You are currently viewing Χαρούλα Βερίγου: Με παλιά βαλίτσα επιστρέφει η μνήμη

Χαρούλα Βερίγου: Με παλιά βαλίτσα επιστρέφει η μνήμη

Η ζωή της ποτέ δεν ήταν της μιας ματιάς, τής μιας ανάγνωσης, κάπου-κάπου την άφηνε να περνά κι από την άβυσσο, να βουτά στα τρίσβαθα με ψυχραιμία και να μένει ήρεμη, ν’ ανάβει το κεράκι της ψυχής από την κεροδοσιά του άλλου κόσμου κι άφηνε το χέρι τ’ αρχαγγέλου να της χτενίζει τα μαλλιά. Οι αυταπάτες και οι χίμαιρες είχαν πια διαλυθεί. Τίποτα δεν περίμενε σ’ αυτή την ηλικία που ο χρόνος κυλούσε πολύ πιο γρήγορα, κι ήταν παρήγορο το ότι είχε διατηρήσει την αγάπη για τη μουσική και τα βιβλία. Το ποίημα του Ζαχαρία Παπαντωνίου «Το κυπαρίσσι» το είχε αποστηθίσει όλη η γειτονιά. Και πόσο πολύ, αλήθεια της ταίριαζε όταν την άκουγαν να απαγγέλει:

«Εμαι τ δέντρο πο κολουθε τ γραμμ τς προσευχς

ταν νεβαίνει π συχη ψυχή.

Εμαι λόγχη πο κοκκίνισε στ αμα τς δύσης

κα φρουρε τ όρατο

π᾿ τν ρνηση κα τν ερωνεία.

Εμαι στς γιορτς το τοπίου τ μαρο ράσο

πο δν τελείωσεν κόμα τ δοκιμασία του.

Εμαι τ καμπαναρι στ να το πόνου

κα γι τς ψυχς πο χουν σκοπ

σημαίνει τος ρθρους

 κα τος σπερινος σιωπή μου.»

Τώρα, όσο κάθε τι γύρω της, παρελθόν και παρόν, αποκάλυπτε την πραγματική του αξία, συνειδητοποιώντας την ματαιότητα των γήινων πραγμάτων και καταστάσεων, σίγουρη πως η αξία της ζωής βρίσκεται στην απουσία πόνου και όχι στον πλούτο ή τη δόξα, διατηρούσε ένα χαμόγελο ζεστό, ανθρώπινο, πιστή στο «ό,τι έχει κανείς στο σακουλάκι της καρδιάς τον τρέφει στα στερνά». Ήξερε καλά πως η νιότη έχει προοπτική τη ζωή και μόνο τη ζωή και τα γηρατειά τον θάνατο. Σίγουρα, εκείνη η μακρινή πια νιότη δεν την οδήγησε στη ζωή που ονειρεύτηκε, μα τουλάχιστον κατάφερε να ζήσει.

Καλοαναθρεμμένη και μοναχοπαίδι η Καλλιρρόη μα άτυχη. Την ψυχή, την καρδιά, τη σκέψη της, όλα τα χρωστούσε στα τοπία της παιδικής της ηλικίας. Σ’ αυτά τα τοπία είχε συγκεντρώσει όλες σχεδόν τις ψηφίδες του παζλ που αργότερα θα ονόμαζε «η διαδρομή μου». Δεν προσπάθησε να σβήσει τίποτα από όσα είχε ζήσει, αφού ούτε θα μπορούσε να αλλάξει το παραμικρό από το παρελθόν, ούτε πίστεψε ποτέ πως κοιτάζοντας λίγο παραπάνω τον εαυτό της, όπως τη συμβούλευαν, θα ήταν δυνατόν να ξανακερδίσει τη χαμένη της ενότητα με τη ζωή. Έζησε όλα της τα χρόνια στο ίδιο μέρος κουβαλώντας πάντα το ίδιο βάρος, τον ίδιο πόνο, μα καθώς περνούσε ο καιρός έδινε ακόμη και σ’ εκείνες τις πικρές στιγμές που όλα γύρω της είχαν θρυμματιστεί στον πόλεμο, ζεστασιά και αγάπη στην πράξη. Ήταν που δεν άφησε την καρδιά της να σκληρύνει. Δεν μιλούσε πολύ· τα χείλη της είχαν μάθει πως η σιωπή μερικές φορές γιατρεύει πιο πολύ από τα λόγια. Στο σπίτι της, που μύριζε ζυμωτό ψωμί και δυόσμο, έβρισκαν καταφύγιο άνθρωποι κουρασμένοι, παιδιά που είχαν ξεχάσει τι θα πει γέλιο, κι εκείνη, ξανάχτιζε σιγά-σιγά την πίστη στον άνθρωπο.

