ΤΡΙΑ ΜΙΚΡΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ
ΣΥΛΛΕΚΤΗΣ
Μαζεύω δυο τρεις λέξεις σου
εύφλεκτες
τις κάνω ένα σωρό
φυσώ ψυχή
και με ένα σπίρτο τις ανάβω
ζεσταίνεται ο χειμώνας
ξεπαγώνει
με τη φλόγα υγραίνεται το κρύσταλλο
Καυτή σταγόνα στην παλάμη σου
δακρύζει
ΔΙΑΡΚΩΣ
Είσαι το υποκοριστικό
μιας τρυφερότητας
μέσα μου διαρκώς
μεγεθύνεσαι
ΤΑΙΡΙΑΖΕ
Κι έμεινε από εκείνη τη μέρα σιωπηλός
ταίριαζε πιο πολύ η σιωπή
στον έρωτά του
αυτή η μέσα ανάσα σαν κύματος αθέατου
βοή
εκείνος ο παλμός αριστερά
του βλέμματος συνοδοιπόρος
σεισμός υπόκωφος
αδιάφορος στου νου
κάθε φορά
τα αναχώματα
