Ποίηση που μεγεθύνει τον χρόνο
Στο νέο του ποιητικό βιβλίο, Το κυνήγι της στιγμής. 25 ποιήματα και θεατρικό μονόπρακτο (εκδ. Κουκκίδα, 2025), ο Δημήτρης Ζάχαρης συνομιλεί σαφώς με τον χρόνο, χωρίς να καθιστά τη συνομιλία αυτή αναμέτρηση, διότι δεν τίθεται θέμα νικητή. Νικητής είναι πάντα ο χρόνος, ο οποίος αδιαφορεί για τις ανθρώπινες ανησυχίες και ανάγκες. Η συνομιλία, λοιπόν, ανάγεται σε ένα διαφορετικό πλαίσιο: στον τρόπο με τον οποίο ο χρόνος που απομένει στον καθένα μας μπορεί να αξιοποιηθεί με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Και ως προς αυτό το σημείο η ποίηση του Ζάχαρη ξεφεύγει από την κατάθεση του προσωπικού του βιώματος, αυτό της νόσου από την οποία πάσχει και με την οποία παλεύει, και συνιστά μια ευρύτερη φιλοσοφημένη αντίληψη με ιδιαίτερο αισθητικό αποτέλεσμα. Η Διώνη Δημητριάδου σημειώνει στον πρόλογο της έκδοσης ότι «Παλεύει (ενν. ο Δ.Ζ.) έχοντας μέσα του μια κλεψύδρα που ανελέητα επιμένει να λειτουργεί με απόλυτη ακρίβεια» (σ. 9).
Αν το καλοσκεφτούμε, όλοι από τη γέννησή μας, προσδιοριζόμαστε από την κλεψύδρα του χρόνου. Η άμμος σιγά σιγά πέφτει και εμείς δεν ξέρουμε πότε θα αδειάσει, πότε θα μας τελειώσει ο χρόνος. Πολλές φορές, μάλιστα, δεν μπαίνουμε στη διαδικασία να το σκεφτούμε. Ο Δημήτρης Ζάχαρης, εντούτοις, εξαιτίας της νόσου που τον προσέβαλε, αναγκάζεται καθημερινά να αντιμετωπίζει τον κάθε κόκκο άμμου που πέφτει και χάνεται. Από αυτήν, λοιπόν, τη επίπονη διαδικασία στην οποία ακούσια έχει καθηλωθεί, δεν προσπαθεί να ξεφύγει (γνωρίζει, άλλωστε, το μάταιο μιας τέτοιας προσπάθειας), αλλά επιχειρεί μέσω των στίχων του να κρατήσει ό,τι πολύτιμο έχει ζήσει και έχει αισθανθεί, και να το διασώσει από τη φθορά και τη λήθη. Με άλλα λόγια, η δίψα του για ζωή και η θέλησή του για δημιουργία, διαστέλλουν και μεγεθύνουν τον χρόνο, ακόμα και της μίας στιγμής, κάνοντάς την αξία του να πολλαπλασιάζεται, μιας και η αφαίρεση ήρθε ξαφνικά/ και χωρίς κανέναν δισταγμό/ μου στέρησε τα ουσιώδη –/ πήρε το φως και άφησε χαρτί («Αριθμητικές πράξεις», σ. 49).
Τα ποιήματά του και το ομώνυμο θεατρικό μονόπρακτο συντάσσονται με αυτή τη διαπίστωση. Μιλούν για τον χρόνο, τη μνήμη και τις αλλοτινές αναμνήσεις, τη σιωπή, την αγάπη, τον πόνο. Η ευαισθησία του ποιητή είναι έκδηλη και παρά την προσωπική του δοκιμασία δεν απεμπολεί κάθε έννοια ανθρωπιάς, δεν ομφαλοσκοπεί. Αντίθετα, η γραφή του είναι βαθιά ανθρωποκεντρική. Συστρατεύεται με όσους δοκιμάζονται, με όσους πονούν, με όσους αδικούνται, με όσους ηττώνται. Ιδιαίτερα τρυφερή και οξυδερκής η, εγγεγραμμένη στο αστικό τοπίο, κοινωνική του παρατήρηση, σε ποιήματα όπως «Ο άστεγος» (σ. 40) και «Με τη Ναιφέλη» (σ. 42-43), αποδεικνύει ότι δεν τον καταπίνει η δική του, προσωπική μάχη. Στο ποίημα «Τα φώτα της πόλης» (σ. 47-48), η αστική πόλη τη νύχτα συνιστά το προσκήνιο, όπου οι τσακισμένες ψυχές/ κρύβονται στις σκιές/ ικετεύοντας/ κάποιος να τις αγαπήσει –/ έστω με μια αγάπη/ χωρίς καθόλου φως.
Παράλληλα, κρατά σφιχτά στη μνήμη του τα αγαπημένα του πρόσωπα και τις όμορφες αναμνήσεις που δίνουν νόημα στην τωρινή ζωή του. Χωρίς τις αναμνήσεις αυτές, η ταυτότητά του θα είχε χαθεί. Εκείνες του θυμίζουν ποιος ήταν και, κυρίως, ποιος εξακολουθεί να είναι. Λειτουργούν ως πυξίδα, ως σημείο αναφοράς απέναντι σε κορνιζαρισμένες θύμησες και τους προσωπικούς του δαίμονες που τον κατατρύχουν (βλ. «Προοίμιο απώλειας», σ. 23 και «Τα κατοικίδια», σ. 44, αντίστοιχα).
Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει το ποίημα ποιητικής «Το σπίτι του ποιητή» (σ. 24-25), όπου το αρχικό τρίτο πρόσωπο καταλήγει σε πρώτο, με τον ποιητή να παρουσιάζεται σαν αρχιτέκτονας του άυλου, που με λέξεις χτίζει το σπίτι του, επουλώνει τα τραύματά του χάρη στη συνυποδηλωτική λειτουργία της γλώσσας, αφουγκράζεται τη σιωπή, γεύεται την γλυκόπικρη νοσταλγία, επισφραγισμένη από κάποιον αποχαιρετισμό, ξεφυλλίζει παιδικές αναμνήσεις, αντιμετωπίζει τους φόβους και τους δαίμονές του, συντρώγει με την απουσία και με αγάπες αλλοτινές που δεν είχαν γυρισμό. Όλα μέσα σ’ αυτό το σπίτι. Στο σπίτι από ποίηση με συνδαιτυμόνα τη μοναξιά. Ένα σπίτι που ίδιος έφτιαξε και τώρα μοιάζει με λαβύρινθο, όπου εκούσια έχει εγκλωβιστεί.
Στο ίδιο μήκος κύματος λειτουργεί και το ακροτελεύτιο, πολύ όμορφο, ποίημα «Ubasute» (σ. 60-61), το οποίο αξιοποιεί τον γιαπωνέζικο θρύλο, σύμφωνα με τον οποίο οι ηλικιωμένοι οδηγούνταν εκούσια σε κάποιο απομακρυσμένο και απομονωμένο μέρος, συνήθως ορεινό, για να πεθάνουν εκεί. Ο Ζάχαρης χρησιμοποιεί αυτό το έθιμο, για να μιλήσει μεταφορικά για την κοινωνική απομόνωση και την αξιοπρέπεια μπροστά στην παρακμή. Μιλά για την τύχη του άρρωστου ποιητή που τον κουβαλούν οι λέξεις του και τον οδηγούν στο μοναχικό του τέλος.
Συχνά, ο Ζάχαρης δίνει ποιητικούς ορισμούς για έννοιες, όπως η σιωπή, η κατάθλιψη, η αλληλεγγύη. Η λειτουργία της σιωπής διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην ποίησή του. Λειτουργεί ως άγρυπνος τοποτηρητής της ματαίωσης, κυλάει σαν αίμα/ μέσα στις λέξεις/ που κρατάμε κρυφές («Η σιωπή», σ. 29) και ακυρώνει το ποιητικό εγώ που ψιθυρίζει τον καημό του. Η σιωπή συλλειτουργεί με το χώμα, το πιο πιστό τεκμήριο θνητότητας, εντείνοντας τη ματαίωση. Εντούτοις, ο χρόνος διαβρώνει το σώμα αλλά όχι την ψυχή. Η θνητότητα του σώματος δεν παραγράφεται, αλλά η στιλπνότητα της ακήρατης ψυχής την καθιστά λιγότερο σημαντική. Ο Δημήτρης Ζάχαρης γράφει με όπλο την αθωότητα της ψυχής ενός μικρού παιδιού και σ’ αυτό το πλαίσιο επιστρατεύει, ενίοτε, τεχνάσματα, για να ξεγελάσει τον χρόνο (βλ. «Ο τοίχος των ήχων», σ. 33).
Δεν παύει η ποίησή του να αποτελεί πράξη αντίστασης απέναντι στον πόνο που απορρέει από την αναπηρία. Έτσι, όταν γράφει τους στίχους θα ισιώσω το κορμί μου/ και θα σε πάρω να χορέψουμε («Μαζί ξανά», σ. 37), ρανίδες αγάπης, δύναμης και αντοχής ξεπηδούν, επιχειρώντας, έστω προσωρινά, να απαλύνουν τον πόνο. Οι αναμνήσεις, επίσης, λειτουργούν σαν σωστική λέμβο απέναντι στο κενό που αφήνει ο πόνος («Χάος», σ. 38-39). Ο Δημήτρης Ζάχαρης επίμονα αναζητεί την ομορφιά και την αμοιβαιότητα στην αγάπη και το νοιάξιμο. Νιώθει στον σβέρκο του την ανάσα του χρόνου αλλά δεν παραιτείται, μεταστοιχειώνει τον πόνο σε δύναμη μέσω της ποίησης. Θέλω να ολοκληρώσω αυτή τη σύντομη αναφορά μου στην ποίησή του με λίγα από τα δικά του λόγια παρμένα από το σημείωμά του στην ανά χείρας έκδοση. «Θέλω οι λέξεις μου να στέκονται όρθιες εκεί που το σώμα μου λυγίζει. Θέλω τα ποιήματά μου να περπατούν εκεί που τα βήματά μου θα σταματήσουν» (σ. 63). Και αυτό το έχει ήδη κατορθώσει.
