιτλο, σταλμένο από τον συγγραφέα. Πρόκειται για μια ξεχωριστή γραφή, με βυζαντινές ρίζες, για ένα πολύ συναρπαστικό έργο. Απόλαυσα τη γραφή και την πλοκή του. Το μυθιστόρημα αυτό προϋποθέτει μελέτη πηγών και βιβλιογραφίας σε εύρος, όπως φαίνεται στο τέλος του βιβλίου όπου και παρατίθενται.

Είναι ένα ξεχωριστό βιβλίο από πολλές απόψεις και αξίζει να διαβαστεί από πολλούς, διότι ο/η αναγνώστης/τρια θα απολαύσει και θα μάθει πολλά. Θεωρώ ότι θα τον/την συναρπάσει η γραφή, διανθισμένη με τα διακείμενα (επιστολές, ύμνοι κ. ά.) και κυρίως η πλοκή, η εξέλιξη και οι ανατροπές που επισυμβαίνουν στη ζωή των δύο ηρωίδων με τις διαφορετικές στάσεις ζωής και ιδεολογίας. Ο/Η αναγνώστης/τρια προσλαμβάνει, κρίνει και στοχάζεται.  Δύο δρόμοι ζωής ξετυλίγονται με εξαιρετικό τρόπο σε αυτό το έργο, με αρίθμηση κεφαλαίων από το ελληνικό αλφάβητο για τη Λεόντιο και με αραβικούς αριθμούς για την Κασσιανή ή Κασσία, για την οποία διευκρινίζεται η διπλή ονοματοδοσία. Η προμετωπίδα του βιβλίου από το Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο του Μαρσέλ Προυστ, συνομιλεί με τον βαθύτερο νόημα του μυθιστορήματος.

Το μυθιστόρημα χαρακτηρίζεται από τον συγγραφέα «Διπλό», διότι εκτυλίσσονται πολύ ζωντανά οι ζωές των δύο ηρωίδων, των οποίων παρακολουθούμε τη ζωή και τη δράση. Είναι δύο διαφορετικοί γυναικείοι χαρακτήρες, με διαφορετικές αφετηρίες και με το τέλος της ζωής τους σύμφωνα με τα πιστεύω τους. Η μία, η Κασσία, ζει σύμφωνα με την πίστη της και η άλλη, η Λεόντιον, σύμφωνα με τις φιλοσοφικές αντιλήψεις της ως επικούρεια. Δύο κοσμοείδωλα ζωής, δύο διαφορετικές πορείες, ιδιαίτερα ανθρώπινες και ενδιαφέρουσες και οι δύο, που καθόρισαν προχριστιανικά τη Λεόντιο και μεταχριστιανικά την Κασσία.

Η δομή του μυθιστορήματος είναι άριστη. Κάθε κεφάλαιο φέρει σύντομη προμετωπίδα, που ηχεί ως καταστάλαγμα νοήματος, το οποίο συνάγεται από το αντίστοιχο κεφάλαιο ή συγκροτείται από κάποια κειμενική φράση.

Πιο αναλυτικά, στα κεφάλαια Ι-Χ παρουσιάζονται οι κύριοι σταθμοί από τη ζωή της Κασσίας στην Κωνσταντινούπολη, σε μία εποχή εξωτερικών εχθρών και εσωτερικών αναστατώσεων, με επιδρομές Αράβων και Βουλγάρων και με το κίνημα της εικονομαχίας στους κόλπους της εκκλησίας (εικονοκλάστες/εικονομάχοι), που συγκρούονται με τους λάτρεις των εικόνων (εικονολάτρεις).  Το θρησκευτικό θέμα συνδέεται άμεσα με το πολιτικό, παράλληλα και με άλλα κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα που κατακλύζουν τη βυζαντινή αυτοκρατορία.

