You are currently viewing Αριστούλα Δάλλη: Ελένη Α. Σακκά «Μα γιατί τώρα;», ποίηση, εκδόσεις Το σκαθάρι, 2025.

Αριστούλα Δάλλη: Ελένη Α. Σακκά «Μα γιατί τώρα;», ποίηση, εκδόσεις Το σκαθάρι, 2025.

«Μα γιατί τώρα;», είναι ο τίτλος της νέας ποιητικής συλλογής της Ελένης Σακκά.

Ένα ερώτημα με πολλά σχήματα επικοινωνίας, το οποίο αφήνει ανοικτό ποιος είναι ο πομπός και ποιος ο αποδέκτης. Ο αναγνώστης, ίσως πριν πάρει την απάντηση της ποιήτριας, θα ήταν σκόπιμο να εντρυφήσει στην ποιητική της γραφής και ν΄ακούσει τα σπαράγματα και την ηχώ της φωνή της.

 

Η ποίηση για την Ελένη Σακκά και οι λογοτεχνικοί προσωπικοί της δρόμοι, είναι στρωμένοι με λέξεις και χρώματα, φως και σκοτάδι, στίξεις και αντιστίξεις, ερωτήματα και απαντήσεις και αφορά τον γνωστικό και αυτό-αναφορικό τρόπο κοσμοαντίληψής της.

 

Οι τρεις συλλογές της «Το πορφυρό της φλέβας σου»,2023, «Ρωγμή στο βλέμμα σου»,2024 και «Μα γιατί τώρα;»,2025  αποτελούν μια τριλογία και ακολουθούν την ονειρική σειρά των εικόνων, έτσι όπως τέθηκε από τον Sigmund Freud στην θεωρία της ερμηνευτικής των ονείρων.

Δηλαδή ότι, το πρώτο όνειρο θέτει το θέμα, το δεύτερο ανοίγει  με εικόνες την θεατρική σκηνή του ονείρου και το τρίτο δίνει την πιθανή αναλυτική λύση.

Είναι θέμα ο έρωτας, η μνήμη του βιωμένου χρόνου, η υπαρξιακή παρουσία ή απουσία, το τραύμα, για να γεννηθεί ένα ποίημα;

Είναι η ποίηση γλώσσα με άφωνα φωνήεντα ή μόνο σύμφωνα τρόπος έμμεσος για ν΄ ακουστεί η φωνή της δημιουργού ;

 

Μέσα από ένα καλειδοσκόπιο η Ελένη Σακκά ξεδιπλώνει και φωτίζει τις ποιητικές εικόνες, άλλοτε μεταμορφωμένες  και βυθισμένες στον ψυχικό πόνο και άλλοτε μετατρέποντας την υλικότητα τους  σε πνευματικότητα.

 

Λεκτικές εικόνες τα ποιήματά της, ντυμένα με ρεαλιστική ή φανταστική φύση, με συμβολισμούς, μαγικό ρεαλισμό και μεταφορές, αγγίζουν τον αναγνώστη με την αισθαντικότητα, την αντιληπτική ικανότητα των ερεθισμάτων στα βιωμένα εσωτερικά και εξωτερικά  τοπία με την αποδοχή ή την απώθηση τους.

Καταγράφει την αλληλεπίδραση, την σημαντικότητα της υποκειμενικότητας και της διυποκειμενικότητας των ανθρωπίνων σχέσεων μέσα στον χρόνο. Αναγνωρίσιμο το τότε και το τώρα σε προσωπικό και συλλογικό επίπεδο, το Εγώ και το Εσύ συνομιλούν με ασίγαστο πάθος για τον βιωμένο διαχρονικό έρωτα και τους αναβαθμούς του, τις προσδοκίες και τις απώλειες.

 

Κεντρικός άξονας της θεματολογίας στην ποίηση της Ελένης Σακκά είναι ο υπαρξιακός προβληματισμός, ο χρόνος σε όλες τις εκφάνσεις και μορφές του, οι μνήμες, η συσχέτιση και η συνύπαρξη του προσωπικού και του κοινωνικού γίγνεσθαι. Σταθερές παράμετροι η ζωτικότητα του πορφυρού αίματος στις φλέβες, η ενορμητική  δύναμη του έρωτα και οι συγκινήσεις του  σώματος μέσω των ρωγμών των αμυντικών μηχανισμών, η αναγνώριση του ενστίκτου της ζωής και του θανάτου.