Τα πρωινά φρόντιζε τις γλάστρες στο περβάζι, μιλώντας τους σιγανά με τη βεβαιότητα πως την άκουγαν. Πότιζε τις γαρυφαλλιές στα παρτέρια με προσοχή, χαϊδεύοντας τα μαραμένα λουλούδια πριν τα κόψει, σαν να τους ζητούσε συγγνώμη. Κι όταν ερχόταν το φθινόπωρο, καμάρωνε τα κίτρινα χρυσάνθεμα στην αλτάνα  όπως καμαρώνεις ένα παιδί που μεγάλωσε σωστά. Ο αέρας γύρω της, με τόσα καλά λόγια, γινόταν γλυκός σαν σιρόπι. Πίστευε πως οι άνθρωποι μοιάζουν με τα λουλούδια· άλλοι ανθίζουν στον ήλιο κι άλλοι χρειάζονται λίγη σκιά για να κρατηθούν όπως οι μπιγκόνιες, οι ορτανσίες και οι φτέρες της.

Ιδιαίτερη αγάπη είχε στο γιασεμί. Το είχε φυτέψει ο πατέρας της, λίγο πριν φύγει για το μέτωπο της Μικρασίας. Κάτω απ’ το παράθυρο της κάμαρας της, «να μοσχοβολάει ο ύπνος σου μοναχοθυγατέρα», της είχε πει. Έκλεινε τα οκτώ όταν τον είδε τελευταία φορά. Δεν γύρισε ποτέ. Κι από τότε, κάθε φορά που άνθιζε το γιασεμί, η Καλλιρρόη έμενε για λίγο ακίνητη στην αυλή, αναπνέοντας βαθιά, λες κι έψαχνε μέσα στο άρωμά του όχι μια, μα πολλές απαντήσεις. Ανέβαινε ίσαμε ψηλά, αγκάλιαζε το παραθύρι από την αριστερή του πλευρά, κι από εκεί τη σκάλα. Σκόρπιζε περισσότερο τη μυρωδιά του τις νύχτες· κι εκείνες τις ώρες της σιγαλιάς, της φαινόταν πως άκουγε τα βήματά του πατέρα της στο καλντερίμι, νόμιζε πως την κοιτούσε από μακριά, αμίλητος, με τα χέρια του λερωμένα απ’ το χώμα και το αίμα.

Την κληματαριά -γριά κι εκείνη- την είχε φυτέψει η μάννα της. Απλωνόταν στην πίσω αυλή πάνω στην ξερολιθιά. Έριχνε σκιά το καλοκαίρι στο πλακόστρωτο, μαζεύονταν τα πουλιά, κι όταν έπιανε ο Αύγουστος, φορτωνόταν σταφύλια· μεγάλες ολόχρυσες ρόγες, όλη η γειτονιά έτρωγε. Ακόμη όταν φυσάει, ακούγεται ένας ψίθυρος ανάμεσα στα φύλλα, μοιάζει με λόγια προσευχής, ακούνε οι περαστικοί, κάτι καταλαβαίνουν από τα χούγια του παλιού καιρού, από τα γραμμένα και τ’ άγραφτα. Καμμιά φορά, η Καλλιρρόη καθόταν με το πλεκτό της κάτω από την κληματαριά. Τα φύλλα τρεμόπαιζαν αργά πάνω απ’ το κεφάλι της, κι όταν ο ήλιος περνούσε μέσα απ’ τις χαραμάδες την τύλιγε μια χρυσή σκόνη, κι όποτε η κλωστή τυλίγονταν γύρω απ’ τα δάχτυλά της, θαρρείς και την κρατούσε κάποια άλλη, η καρδιά πετάριζε στο στήθος πιο γρήγορα. Στην άλλη άκρη τής κλωστής ένιωθε τη μάννα της.