Η ζωή της Κασσίας έχει την αντίθετη αφετηρία από εκείνη της Λεόντιον. Παρουσιάζεται στο πρώτο κεφάλαιο, σύμφωνα και με την προμετωπίδα-στίχο από το τροπάριο της Κασσιανής, που είναι ιδιαίτερα πιστή και θεοσεβής και βρίσκει την εσωτερική της λύτρωση στην πίστη της στον Χριστό. Μάλιστα, σε μια παραληρηματική κατάσταση, οραματίζεται τη μοιχαλίδα της Αγίας Γραφής, η οποία αφού αφαίρεσε τα σανδάλια του Χριστού, άλειφε με μύρο: «με αργές κινήσεις κάθε σπιθαμή από τα λευκά πόδια του, που γυάλιζαν με ένα απόκοσμο, αψεγάδιαστο φως» (σελ. 9). Η ψυχή της είχε γίνει ένα με την απέραντη αγάπη, είχε μετανιώσει για τον αμαρτωλό εαυτό της, έσκυψε συντετριμμένη μπροστά Του και τα μακριά μαλλιά της «έπεσαν και ζέσταναν τα άχραντα πόδια και τα σκούπισε επιμελώς, χρησιμοποιώντας τα σαν σπόγγους» (σελ. 10). Η μετάνοια οδήγησε τη μοιχαλίδα στη θέωση και η Κασσία πλημμυρισμένη από Θείο Φως και οράματα έγραφε το μοναδικό τροπάριο της Κασσιανής -όπως είναι γνωστό- που αγλαΐζει τις εκκλησίες μας κάθε Μεγάλη Τρίτη.

Η ενσυναίσθηση προς τη μοιχαλίδα και η απόλυτη κατανόηση του βίου της (ετερογνωσία) την οδήγησε και στην εσωτερική κατανόηση (αυτογνωσία), και την απόλυτη πίστη της σε Εκείνον όταν με το φως του λύχνου στο μοναστηριακό κελί της έγραφε τον Ύμνο της, κοιτώντας πέρα από αυτόν τον κόσμο, με εσωτερική πληρότητα και με τη δημιουργία που εύφραινε την ψυχή της. Ζούσε με τις αναμνήσεις της στο μοναστήρι και με την παρουσία του Κυρίου. Ο συγγραφέας Φρ. Τεχλεμετζής επιλέγει τη γραφή media res, καθώς στο κεφάλαιο ΙΙ θα αφηγηθεί τη ζωή της, τότε που μικρό ακόμα κορίτσι  αντισκεκόταν σε κάθε μικρό ή μεγαλύτερο πειρασμό, όπως στη μυρωδιά που έβγαζε το πρόσφορο που ψηνόταν στον ξυλόφουρνο και πολύ θα ήθελε να το δοκιμάσει. Άλλοτε μάνα και κόρη μετουσίωναν το ζυμάρι με τις προσευχές τους σε ιερό πρόσφορο, που στη θεία λειτουργία γινόταν Σώμα Χριστού. Η Κασσία ήταν ένα κορίτσι μετρημένο, ζούσε σε μια θρησκευόμενη οικογένεια, βοηθούσε τη μητέρα της στις δουλειές, ήταν άριστη στα μαθήματα, έγραφε από μικρή στίχους και ύμνους. Είχε οξύνοια, καθώς έβλεπε το κακό γύρω της και στους κόλπους της εκκλησίας και το κατέκρινε. Έφτιαχνε πρόσφορο με τη μητέρα της που προοριζόταν για τη Μονή Στουδίου και πάντα το πήγαινε η μικρή Κασσία. Μάλιστα, δίνεται η πορεία της προς το μοναστήρι από τη Μέση Οδό της Πόλης, στο οποίο είχε γνωρίσει τον οικογενειακό τους φίλο, τον ψιλόλιγνο ιερέα: «με μακρουλό, χλομό πρόσωπο και επιμήκη, γκρίζα ασθενικά γένια» (σελ. 37), τον Θεόδωρο Στουδίτη.  Αυτός την πληροφορεί ότι τα πράγματα στην Πόλη έχουν γίνει πολύ δύσκολα επί αυτοκράτορος Λέοντος του Ε΄ και του πατριάρχη Θεοδότου. Μάλιστα της είχε μηνύσει μια φορά να πάει η ίδια το πρόσφορο, με απόλυτη μυστικότητα. Έτσι μαθαίνουμε ως αναγνώστες/στριες το θέμα της εικονομαχίας και ότι ο εικονόφιλος Στουδίτης προετοίμαζε τη λιτανεία των εικόνων και ζήτησε τη βοήθεια της Κασσίας, η οποία έδρασε δεόντως για να πάνε πολλοί χριστιανοί στη μονή Στουδίτη και να έχει απήχηση. Η Κασσία αποδείχθηκε πολύ δυνατή.