Βασικό θέμα του ποιητικού υποκειμένου, που με στραμμένο το βλέμμα προς τον έξω και τον έσω κόσμο ρωτάει και ζητάει απαντήσεις, είναι η σχάση της πρωτογενούς δομής του εαυτού  και η εξελικτική φάση της ωριμότητας του Εγώ μέσα απ΄ όλες τις ανατροπές και τις ματαιώσεις.

 

Την προσωπική αντωνυμία «σου», την βρίσκουμε στις δύο προηγούμενες ποιητικές συλλογές, χωρίς να απευθύνεται αποκλειστικά στο δεύτερο πρόσωπο-δηλαδή ενός σημαντικού απέναντι άλλου- αλλά ίσως απευθύνεται συγχρόνως στο πρώτο πρόσωπο «μου», όταν αφορά έναν εσωτερικό διάλογο της ποιήτριας στις δύο καταστάσεις του Εγώ. Μαζί συγκροτούν ένα διάλογο για την ανθρώπινη ύπαρξη, εξερευνώντας την ταυτότητα, τις προσδοκίες και τα οράματα, μνήμες ασπρόμαυρες ή έγχρωμες γεμάτες χρώματα τονισμένες με χαρακτηριστική εκφραστικότητα. Οι μορφές της, πραγματικές ή αλληγορικές,  αιωρούνται στον χωροχρόνο ανάμεσα στο τότε και το τώρα, στην παρουσία και την απουσία.

«Δεν μπορεί κανείς να σε γνωρίσει / Καλύτερα απ’ όσο σε γνωρίζω», μας προϊδεάζει η ποιήτρια με τα λόγια του Πολ Ελιάρ στην προμετωπίδα του βιβλίου της «Ρωγμή στο βλέμμα σου».

 

Για αυτές τις ρωγμές, βιωμένες με τις αισθήσεις και τις αντιθέσεις μέσα στη σιωπή και τη μοναξιά, με βεβαιότητες και αβεβαιότητες, μ΄ εκχωρήσεις και αναχωρήσεις, με αμαρτίες και συγχώρεση, με μοναχικές αντοχές και περιπλανήσεις, ευέλικτες ή άκαμπτες, γράφει στίχους η ποιήτρια χαράζοντας τον πυρήνα του ποιητικού λόγου της.

 

«Ρηγματώνονται οι σχέσεις με τα χρόνια / και το κύμα αδυνατεί / να διαβρώσει και να λειάνει / την τραχιά επιφάνεια των βράχων./ Τότε οι λέξεις γίνονται στίχοι / εκεί, στο απόκρημνο ακρωτήρι / της ποίησης.» («Στο πορφυρό της φλέβας,», σελ. 7).

 

Με την δεύτερη συλλογή «Ρωγμή στο βλέμμα σου», η ποιήτρια επεξηγεί πώς ένα βλέμμα, μια υπόνοια, ένα καθρέφτισμα στα μάτια του άλλου ή του ίδιου ποιητή-εαυτού έχει την δύναμη να ανατρέψει πεποιθήσεις και δοξασίες ριζωμένες βαθιά στο υποσυνείδητο και στο ασυνείδητο, ξεπερνώντας τον προσωπικό  φόβο για το ανοίκειο και την άρνηση της αποδοχής μιας αλλότριας υπαρξιακής πραγματικότητας στο χρόνο.

«Στο βλέμμα σου μαίνονται / χίλιες σιωπές πληγές / [….] Αμετάκλητη καθίσταται / η παλίρροια των θαλασσών. / Ναυαγούν οι συναντήσεις μας / κι εγώ / πνίγομαι στην απουσία σου.», γράφει στο ποίημα «Φεγγάρι του οξύρρυγχου», σελ. 16.