Εικόνες, ήχοι, αφή, γεύσεις, ακούσματα, όλα είχαν την ίδια αποστολή, θαρρείς για να έχει δικαίωμα να υπενθυμίζει τις παλιές μέρες εκεί που δεν το περίμενες. Είχαν συνηθίσει να την ακούνε να τραγουδά χαμηλόφωνα, αναζητώντας παρηγοριά πότε στα βάθη της μνήμης κι άλλοτε στα σπλάχνα της ματαιότητας όχι με πίκρα, αλλά με εκείνη τη γλυκιά παραδοχή πως ό,τι πέρασε, πέρασε. «Η ζωή», έλεγε, «δεν είναι να τη ρωτάς τι σου χρωστά, μα να της λες ευχαριστώ για όσα άντεξες».

Η Καλλιρρόη, κρατούσε ανοικτές πολλές σελίδες, κι έλεγαν πως μια αμυγδαλιά που ήταν δίπλα στον τράφο των εκτελέσεων στα Κεφάλια, πετούσε αροδαμούς όλο τον χρόνο, κι ήταν ως να γύριζε ο Γιωργής, ο αδικοσκοτωμένος και φορούσε το φαντό πουκάμισο, τρύπιο από τις σφαίρες, μα άλιωτο σού λέει, άλιωτο. Στο όνειρό της, αγκάλιαζε την αμυγδαλιά που εκεί, στις ρίζες της, κρατούσε την ιστορία του Γιωργή μα και των άλλων. «Άλιωτο, όλα όσα αγαπήθηκαν, μένουν άλιωτα», ψιθύριζε, κι έμοιαζε να μιλά όχι μόνο γι’ αυτόν, μα για όλη τη γενιά τους, που στάθηκε όρθια κι αλύγιστη στον πόλεμο. Τα βράδια, όταν φυσούσε, ο άνεμος περνούσε μέσα απ’ τα κλαδιά, έκανε τα φύλλα να τρέμουν, κι ήταν σαν να ’λεγαν κι εκείνα τα ονόματά τους, μνημόσυνο αιώνιο στους ήρωες.

Τελευταία απ’ όλους είχε φτάσει τότε στο νεκροταφείο. Όλο το παράπονο τού κόσμου χόρευε μέσα της. Ίσα που πρόλαβε να δει τα χέρια του την ώρα που ο νεκροθάφτης έριχνε με το φτυάρι τον ασβέστη όπως το συνήθιζαν. Ένα γεράκι είχε περάσει μπροστά της σκίζοντας τον πένθιμο αέρα, κι εκείνη μες την οδύνη της, πίστεψε πως ήταν η ψυχή του Γιωργή. Καθώς το δειλινό σιγά σιγά έσβηνε τα περιγράμματα, η Καλλιρρόη ορκίστηκε βουβά να κρατήσει ζωντανή τη μνήμη του, και ήξερε καλά πως ο καινούργιος αγώνας ήταν ένας δρόμος δύσκολος, μοναχικός, αλλά και απαραίτητος, μια χαρμολύπη. Και με αυτή τη σκέψη, μέσα της άφησε να ανθίσει μια νέα δύναμη, η δύναμη να αντέχει, να θυμάται, να αντιστέκεται κρατώντας ανοιχτό ένα πέρασμα ανάμεσα στους ζωντανούς και στους άλλους, που δεν τους λογάριαζε νεκρούς, εκείνους που την συντρόφευαν αόρατοι, μα πάντα παρόντες, να ζει για όσους δεν τους πρόλαβε το καραβάνι της λήθης.