Βέβαια, ο Θεόδωρος Στουδίτης φυλακίστηκε από τον αυτοκράτορα Λέοντα τον Ε΄, ο οποίος δολοφονήθηκε για τους διωγμούς που επέβαλε στους εικονόφιλους και τον διαδέχτηκε ο πατέρας του Θεόφιλου, ο Μιχαήλ Β΄. Όσον καιρό ο Στουδίτης είναι φυλακισμένος επικοινωνεί με τη μορφωμένη Κασσία με επιστολές, οι οποίες εγκιβωτίζονται ως διακείμενα στο σώμα του μυθιστορήματος και φωτίζουν πτυχές της τότε θρησκευτικής διαμάχης.

Η Κασσία αποφασίζει να αφιερώσει τη ζωή της στον Χριστό, δηλαδή να μπει σε μοναστήρι και να γίνει νύμφη του Χριστού. Οι γονείς της δε συμφωνούν και προσπαθούν να την αποτρέψουν. Είναι μια όμορφη νέα κοπέλα που γνωρίζει καλά τι θέλει για τη ζωή της. Συχνά βλέπει στο όνειρό της τη Μαρία την Αιγυπτία και άλλους πειρασμούς, τους οποίους αποτρέπει με τη δύναμη της πίστης της. Δεν είναι πάμπτωχη, όπως η Λεόντιον, καθώς ο πατέρας της ως στρατιωτικός ανήκει στον κύκλο του αυτοκρατοτικού παλατίου.

Εντωμεταξύ, ο καιρός περνάει και το παλάτι ταράζεται από τη δολοφονία του εικονοκλάστη αυτοκράτορα Λέοντα του Ε΄, ο  Θεόδωρος Στουδίτης γύρισε στη Μονή Στουδίου, η Κασσία εντωμεταξύ ασχολείται με φιλανθρωπικά έργα. Ο νέος αυτοκράτορας, Μιχαήλ Β΄, θέλει να κατευνάσει τα πνεύματα. Η μητριά του Θεόφιλου, η αυτοκράτειρα Ευφροσύνη, προσπαθεί να βρει νύφη για τον μελλοντικό  διάδοχο του θρόνου, τον Θεόφιλο. Οργανώνει στο παλάτι την τελετή «εκλογής νύφης», όπως συνηθιζόταν τότε, ώστε μέσα από κάποιες ερωτήσεις να δοκιμαστούν οι υποψήφιες και να γίνει η επιλογή της πλέον κατάλληλης συζύγου για τον μελλοντικό αυτοκράτορα.

Η Κασσία πιέζεται πολύ από τους γονείς της ως έξυπνη, μορφωμένη και πολύ όμορφη να μπει στη λίστα. Τελικά, πείθεται και θα τη συνοδεύσει στο παλάτι ο πατέρας της. Δέχεται σκεπτόμενη ότι θα μπορέσει να επηρεάσει τον αυτοκράτορα στο θέμα των εικόνων. Ωστόσο, Βούλγαροι και Άραβες συνεχίζουν την πίεση στην αυτοκρατορία.

Ανάμεσα στις πολλές κοπέλες υπάρχει και μια που ξεχωρίζει στο αυτοκρατορικό νυφοπάζαρο -πέρα από την Κασσία-, είναι η Θεοδώρα από την Παφλαγονία, που οι φήμες έλεγαν ότι προερχόταν από εικονόφιλη οικογένεια. Κατά τη διαδικασία της επιλογής ο μελλοντικός αυτοκράτορας, ο Θεόφιλος, οφείλει να κάνει ερωτήσεις στις υποψήφιες νύφες για να τις δοκιμάσει, διότι υπήρχε και το πρόσφατο παράδειγμα προς αποφυγή της Ειρήνης της Αθηναίας με τις δολιοφθορές της, που τύφλωσε τον ίδιο της τον γιο.  Όταν ήρθε η σειρά της Κασσίας ο Θεόφιλος της είπε: «Από τη γυναίκα προήλθαν όλα τα κακά», υπονοώντας την Εύα, και η Κασσιανή του απάντησε: «Αλλά και από τη γυναίκα προήλθαν όλα τα καλά» (σελ. 212), υπονοώντας την Παναγία, η οποία έφερε στον κόσμο τον Θεάνθρωπο. Εξ αιτίας αυτής της απάντησης η Κασσία έχασε τη θέση της συζύγου, διότι θεωρήθηκε από τον ίδιο «αναίδεια», «Να τη βράσω την ομορφιά και την καλλιέργειά της! Αυτή η κοπέλα είναι ατίθαση». Σε αυτό συμφώνησε και η μητριά Ευφροσύνη, οπότε επιλέχθηκε ως σύζυγος η Θεοδώρα. Βέβαια, ο Θεόφιλος φαίνεται ότι είχε δει σε κάποια απρόβλεπτη στιγμή την Κασσία και του άρεσε ιδιαίτερα, αλλά στην απάντησή της είπε απογοητευμένος: «Καλύτερα να σιωπούσες, γυναίκα» (σελ. 212).