 

     Και στο ποίημα «Το φιλί που αρνήθηκες», σελ.42 της ίδιας συλλογής γράφει για την ματαίωση, το ψέμα και την ήττα, για τα αίτια και τα αποτελέσματα της ρωγμής, για τη δύναμη του βλέμματος

 

«Τις φοβάμαι τις λέξεις / κρύβεται στους φθόγγους η αλήθεια τους / λένε «έρωτας» κι εννοούν «θανάτους» / γράφουν «μου λείπεις» / και σημαίνει «είμαι απών». / Σ΄ εκείνο τον περίπατο  στην πόλη / μαζί τις αρνηθήκαμε. / […] /όποιος δεν αντέξει  / παραδίνεται στη φλόγα μ΄ένα φιλί./ Ηττημένοι βρεθήκαμε κι οι δυο».

 «Στη σιωπή μεταξύ μας / καμία λέξη δεν είναι τόσο δυνατή / […] αρκεί και μόνο / ένα σου βλέμμα».

 

Κομβικό σημείο το «βλέμμα» για το ποιητικό υποκείμενο καθώς αναζητά σ΄ αυτό τις αλήθειες και τα ψέματα, το φως και τις σκιές, τις ερωτήσεις και τις απαντήσεις, αναγνωρίζοντας με τη μνήμη και την ποίηση τη μορφή μέσα στο άυλο  και την ύλη.

 

Στην πρόσφατη συλλογή της με ανοιχτό το ερώτημα «Μα γιατί τώρα;» χωρίς να είναι ευδιάκριτη η προσωπική αντωνυμία  «σου/μου», αν δηλαδή αφορά το ίδιο πρόσωπο ή άλλο σημαντικό πρόσωπο ή αν μιλάει σαν alter ego, διακρίνουμε την υπαρξιακή αγωνία για την απάντηση και την λύση του θέματος.

 

Ίσως όμως η απάντηση υπάρχει στο ποίημα «υποθετικός λόγος» της συλλογής «Ρωγμή στο βλέμμα». Είναι ένας θεατρικός διάλογος, είναι ίσως η προ-οικονομία της ποιητικής που ακολούθησε, «Μα γιατί τώρα;». Το αντιγράφω όπως ακριβώς παίζεται  ανάμεσα στο «εγώ» και το «εσύ» του άλλου ή του ίδιου του εαυτού της..

Η ποιήτρια μέσα απ΄αυτή τη ρωγμή γίνεται παρατηρητής-θεατής και ακούει:

 

 «Που είσαι;»

 «Εδώ είμαι

Πάντα θα είμαι εδώ για σένα».

Καταφυγή βεβαιότητας ή άρνηση

Αποφυγή ή αναζήτηση;

Αναπάντητο παραμένει το ερώτημα

Όσο κι αν προσπαθώ ν΄ αποδεχθώ

την απόμακρη ύπαρξή σου

καθώς πασχίζεις να διαγράψεις

ότι δεν κατανοείς.

Κλειστή η πόρτα

Κανένα παράθυρο ανοιχτό

Κανείς δεν ακούει

Κανείς δε ρωτάει.

Μόνο οι δικές μου πόρτες ανοιχτές

Τα παράθυρα δίχως παντζούρια

Βρέχει, χιονίζει

Όλες οι εποχές μέσα στο σπίτι.

Κι εκείνος ο ήλιος δε λέει να φωτίσει

Κι όλο και σκιάζει όσους αγάπησα.»

 

Από εδώ η ποιήτρια πιάνει ξανά το νήμα των συλλογισμών της, το τέλος της ρωγμής του βλέμματος γίνεται η αφετηρία για βαθύτερη ενδοσκόπηση με προσμονή μιας άλλης ημέρας μετά τα μεσάνυχτα κάτω από τους ήχους της «Τζαζ μουσικής».

 

«Το φως σου / φως μου / έχει την αθωότητα της νιότης / το πάθος του ανέκφραστου / τη ρωγμή της αλήθειας / στη ζωή που πορεύεται ερήμην μας, / το χαμόγελο που λυτρώνει / από τον θάνατο των στιγμών / έχει το βλέμμα σου, το άγγιγμα σου /έχει τη δύναμη της αποφασιστικότητας. /Τώρα / φίλησε με / Τώρα / ένα λεπτό μετά τα μεσάνυχτα».

 

Και ο χρόνος κυλάει, μεταλλάσσεται σε μια οικεία ή ανοίκεια μορφή μετά τα μεσάνυχτα, σ΄ έναν έντιμο χρόνο χωρίς να ρωτάει ή να περιμένει.