Σαράντα οκτώ χρόνια είχαν περάσει από τότε, και η Καλλιρρόη, δεν είχε πάψει να συλλαβίζει τ’ όνομά του σε κάθε τρέμισμα άστρου, σε κάθε φτερούγισμα γερακιού. Έλεγαν, πως όταν τον βρήκε η τελευταία σφαίρα στην καρδιά, ένα κιρκινέζι πέταξε θαρρείς κι είχε βγει από την τσέπη που έβαζε διπλωμένο σε τρίγωνο το μαντίλι του, κι ήταν όμορφο πολύ, κι αμέσως πήγε και κούρνιασε στην ασβεστωμένη καμινάδα του ερειπωμένου πατρικού του στη Μεσοχωριά κοντά στο σπίτι του παππά Βορά. Θαρρείς δεν έλειψε ποτέ, καθόταν στην ίδια θέση, ένας στοιχειωμένος άγρυπνος φύλακας. Ολόκληρο το χωριό είχε πάψει να απορεί· το θεωρούσαν πια σημάδι, κομμάτι ιερό του τόπου, όπως οι ανεμόμυλοι και οι πέτρινες βρύσες. Όταν ρωτούσαν την Καλλιρρόη γι’ αυτό, εκείνη απαντούσε «έχει φως εκεί, στο σύνορο ανάμεσα στον ασβέστη και στον ουρανό, φως, εκείνο που κρατούν οι ψυχές όταν δε χάνουν τον δρόμο τους».

Σαράντα οκτώ χρόνια, η Καλλιρρόη προσπαθούσε να διασώσει ένα όνομα, το δικό του, μονολογώντας: «Γιωργή μου, στ’ όμορφο κορμί στέκει η ψυχή μεγάλη και κατοικά η αρετή στο γνωστικό κεφάλι» καθώς η ομορφιά και η φρονιμάδα του ήταν στα μέσα φύλλα της καρδιάς με τα πολύτιμα. Είναι που καμιά φορά, εξ’ αιτίας μιας ανάμνησης, ο κόσμος νομίζεις πως γίνεται πιο γλυκός, πιο υποφερτός. Σα νεκροκέρια είχαν γίνει τα δάχτυλά της και η βέρα από τα μυστικά αρραβωνιάσματα -μέρες Κατοχής- έχοντας γίνει ένα με τη σάρκα ήταν αδύνατο να βγει.

Σαράντα οκτώ χρόνια κρατούσε άθικτη την εικόνα του και μαζί της τα πάθη και τα γιατί συντροφιασμένα. Τον Γιωργή, με το σκούρο μπλε μονόπετο σακάκι, που τού έπεφτε κάπως φαρδύ στους ώμους –μα και ποιος δεν είχε μείνει πετσί και κόκκαλο από την πείνα και τις κακουχίες τότε- τον Γιωργή με τα στρογγυλά ασημένια γυαλάκια, που δεν είχε αφήσει βουνίσια στράτα αγύρευτη, από τη Σελένα ίσαμε το Λιμνάκαρο, το Καθαρό και τη Δίκτη για να συντρέξει στην αντίσταση.

Σαράντα οκτώ χρόνια από εκείνη τη θλιβερή μέρα. Ήταν 5 Νοέμβρη του 43, όταν δωσίλογοι που είχε στρατολογήσει ο λοχίας Σούμπερτ  για το «Σώμα των Κυνηγών», με επικεφαλής  τον Γεώργιο Τζουλιά, εκτέλεσαν μαζί με άλλους πέντε άντρες, και τον Γιωργή, στο Τζερμιάδων, αφού πρώτα τους είχαν βάναυσα κακοποιήσει με τον χειρότερο τρόπο. Η Καλλιρρόη δεν έκλαψε και δεν θρήνησε ποτέ δημόσια. Ήταν μια εποχή στην οποία δεν έλειπαν οι νεκροί, περίσσευαν, λίγα σπίτια δεν είχαν μαυροφορεθεί κι από όποια γειτονιά κι αν περνούσες μοιρολόγια θ’ άκουγες.