Μετά από αυτό το περιστατικό η Κασσιανή έπεισε τους δικούς της και κλείστηκε σε μοναστήρι, όπως ήταν και η θέλησή της. Έγραφε ύμνους, ήταν πάντα υποδειγματική στην πίστη και τη δράση της, όπως και στη σχέση της με τις άλλες μοναχές. Λέγεται ότι ως αυτοκράτορας ο Θεόφιλος την είχε επισκεφθεί στο μοναστήρι, στο οποίο η Κασσία με τη δράση της είχε δώσει εξαιρετική αίγλη και επιτελούσε πλούσιο φιλανθρωπικό έργο. Γέρασε και πέθανε ήσυχα ως μοναχή, σύμφωνα με τη βαθιά της πίστη. Έλεγαν, μάλιστα, ότι έβγαινε μύρο από τον τάφο της.

Στα κεφάλαια Α- Θ παρουσιάζεται η ζωή της Λεόντιον, η οποία ζούσε σε ένα απομονωμένο χωριό στη Μικρασιατική ακτή. Η οικογένειά της εργαζόταν στη γη, αλλά τα εισοδήματα ήταν ελάχιστα και ουσιαστικά πεινούσαν. Τυχαία την είδε ένας περαστικός πλούσιος ασχημάνθρωπος, ο Ερμησιάναξ από την Κολοφώνα που του άρεσε πολύ με την πρώτη ματιά και ο οποίος επέστρεψε μετά από κάποιους μήνες στο χωριό της για να τη ζητήσει από τον πατέρα της. Τα χρήματα, που έδωσε ως αντάλλαγμα στην οικογένειά της, ήταν αρκετά, καλύτερα πολλά για εκείνη την πάμφτωχη οικογένεια,  οπότε το κορίτσι δέχτηκε να ακολουθήσει τον άγνωστο άνδρα και η η οικογένειά της έζησε καλύτερα στο εξής. Η Λεόντιον ήταν τότε ένα κορίτσι άβγαλτο, 15 χρονών, άβουλο και πεινασμένο, που δεν είχε φύγει ποτέ από το σπίτι της.

Ο άγνωστος ξένος την έφερε στον χώρο του στην Κολοφώνα της Μ. Ασίας (σήμερα περίχωρα της Σμύρνης). Εκεί ο ξένος της φέρθηκε άψογα, κοντά του χόρτασε, άλλαξε η όψη της, ντύθηκε όμορφα, είχε δούλους που την πρόσεχαν και δεν της έλλειπε τίποτα, οι πρώτες σκέψεις της να δραπετεύσει από εκεί της έφυγαν. Βέβαια, νοσταλγούσε το σπίτι της, οπότε αργότερα επισκέφθηκαν την οικογένειά της και χάρηκε που ζούσαν άνετα. Ο Ερμησιάναξ όταν επέστρεψαν συνέχισε να απομονώνεται όλη την ημέρα, πράγμα που παραξένευε τη Λεόντιο, απορούσε τι να έκανε αυτός ο ξένος, που κλεινόταν σε ένα χώρο όλη την ημέρα. Όταν συναντιόντουσαν της φερόταν όμορφα, την ξεναγούσε στον έναστρο ουρανό, στη μυθολογία του Έσπερου, του Άτλαντα και της Σελήνης και μετά κλεινόταν, όπως πάντα στο δωμάτιό του. Δεν είχαν κοιμηθεί, ακόμα, μαζί και η μικρή Λεόντιον πολλά έβαζε με τον νου της. Υπήρχε  για αυτήν ένας γρίφος, οπότε τον παρακολούθησε, μπήκε στο άδυτό του και είδε ότι έγραφε σε παπύρους, μέσα σε έναν χώρο με άπειρα βιβλία. Διάβαζε Ησίοδο, έγραφε ερωτικά ποιήματα, είχε μια τεράστια βιβλιοθήκη. Ο Ερμησιάναξ ήταν ποιητής της Σχολής του Φιλητά στην Κω. Είδε το ενδιαφέρον της Λεόντιον για τους παπύρους και για μάθηση και της επέτρεπε να μελετάει και να συζητούν ό,τι την απασχολεί.