Πότε ήταν το «Τότε» και πότε είναι το «Τώρα»; διερωτώνται ποιήτρια κι αναγνώστης. Επώδυνη η αναγνώριση στις εποχές του χρόνου και τις αναπόφευκτες εξελικτικές φάσεις της ζωής.

Αλλαγές απρόσμενες. Εύθραυστη αναμέτρηση, εύθραυστη ισορροπία.

Ερωτικό υποκείμενο και αντικείμενο, εγώ κι εσύ, ο ένας απέναντι από τον άλλον, εναλλάσσονται οι ρόλοι διεκδικώντας την υπεροχή με το κτητικό παντοδύναμο Εγώ για ένα πολύτροπο ποίημα που θα τα έχει όλα. Επιθυμία πρωτόλεια για αγάπη και μοναδικότητα.

Με το πρώτο ποίημα «Εύθραυστη αναμέτρηση» στη σελ.19 της συλλογής «Μα γιατί τώρα;», γράφει:

   «Ένα ποίημα μόνο για μένα / Θέλω να γράψεις / που να πεθαίνει κάθε στιγμή κι ύστερα ν΄ανασταίνεται / […], / Δίχως εικόνες  να΄ναι / άτρωρο στο φόβο της απώλειας / και πέρα απ΄τις γνωστές αισθήσεις. / Να οδεύει σε ακατέργαστο χρόνο / να γίνεται άγγιγμα δίχως πόνο / και φιλί χωρίς αφή./ όμως και πάλι θα εξακολουθεί  / ευάλωτο να είναι / σε κάθε « Σ’ αγαπώ» σου./

 

Η ποιήτρια βιώνει τη ζωή μέσα από τις αντιθέσεις. Η δύναμη της βιωμένης μοναδικότητας στην ερωτική σχέση μπορεί να είναι γέφυρα για το πέρασμα στην απέναντι όχθη του αδηφάγου χρόνου, του επέκεινα, ακόμη και με την εκχώρηση του εαυτού.

Προσωπική  θυσία της αθωότητας και της εμπιστοσύνης, σε μια ερημική συνάντηση κατακερματισμένη από απρόσμενες μπόρες εγκατάλειψης κρυμμένες στην άκρη του δρόμου.

Μ΄ένα φιλί στο μάγουλο, αγάπης ή προδοσίας, η παράδοση στο θάνατο.

 

« Ζωή και θάνατος / ένα φιλί τους ενώνει / ένα φιλί τους χωρίζει».

 

Η Άννα Ποταμιάνου ψυχαναλύτρια συγγραφέας του βιβλίου «Μονοπάτια του θανάτου-στίξεις κι αντιστίξεις» γράφει για την σχέση του ανθρώπου με τον θάνατο, όχι μόνο ως βιολογικό γεγονός αλλά και ως βίωμα ψυχικό. Διερευνά το πως ο ανθρώπινος ψυχισμός δουλεύει και δουλεύεται από δυνάμεις φιλότητας και έριδας.

Σύμφωνα με την ψυχοδυναμική θεωρεία του S. Freud, η σκληρότητα μιας τιμωρητικής διάστασης μέσα μας που προσδιορίζεται από ασυνείδητες ενοχές και αυτό-καταστροφικές δράσεις, άλλοτε σιωπηλές κι άλλοτε κραυγαλέες, έδειξαν την αντινομία στην οποία υπόκειται ο ανθρώπινος ψυχισμός: διαδικασία ζωής και διαδικασία που αντιτίθεται στη ζωή. Και εμείς καλούμαστε να  σκεφτούμε επέκεινα.

 

Για αυτό το καθεαυτό «πέρα από το όριο» μας μιλάει η Ελένη Σακκά αγγίζοντας μεταφυσικά τα μονοπάτια του θανάτου, με όλες τις αντιθέσεις της ζωής, φως και σκοτάδι, πίστη κι απιστία, ύλη και πνεύμα.

Στο ποίημα «Οδοιπορικό ζωής», σελ.15. ζωντανεύει με τον στίχο στον παρόντα χρόνο τον παρελθόντα χρόνο  με τα όνειρα, τις προσδοκίες και τις απώλειες του.

 

«Ταξίδεψα σε ανέκφραστα σκοτάδια μοναξιάς

Εκεί όπου οι απώλειες και οι απουσίες

σημαδεύουν το κάθε γέλιο.