Τής ήταν αρκετό να τον καλωσορίζει, πάντα στη σκέψη της, χαμογελώντας, να του ανοίγει κρυφά την πόρτα στον οντά, να χάνεται ξαναμμένη στην αγκαλιά του κι ας ήταν όνειρο, κι ύστερα, να κάθονται στο τραπέζι, άφηνε τα δάχτυλά της να τρέχουν πάνω στο χάρτη, να σημαδεύουν τις κρυφές στράτες, τις κορφές που σήκωναν τα χιόνια και τα μυστικά, κι ύστερα να μιλούν για σαμποτάζ, αντάρτες, για την λευτεριά που ζύγιαζε τις μεγάλες, μα αδύναμες ακόμη φτερούγες της. Και συνέχιζε να επαναλαμβάνει μέσα της: «Δειλιώ Γιωργή, φοβούμαι τα σημάδια τ’ ουρανού, τ’ άγρια θεριά που τρώνε το ψωμί μας και με μάνητα σκορπίζουν περίσσια το κακό, περίσσια και τον θάνατο, κρίνω Γιωργή, καλιά ήτανε κανείς να μη γεννάται…»  Στην καρδιά της, ο Γιωργής δεν ήταν νεκρός. Έμενε εκεί, ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν, εκεί μέσα στις μικρές καθημερινές στιγμές· στο φως του ήλιου που χάραζε στα Λασιθιώτικα βουνά, στο κελάηδισμα των πουλιών, στο σβήσιμο των άστρων τη νύχτα.

Στα σαράντα του Γιωργή, μαζί με το νυφικό που δεν είχε προλάβει, ούτε να τελειώσει, ούτε και να φορέσει, σε μια μικρή βαλίτσα που δεν ήταν δική της, έβαλε το μονόπετο μπλε σακάκι, το λεκιασμένο από  το αίμα του μαντίλι διπλωμένο σε τρίγωνο, ένα ξερό κλαδάκι αμυγδαλιάς, τα σπασμένα του γυαλιά και μια φωτογραφία, την μοναδική που της είχε χαρίσει. Εκείνος, πασίχαρος. Όλα εκεί, να θυμίζουν πως ο αγώνας και η προδοσία δεν σβήνονται με τον καιρό. Όλα εκεί, γιατί πίστευε πως κάτι παραπάνω έπρεπε να μείνει από εκείνα τα γεγονότα, κάτι παραπάνω είχε να ειπωθεί και μόνο με τη σκέψη του. Στο σακάκι φαινόταν οι τρύπες που είχαν ανοίξει οι σφαίρες πριν φυτευτούν στο στήθος του…

Όταν φυσούσε βοριάς, η Καλλιρρόη έβγαινε στην αυλή, έλυνε τα μαλλιά της, σήκωνε τα χέρια -έλεγες άγγιζε το σκαμνί τ’ ουρανού- και ψιθύριζε: «Δεν σε χάρισα ποτέ. Ούτε στους εχθρούς. Ούτε στη λήθη Γιωργή. Η μπαμπεσιά κι η προδοσιά, του σκοτωμού σου αιτία, κι ας έχουνε το αίμα σου κρίμα και αμαρτία…»

Και ξεφτερούγιζε ο νους τακτικά, γυρεύοντας την ανύπαρκτη σκιά του Γιωργή και ξαναγύριζε, αθέλητα στ’ αρραβωνιάσματά τους λίγες μέρες πριν την κήρυξη του πολέμου. Κι  ήθελε να νιώθει, το ψιθύρισμά του πίσω της, ανάσα γνώριμη στο λαιμό, και ποτέ δεν χρειάστηκε να γυρίσει τα μάτια για να αναγνωρίσει τη φωνή, η φωνή εκείνη ήταν μέσα της, βαθιά, ριζωμένη, όπως οι ρίζες στο χώμα. Τέτοιες στιγμές έμοιαζε να περιμένει μια κίνηση, ένα σημάδι, έναν ήχο.