Η Λεόντιον ανακαλύπτει, σταδιακά, ένα νέο πνευματικό σύμπαν, την αρχαία ελληνική φιλοσοφία, την ποίηση,  την τραγωδία, τη Σαπφώ και τον Αρχίλοχο, τον Σωκράτη, τον Πλάτωνα και όλα την έλκουν ιδιαίτερα. Την πήγε στην αγορά του Κολοφώνα και της αγόρασε πολλά ρούχα, πόρπες, σανδάλια κ.ά. Πήγε μαζί του σε απαγγελίες ποίησης στου Φιλητά, στους ήχου της άρπας, αργότερα του αυλού με νεαρές χορεύτριες. Εκεί γνώρισε και τον ποιητή Θεόκριτο με τη μαϊμού που είχε φέρει από την Αίγυπτο και συμπλήρωνε το σκηνικό, εντείνοντας το κέφι με τα καμώματά της. Είχαν μετακομίσει ‘ηδη στην Κω, στη σχολή ποιητών του Φιλητά, όπου: «Σπουδαίοι ποιητές, από κάθε μεριά του κόσμου, περνούσαν από τη σχολή, διδασκόμενοι και διδάσκοντες» (σελ. 91). Πολλοί έγραφαν σπουδαία ειδυλλιακά ποιήματα. Μετά τις πρώτες αμφιθυμίες και ταλαντεύσεις, που καθόλου δεν πλησίαζε τον ασχημάνθρωπο, αρχίζει μέσα από τον στοχασμό και την άριστη σε αυτήν συμπεριφορά του να τον συμπαθεί και αλλάζει η ζωή της. Γίνεται όχι δούλα του, αλλά γυναίκα του, που μελετάει μαζί του φιλοσοφία. Στη Σχολή που υπήρχε τότε στην Κω μαθαίνει πολλά και ζει ως εταίρα. Έχει αποκτήσει μαζί του μία κόρη, τη Δανάη. Είναι πολυζήτητη στις παρέες λόγω της εξυπνάδας της.  Η Λεόντιον ήταν έξυπνη νέα, απόκτησε μόρφωση και άλλαξε η ζωή της. Δε συμφωνούσε με τον Ερμησιάνακτα όταν έλεγε ότι ο Όμηρος ήταν ερωτευμένος με την Πηνελόπη (σελ. 92).  Πέρασε τρία χρόνια στην Κω μαζί του και γνώρισε πολλούς δίπλα του, έμαθε πολλά και ξημεροβραδιαζόταν στις βιβλιοθήκες. Εκεί γνώρισε έναν ξένο από την Αθήνα, της μίλησε για φιλοσοφία και τι γίνεται στην Αθήνα, αλλά έφυγε για την Αίγυπτο. Ρώτησε για τον Επίκουρο, της είπαν ότι έχει τον Κήπο στην Αθήνα. Στη βιβλιοθήκη μελετούσε την επικούρεια φιλοσοφία ως στοχασμό και στάση ζωής.

Έφυγε για την Αθήνα, πολλά είδε και έμαθε και εκεί τους τελευταίους μήνες, έψαχνε να πιαστεί από κάπου. Πέρασε έξω από την Ακαδημία Πλάτωνος, επισκέφθηκε το Λύκειο του Αριστοτέλη και φτάνει στον Κήπο του Επίκουρου, με ολόγυρα τα μικρά σπιτάκια. Είναι καλοκαίρι απόγευμα, η αττική φύση είναι υπέροχη, εκεί συναντάει τον ξένο που είχε δει άπαξ στην Κω. Αυτός της συστήνεται, είναι ο Έρμαρχος και της συστήνει τους: Ιδομενέα, Μυ, Μητρόδωρο και τον δάσκαλο Επίκουρο (σελ. 161) και αργότερα τον Τίμαρχο. Ακολουθεί στη ζωή της τον τρόπο ζωής των Επικουρείων. Ερωτεύθηκε τον ηλικιωμένο φιλόσοφο, τον Επίκουρο, ο οποίος την προέτρεπε να χαρεί την ηδονή με τον Τίμαρχο.  Εκεί στον Κήπο του Επίκουρου όπου παρακολουθεί τη διδασκαλία του, γνωρίζει καλύτερα τον ίδιο, συνομιλεί μαζί του, τον θαυμάζει και αν και είναι πολύ μεγαλύτερός της γίνονται για λίγο ζευγάρι. Ο Επίκουρος λόγω ηλικίας και χωρίς να ζηλεύει την παρακινεί να γνωρίσει κάποιον νεότερο για να ζήσει τη ζωή της. Έτσι έρχεται πολύ κοντά με τον Μητρόδωρο της Σχολής, ο οποίος γίνεται μόνιμος σύντροφός της.