Όμως κανένα όνειρο δεν απαρνήθηκα

Όλα τ΄ αντίκρυσα κατάματα

Μέσα σε θύελλες και σπαραγμούς

Ανέπαφα σχεδόν τα διαφύλαξα.

[….]

Τις νύχτες με το χειμωνιάτικο φεγγάρι

Και τις κραυγές των λύκων

Με συντροφεύουν στο δρόμο της επιστροφής.

Άδειο ήταν το σπίτι με θέα

Χώμα και ουρανό.»

 

Με αινιγματική λύτρωση η ποίηση, υπαρξιακή ανάγκη να ζωντανέψει το ποίημα με μνήμες για ότι έχει χαθεί, για ότι έχει γλιστρήσει σαν άμμος μέσα απ΄τα δάχτυλα και τις μικρές ανάσες στο βυθό της θάλασσας.

Διαδικασία ζωής και θανάτου-δύο αντίθετες δυνάμεις που κυριαρχούν εναλλάξ η μία πάνω στην άλλη.

 

Πολλοί οι συμβολισμοί και τα αρχετυπικά μοτίβα. Η θάλασσα σε όλες τις εκφάνσεις της, το σπίτι, ανοιχτό ή περίκλειστο, με ή χωρίς παράθυρα, τα δένδρα σε όλες τις εποχές, οι δρόμοι της πόλης σε φως και σκοτάδι. Η ποιήτρια και η μοναξιά της, ως θερμό  ερωτικό ζευγάρι, δημιουργούν ένα ιδιωτικό κόσμο απέναντι στον υπαρξιακό φόβο και τις απώλειες.

Η ποιήτρια σ΄ ένα προσχέδιο μελλοντικού χρόνου σπρώχνει το όριο μακριά, στο επέκεινα όπου το σώμα βιώνει την νύχτα.

Γράφει στο ποίημα «Προσχέδιο αποχαιρετισμού», σελ. 18.

 

«Παραιτούμαι από τη ζωή / το σαρκίο μου κάποτε θα το βρούν /πεταμένο ανάμεσα σε σωρό από ψευδαισθήσεις./ οι οικείοι θα περισυλλέξουν τα οστά / και θα ρίξουν σε κάποια χοάνη ανυπαρξίας. / Ύστερα θα συνθέσουν ένα επικήδειο /προσπαθώντας να θυμηθούν αν με γνώρισαν ./ Λέξεις όπως: μοναξιά, απουσία, έρωτας, / φως, γέλιο, θάτρο, λάθη, ανατροπή, φυγή / θα τις αφήσουν απ΄ έξω ως απαγορευμένες./ Ναι, τώρα είμαι σίγουρη ότι με γνώριζαν καλά.»

 

Εδώ σπάει η σιγουριά της ποιήτριας για το «τότε και το τώρα». Διερωτάται, αν την ήξεραν οι γύρω της, γιατί δεν την αναζήτησαν, γιατί δεν  ανέτρεψαν τις καταστροφικές δυνάμεις της διαδικασίας του θανάτου, γιατί δεν στάθηκαν κοντά της, όταν ήταν παιδί, να πραγματώσει τα όνειρα της, να ολοκληρωθεί σαν γυναίκα και ύπαρξη πριν από τον αποχαιρετισμό;

 

«Είναι η αύρα της θάλασσας / που ανασύρει μνήμες με τ΄αηδόνια / κρυμμένα στις φυλλωσιές των δένδρων / και το φως του καλοκαιριού / ν΄αντιστέκονται στο σκοτάδι/ […]..Τ΄ρχω να σκαρφαλώσω εκεί / που οι ηλιαχτίδες δεν διεισδύουν / κρατώντας στα χέρια μου ένα μολύβι./ Σχηματίζω λέξεις ακατανόητες / και νοήματα δυσανάγνωστα./ Το αίνιγμα της ζωής δυσεπίλυτο / Το έζησα / Μου αρκεί.»  γράφει στο ποίημα «Αινιγματική λύτρωση», σελ.16.