Έτσι και χτες, την ώρα που ο βοριάς φυσούσε μανιασμένα, σηκώνοντας ψηλά ίσαμε τις στέγες, όσα κιτρινισμένα φύλλα έβρισκε στον δρόμο του, η Καλλιρρόη βγήκε στη ρούγα, στάθηκε κόντρα στον άνεμο και, σαν να μιλούσε σε κάποιον που ήταν κρυμμένος εκεί κοντά: «Κάποτε, αύριο, σε μια άγνωστη ώρα, ένας τέτοιος αέρας θα με πάρει μακριά… και ποιος ξέρει; Ίσως στα δικά σου, άγνωστα μέρη να βρεθούμε ξανά, Γιωργή». Το ’πε χωρίς δισταγμό και με σιγουριά, ως να γνώριζε πως η φωνή της μπορούσε να φτάσει κι εκεί όπου οι ψυχές ασύχαστες περιμένουν.

Κόντευε τα ογδόντα. Σερνόταν πια στο δρόμο, τόσο αργά βημάτιζε, που προλάβαινες να παρατηρήσεις όλες τις λεπτομέρειες πάνω της, το μπαμπακένιο πρόσωπο, τους κυρτωμένους ώμους, τα αδύναμα πόδια, το μπαστουνάκι  με τη μαύρη ασημένια λαβή, την αρχοντική πλισέ πράσινη φούστα της λίγο πιο μακριά στο πίσω μέρος, τα υφασμάτινα κουμπιά στη ζακέτα, το ρολόι και το χρυσό σταυρουδάκι. Κάθε τόσο σταματούσε, να ισιώσει όσο μπορούσε το σώμα της, να πάρει μια ανάσα,  ν’ ανταλλάξει ένα χαιρετισμό, να φιλέψει τα παιδιά με μια καραμέλα ή να σηκώσει το χέρι σ’ ένα νεύμα αόριστο.

Την ήξεραν όλοι. Από παλιά. Έλεγαν πως είχε υπάρξει όμορφη, το ‘βλεπες ακόμη -όχι μονάχα στην κορνιζωμένη φωτογραφία στην κάμαρά της, αλλά από στον τρόπο που στεκόταν, που κοίταζε τους άλλους στα μάτια, στην καθαρότητα της φωνή της. Δεν μιλούσε πολύ, μα ό,τι έλεγε είχε πάντα σημασία, έπιανε τόπο ο λόγος της. Από την κάτω ρούγα περνούσε συχνά, προτιμούσε τις ώρες που είχε ησυχία. Πού πήγαινε ακριβώς, κανείς δεν ήξερε. Μιλούσαν για το νεκροταφείο, είχε τους λόγους της, κι αν κανείς την ρωτούσε, χαμογελούσε αχνά κι έλεγε: «Εκεί που μ’ αγαπάνε πάω». Κι έστριβε στη γωνία, χωρίς άλλη εξήγηση.

Όσο χαμένη ήταν στις μέρες που δεν την καταδέχτηκαν, τόσο συγκεντρωμένη στη ζωή που της απέμενε. Στη ζωή της, τη γεμάτη χίμαιρες που πέρασε μαζί με όσα είχε ονειρευτεί, που μπορεί να ήταν παντοτινά αγύριστα, όμως μέσα στο μισοσβησμένο βλέμμα της, η ακόμα ζαλισμένη από την πρώτη αγάπη καρδιά, θαρρείς τα γύριζε πάλι πίσω, όλα τα πρωτινά όνειρα, κι ήταν παρηγοριά κι ελπίδα στερνή, όχι τρέλα.