Αλληλοφροντίζονται ως ζευγάρι, μένουν σε ένα από τα σπιτάκια του Κήπου και απόκτησε με αυτόν δύο παιδιά. Η ζωή της εκτυλίσσεται παράλληλα με τη ζωή στην Αθήνα και τις διδασκαλίες στο Κήπο του Επίκουρου, έως τα γηρατειά της. Γέρασε όμορφα και χωρίς τον φόβο του θανάτου, τον οποίο αναμένει ήρεμη. Ειδοποιείται η κόρη της, η οποία την επισκέπτεται και ακούγονται οι τελευταίες συμβουλές της μάνας στην κόρη και ο ήρεμος θάνατος της Λεόντιον. Ο θάνατος δεν την τρόμαζε, καθώς όσο αυτός απουσίαζε δεν υπήρχε η αίσθηση του φόβου του και όταν ήρθε ο θάνατος δεν υπήρχε η αίσθηση που προκαλεί φόβο, όπως ήταν και η θεωρία των Επικούρειων. Σύμφωνα, με τους επικούρειους κανόνες έζησε η Λεόντιον, απόλαυσε την ηδονή, έμαθε πολλά και τελείωσε ήρεμα τη ζωή της.

Το μυθιστόρημα ολοκληρώνεται τόσο με το κεφάλαιο 0 ( το μηδέν αποτελεί στα σύγχρονα μαθηματικά αριθμό), στο οποίο μιλάει ο συγγραφέας σε γ΄ πρόσωπο, ως παντογνώστης αφηγητής, για το χειρόγραφό του, την εσωτερική αγωνία του και την πορεία του  προς τον εκδότη, όσο και με τον «Επίλογο». Στον «Επίλογο δίνονται διευκρινίσεις  από τον συγγραφέα για τις πηγές του και τις δύο ηρωίδες του, τη Λεόντιο της Κω και της Αθήνας και την Κασσία ή Κασσιανή επί αυτοκράτορα Θεόφιλου. Ακολουθούν οι «Σημειώσεις», πολύ σημαντικές για τον/την επαρκή αναγνώστη/στρια ή και για καθέναν και καθεμία αναγνώστη/στρια και η βιβλιογραφία, ελληνική και ξένη. Η επιλεγμένη βιβλιογραφία από τον δημιουργό είναι σημαντική, καθώς αποκαλύπτει τις πηγές μελέτης του, το αόρατο υλικό του, που έδωσε φτερά στην έμπνευσή του για το διπλό ιστορικό μυθιστόρημα, που τοποθετείται σε μεταιχμιακές ιστορικές συνθήκες.

Τέλος, οι δύο κύριοι γυναικείοι χαρακτήρες εξελίσσονται, ανάλογα με τα περιβάλλοντα και τα κοσμοείδωλα της εποχής τους, τα οποία ο συγγραφέας αναπαριστά και φωτίζει εύστοχα με τη γραφή του και την κινηματογραφική τεχνική φωτός και σκιάς, μέσα από τη ρέουσα γραφή του, διαπλέκοντας το ατομικό με το συλλογικό. Πρόκειται για ένα βιβλίο που διαβάζεται άνετα, που έλκει τον/την αναγνώστη/στρια και που εξάπτει τη φαντασία του/της να δει την εξέλιξη των ηρωίδων και των άλλων ηρώων, παρακολουθώντας, παράλληλα, και τη συνολική ζωή του κόσμου στην Κω και την Αθήνα, τόσο όσο είναι αναγκαίο.

Η εκδοτική παρουσία του βιβλίου είναι υπέροχη, με την εικονογράφηση, η οποία συνομιλεί με το περιεχόμενό του και με την επιλογή της γραμματοσειράς που δεν κουράζει τον αναγνώστη.

Συγχαρητήρια αγαπητέ Γρηγόρη και καλοτάξιδο το εξαιρετικό βιβλίο σου.

 

 

 

 

Δρ Χριστίνα Αργυροπούλου, Επίτιμη Σύμβουλος του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου Ελλάδας, συγγραφέας, ποιήτρια

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.