Με ένα μολύβι, απόδειπνο στον Μόλυβο
Για μια ακόμη φορά η Σάρα Θηλυκού δίνει με την φρεσκάδα και τον τρόπο της γραφής της το παρών στο ποιητικό γίγνεσθαι και με το τελευταίο της πόνημα Μόλυβος, ελάχιστο απόδειπνο των εκδόσεων Νίκας.
Οι λέξεις της ταξιδεύουν σε μια διαρκή αναχώρηση μα και συνομιλία νοητή, νοερή, καλοκαίρια και χειμώνες, με αφορμή του Μολύβου το κάστρο, το γλαροπούλι, τα σκαλοπάτια, τα δέντρα, τη θέα, το άπειρο και πεπερασμένο της μοναξιάς, της φυγής και εγκαρτέρησης χωροχρόνο.
Συναγωνίζομαι τον γλάρο
άσπρος ο γλάρος εφορμά
όμως εγώ από ψηλά στο κάστρο
του αποσπώ τη λεία
έναν αφρό χαμόγελο του κύματος
μια αστραφτερή ριπή του ήλιου στα νερά
Ο στίχος της εύστοχα μας βάζει στο κάδρο του σύμπαντός της μα και στης φύσης το κάλλος. Στο ελάχιστο της λείας, του φωτός, του χαμόγελου, της ενόρασης. Και δεν σταματά μόνο εκεί το κύμα και η γεωγραφία των στιγμών γραφής. Όλα τα μέσα της, κύματα και χρώματα, ξανασυνθέτουν, υμνούν, παρηγορούν των αισθήσεών της τα παραλειπόμενα και υπαρξιακά δρώμενα, απορίες, σημεία και σημαινόμενα. Με ωμό ρεαλισμό, στη μέθεξη τοπίων και κυρίως με το υφαντό, το κερί, την πινελιά της αγάπης εξακτινώνονται λυρικά σε ένα:
ό,τι φοβάμαι
ό,τι αγαπώ
Κυλάει στίχο τον στίχο, σε όλα της τα ποιήματα σαν να βγήκαν ή να ήταν εκεί σε ενα μικρό ελάχιστο απόδειπνο η μαγωδία, παρουσία της αγάπης με το άλφα της το κεφαλαίο, λες και ήταν και είναι μα και θα ‘ναι και ύμνος μα και επωδός και γλυκός επίλογος μιας νύχτας ή και πολλών δρομολόγιο, σταθμός και πλαίσιο. Σε ελεύθερο στίχο, γλαφυρά και σοφά, χωρίς βαρύγδουπες λέξεις, πετρούλα πετρούλα, θρόισμα το θρόισμα συνταξιδεύουμε στις σελίδες του βιβλίου. Χωρίς κούραση καμιά και με αμεσότητα πολλών μηνυμάτων ανοίγουμε, ως θεατές, αναγνώστες, παρόντες απόντες του ελάχιστου απόδειπνου, τις σελίδες, τους στίχους .
Μιας και η ποίηση όπως και κάθε τέχνη ή και γενικώς… η τέχνη της ζωης που επί καθημερινής βάσεως θέλει δουλειά και ενσυναίσθηση, ιδρώτα και φαντασία, και που είναι ένας τρόπος, ένα μέσο, μια πρόκληση, στοίχημα για να συναντηθούν των ανθρώπων τα χνώτα, οι λαλιές και οι ματιές ασχέτως τόπου, χρόνου, χρωμάτων κ.ο.κ, έτσι και η συγγραφέας ως ποιήτρια – περιηγήτρια:
μαζί με έναν αέρα ερωτευμένο
μόνη τα σκαλοπάτια θα κατέβω,
α, πίσω πια δεν γυρνώ
ατενίζει το κάστρο του Μολύβου, αγκαλιάζει το τοπίο, αφήνεται στο δέος και στο κάλλος του Παντοκράτορα Δημιουργού, μα και στο φως των καλών εικόνων. Απλώνει το μολύβι της στα χαρτιά και στον χάρτη του Μολύβου και μας καλεί να ακούσουμε την ποίηση της.
Κοντά στα κύματα των λογισμών ξαναθέτει σαν ερώτημα και απορία στο άρρητο της ψυχής της ή και της σιωπής συμπέρασμα, σε μια άλλη της γραμμή απόδειπνου στη σελίδα 37:
ποια είμαι εγώ
ξένη, που καταγράφει
τα βήματα των άλλων
μιας και όλοι και ό,τι υπάρχει και δεν υπάρχει γύρω μας είναι ένα ξένο μα και γνώριμο τοπίο, καρδιά, λέξεις, εικόνες, γεύσεις μα και χρόνος, που συνεχώς αλλάζουν, καταγράφονται, σβήνουν, χάνονται, συνεχώς άνω θρώσκουν, γίνονται δέντρα και μνήμη και μνήματα στην όλη πορεία της ζωής. Ελάχιστοι είμαστε, είναι τα πάντα και τα ποτέ μας και όλοι/ες κάτω από τον ίδιο ουρανό πορευόμαστε ίσοι και στα ίσα. Και ο καθένας έχει το δικό του μολυβάκι, τον χρόνο και τον χώρο του, τις λέξεις και τις μη λέξεις στην πορεία της ζωής του.
Και η ανάγκη επικοινωνίας και επαφής με τον Άλλο, την Άλλη, τον διπλανό, τον ξένο, τον άγνωστο Χ, μεγάλη δοκιμασία μα και σημαντική σταγόνα στο πέλαγος της μοναξιάς, του πλήθους, των φόβων, που για να κυλούν τα γρανάζια του νυχθημέρου μας πιο καλά, πιο χαλαρά, πιο συν-ανθρώπινα, αναδεικνύεται και είναι το σημαντικότερο γιατρικό.
Μα με την αγάπη και τις όποιες αποχρώσεις της μόνο μπροστά κινείται της ζωής ο τροχός μα και ο δείπνος και το δεκατιανό και η όποια ενσυναίσθηση μα και ενδοσκόπηση των ονείρων και των πεπραγμένων της και στα λόγια μα και στα έργα.
Στην τελική στροφή, διαδρομή ζωής ως ξένοι, πρόσφυγες, παρόντες και απόντες, συνδαιτημόνες του σύμπαντος τώρα μα και του νυχθημέρου, οι λέξεις και οι επιγεύσεις των γραπτών και άγραφων στιγμών μας έρχονται και ξανάρχονται με ενα γειά, με ένα γεια διάσωσής τους τόσο λυτρωτικό, τόσο δοξαστικό που μας δίνει μια άλλη διάσταση. Και σε αυτό το μήκος κύματος αλλά και σε άλλα μυστικά και φανερά καλντερίμια, χρώματα, δώματα ψυχής και σώματος η ποίηση της Σάρας Θηλυκού μάς δείχνει δρόμους, μας παρατηρεί, μας οδηγεί.
Χρήστος Νιάρος, Μελβούρνη 2026