Κι όσο η ίδια καλόπιανε τον χρόνο, πότε στο γυάλινο πιατάκι με το γλυκό του κουταλιού και το εφτάζυμο παξιμαδάκι, κι άλλοτε με το λικέρ τριαντάφυλλο που έφτιαχνε η ίδια, ή μ’ ένα κόκκινο μήλο, αυτός ανελέητα την κατασπάραζε. Έτσι όμως δεν είναι ο χρόνος; Δεν ξέρει να κάνει πίσω. Σημασία έχει πως για εκείνη δεν ήταν απλώς συνήθειες. Ήταν μικρές αφορμές κόντρα στη λήθη, ένας τρόπος να δώσει συνέχεια σ’ ό,τι χάθηκε, χωρίς μοιρολόγια πια. Μια ιεροτελεστία μνήμης. Μια καθημερινή αντίσταση στην αυλή του Χάρου κι ας έβλεπε μέσα στη μοναξιά της με αφόρητη καθαρότητα, να παρελαύνουν μαζί με τον Γιωργή και άλλοι δικοί της νεκροί, ο πατέρας και η μάννα της. Κι ας διαδέχονταν τα οράματα το ένα το άλλο, κι ας γινόταν όλα κλειδιά για να ξεκλειδώσει λέξεις, εικόνες, αιτίες κι αφορμές.

Εκείνο το απόγευμα, μόνο η νεοφερμένη δασκάλα πρόσεξε την Καλλιρρόη όταν πέρασε τον αυλόγυρο της εκκλησίας του αγίου Νικολάου, μπροστά από το εμπορικό του Μοχιανού και της Φινοκαλιάς το μοδιστράδικο. Ο ήλιος έγερνε ήδη πίσω απ’ τα βουνά, αφήνοντας τις πρώτες ραβδώσεις του φθινοπώρου, σκιές ανάμεσα στα κεραμίδια και τους ξεσαρκωμένους τοίχους, ανάμεσα στα μνήματα και τα δέντρα, ανάμεσα και στις πτυχές της μακριάς φούστας της Καλλιρρόης. Κάτι την έσπρωχνε να την ακολουθήσει με τα μάτια. Ίσως ήταν αυτό το θλιμμένο φως, που έπεφτε στη φούστα της και την έκανε να μοιάζει με γυναίκα αρχαίας τραγωδίας, ίσως το βήμα της, τόσο αποφασισμένο μέσα στην αδυναμία του· ίσως πάλι το βλέμμα της το κάπως απόκοσμο.

Σταμάτησε στο Τσαρσί, κοντά στου Λαντέζου το άλλοτε αρχοντόσπιτο. Λίγα μέτρα πιο κάτω, πλάι στην πόρτα του μπαρμπέρικου, μέσα στην εγκατάλειψη και τη σκόνη, άνθιζε μια τριανταφυλλιά. Είχε ριζώσει στα τυφλά, δίχως φροντίδα, δίχως νερό, κι όμως είχε απλώσει κλαδιά και φύλλα ίσαμε το δώμα, φορτωμένη ρόδα. Κι ως να κρατούσε μέσα της όλα όσα έπρεπε να είχαν ξεχαστεί, μα δεν ξεχάστηκαν, ήταν εκεί, μνήμη που ανθίζει πεισματικά, ακόμη κι όταν όλα γύρω μαραίνονται. Η Καλλιρρόη άπλωσε το χέρι, άγγιξε ένα ρόδο. Για μια στιγμή πίστεψε πως άκουσε μια γνώριμη φωνή. Θαρρείς και όφειλε μνημόσυνο στην παλιά της φιλενάδα, έσπρωξε την πόρτα, μπήκε μέσα. Ο χώρος είχε μείνει όπως τότε, που έφυγε η Μελιτίνη, με τον καθρέφτη ραγισμένο, το ψαλίδι στη θέση του, μια τούφα μαλλί ξεχασμένη στη χτένα, το μπουκάλι με το οινόπνευμα στο ράφι, δίπλα τα βεντουζοπότηρα, παραδίπλα το βαζάκι που φύλαγαν τις βδέλλες και πιο κει, ανοιχτή ακόμη η φαλτσέτα. Στη θέα της στάθηκε για μια στιγμή παραπάνω το βλέμμα, πάγωσε ολόκληρη.

