Για πότε φτάσαμε στο “Εμείς”
για πότε καταστραφήκαμε,
καήκαμε ολοσχερώς
σε φλόγες που συντηρούσε ο πληθυντικός.
Δεν κατάφερα να φτάσω τη σκιά
των υπέροχων δέντρων
που φιλοξενούσαν ύπνο και έρωτα
απαθείς άγγελοι ημέρας και νύχτας.
Τώρα, στα μέρη που φωλιάζει η ελπίδα,
αγκαλιά με τον θάνατο, χέρι χέρι με την απελπισία
δύο δύο τα βλέμματα ζωγραφίζουν την επανάσταση.
Γριές δίχως σύνορα ξερνάνε τα σωθικά τους
την ώρα που κομμένα πόδια περιφέρονται
στους αχανείς διαδρόμους.
Εμείς στεκόμαστε στις μύτες των ποδιών
έτοιμοι να πετάξουμε ψηλά
οργώνοντας τα σύννεφα, χωρίς να νιώθουμε
τα μέλη μας, τα σκοτάδια μας,
τα πανάρχαια μυστικά των αφανών.
Μη μου ζητάς να ξεκουραστώ.
Βαδίζω από μέρα σε μέρα κι από καιρό σε καιρό
χωρίς μια ανάσα τριαντάφυλλα.
Αδιόρατες γραμμές στο πάτωμα μιλάνε
τη γλώσσα των δελφινιών σε παράδοξο νόμο
ενώ η μαμή ξεγεννάει θεούς χωρίς πιστούς
και δαίμονες δίχως υπηρέτες.
Καμένοι από την τραγωδία των ημερών
γδαρμένοι πέρα ως πέρα
σαν πρόβατα μετά τη σφαγή
ξεραινόμαστε κάτω από έναν ήλιο θεομπαίχτη
έτοιμο να ρουφήξει κάθε σταγόνα ζωής.
Μη μου μιλάς
Τα είπαν όλα αυτοί που έστειλαν
να καταστείλουν το δίκιο.
Κανακεύουν οι ετοιμοθάνατοι την ανομία
στα γόνατα πέφτουν τα αγριολούλουδα
ζητώντας παρακλητικά
να σωθούν απ’ την καταστροφή.
Ένας έφηβος, σαν των Αντικυθήρων,
τοξεύει τους ενόχους.
Τα κρυμμένα μυστικά των Βράχων
χαράζει στο δέρμα ή θάλασσα.
Μ’ ένα Όχι, μ’ ένα Ναι, θα αποκοιμηθεί,
ψέλνοντας τα οράματα των εραστών πριν την κορύφωση.