 

Ο ποιητής Γιώργος Ρούσκας στην ποιητική συλλογή του « Ως άλλος Τάλως», 2019 , γράφει στο ποίημα του «στης Ακρόπολης τον υπόγειο σταθμό», σελ.9 για την βαθιά ανάγκη του βιωμένου χρόνου και τον πόνο της απώλειας του:

 

«Αχ! Διόνυσε εσύ που τα σφιχτά /των κορασίδων στήθη ορθώνεις /……πως το μπορείς ακίνητος να μένεις; / εσύ γλύπτη προικισμένε/ τίμησες άραγε τη ζωή που σου δόθηκε;/ ή ήσυχα στην τέχνη σου δοσμένος / δεν πρόκαμες να ζήσεις; /ή ζούσες μέσα απ΄την γλυπτική; / ίσως αυτό για σε να ήταν η ζωή /

…..Εσύ ποιητή /τιμάς τη ζωή όση σου δόθηκε / ή ήσυχα στην τέχνη σου απορροφημένος / να ζήσεις δεν προφταίνεις; / μόνο να γράφεις ξέρεις;/ αφήνεις το μολύβι σου που και που από το χέρι / ή μέσα από την ποίηση ζεις ότι απόμεινε;/».

 

Γι΄ αυτό που απόμεινε ζωντανό από τον χρόνο του τότε έως τον χρόνο του τώρα ρωτάει η ποιήτρια;

 

«Μα γιατί τώρα;»

 

Είναι το «γιατί» της απορίας αναφερόμενη στα ταξίδια της ζωής, στα ανέκφραστα σκοτάδια της μοναξιάς, εκεί όπου οι απώλειες και οι απουσίες σημάδευαν το κάθε γέλιο;

Είναι το «γιατί» του θυμού για την αδικία της προδοσίας και τις αλήθειες που ενέχουν ψέματα; Έρωτες που μέσα τους ξοδεύτηκε το παρελθόν και λόγια που αρνήθηκαν να ειπωθούνε;

Είναι το «γιατί» χωρίς «διότι» που μένει ανεξήγητο, ένα αβέβαιο κενό με βαριά σκιά, τη σκιά του θανάτου με την οποία γεννήθηκε, εκείνη που όταν σκοτείνιαζε ο ουρανός κυρίευε όλο το χώρο του σπιτιού και του εαυτού της;

«Πως χωράει τόση θάλασσα μέσα σ΄ένα δάκρυ; Διερωτάται

Ομιχλώδες το  τοπίο στο αίθριο του μοναστηριού./ Με τυλίγεις με το κασκόλ σου /απ΄τη μέση μ΄αγκαλιάζεις. Μετά μ΄αφήνεις να προπορεύομαι / ένα βήμα πιο μπροστά οδηγώντας σε / στην κόλαση ή στον παράδεισο»

 

Η Ελένη Σακκά μεταβαίνει απ΄ τις οδυνηρές μνήμες του παρελθόντος χρόνου σ΄ένα απολογισμό και μία αμφίβολη ισορροπία του «τώρα».

Συνομιλεί με τον σημαντικό άλλον, το ερωτικό Εσύ, και το άλλο δικό της εσύ, τον εσωτερικό εαυτό της, κεντώντας με τις μεταξωτές κλωστές και λέξεις   ένα νέο κέντημα, ένα ποίημα που ονειρεύεται σε άχρονο χρόνο, χωρίς όρια, εκεί όπου η ύλη μεταλλάσσεται σε πνεύμα, χωρίς σχήματα και περσόνες.

 

Γράφει ως απάντηση στο ερώτημα της, ίσως είναι και απάντηση του ονειρευτή αναγνώστη, στο ποίημα «Μετάβαση δίχως μνήμη» στη σελίδα 45.

 

«Όταν θα σε συναντήσω ξανά

 ο χρόνος δεν θα΄χει εποχές 

δεν θα κρυώνω ούτε θα πεινάω

τα παγωμένα μου χέρια

δεν θα μπορεί να τ΄αγγίξει κανείς

και το σώμα μου δεν θα΄χει ανάγκη

από αγκαλιές και φιλιά.

Όσο για την ψυχή μου δεν ξέρω

Να σου πω πως θα νιώθει.

Μόνο μην με ρωτήσεις γιατί άργησα να έρθω.

Δεν θέλω να θυμάμαι τα ναυάγια που έζησα».

 

 

 

Αριστούλα Δάλλη,  13/12/202

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.