Μ’ αυτή είχε προσπαθήσει η Μελιτίνη να βάλει τέλος στη ζωή της, όταν την Πρωτοχρονιά του ’44,  έφερε στον κόσμο ένα κορίτσι, καρπό του  έρωτα με κάποιον Γερμανό αξιωματικό, «που μπορεί να μην έμοιαζε στους άλλους, που ήταν πονετικός, που δεν ήθελε τον πόλεμο, μα ήταν Γερμανός» έτσι έλεγε η ίδια και πολύ νωρίς κατάλαβε πως ο τόπος δεν θα την χωρούσε. Οι γονείς της είχαν πεθάνει το 41. Η Καλλιρρόη βρέθηκε όχι μόνο να την σώσει από εκείνη την αποκοτιά που πήγε να κάνει, αλλά και να την βοηθήσει πραγματικά. Στάθηκε κοντά της χωρίς να την κρίνει και χωρίς να ρωτήσει κάτι. Αμέσως στις επόμενες μέρες φρόντισε να μετακινηθεί πρώτα στην Κερά, μετά στο Κράσι, από εκεί στις Γούβες, στον Καρτερό και μετά στο Ηράκλειο, συστημένη από σπίτι σε σπίτι για να είναι ασφαλής. Θυμήθηκε πώς είχε μοιραστεί μαζί της το φόβο, τη σιωπή μα και τη σιγουριά της αγάπης. Νύχτα είχε φύγει, με το μωρό στη φασκιά, μα και όταν έφτασε στο Ηράκλειο τελικά δεν έμεινε πολύ. Την άλλη χρονιά πήρε το πλοίο για τον Πειραιά, πήγε σε μια πόλη που όπως έλεγαν, μετά και τους τελευταίους συμμαχικούς βομβαρδισμούς, καταπληγωμένη απ’ άκρη σ’ άκρη, έμοιαζε να κρατάει στοιχειωμένη την ανάσα της. Κάθε συνάντηση, κάθε ματιά, ήταν ένα παιχνίδι ταυτοτήτων, κακών αναμνήσεων και φόβου όπως γινόταν σχεδόν παντού στην Ελλάδα. Αφού περιπλανήθηκε κάμποσο, κάπου βρέθηκε ένα σπίτι κι ένα χαροκαμένο ζευγάρι ηλικιωμένων κοντά στην αγία Τριάδα, την κράτησε μαζί τους. Δεν αποκλείεται, αυτοί οι άνθρωποι να τής έδωσαν και το όνομα της κόρης τους, που ίσως μετά τους βομβαρδισμούς να μην είχαν  δηλώσει την απώλειά της στο ληξιαρχείο προκειμένου να μην στερηθούν το λιγοστό φαγητό που προσέφερε το δελτίο.

Λεπτομέρειες για το πώς έφτασε σε κάποιο χωριό στις Σέρρες με τη λήξη του εμφυλίου, η Καλλιρρόη δεν το γνώριζε. Στο ένα και μοναδικό γράμμα που είχε λάβει, η Μελιτίνη αναφερόταν στις δυσκολίες που είχε περάσει και ήταν πολλές, εξήρε όμως την καλοσύνη των ανθρώπων που την αγκάλιασαν με τόση αγάπη χωρίς να γυρέψουν ανταλλάγματα και εγκωμίαζε την υπομονή και την ευγένειά τους. Στο ίδιο εκείνο γράμμα, τόνιζε την έκπληξή της για τη φωτογραφία μιας κοπέλας, «έμοιαζε πολύ με την Μάρθα, εκείνη τη διερμηνέα, που τής είχες παραχωρήσει τον οντά για να μείνει» έτσι έγραφε, μα δεν είχε ρωτήσει, από φόβο μην μπλέξει σε μεγαλύτερες περιπέτειες -τη φωτογραφία, την είχε δει κορνιζωμένη, στη σερβάντα της τραπεζαρίας, σ’ αυτό το σπίτι στον Πειραιά. Έγραφε όμως πολλά περισσότερα για το μεγάλο ταξίδι στην Αυστραλία.

Έτσι, έμαθε η Καλλιρρόη, ό,τι το 1957, όταν το ισπανικό πλοίο «Μπεγκόνια» έπιανε λιμάνι στη Μελβούρνη μεταφέροντας εκείνες τις περίφημες εννιακόσιες νύφες, με μια φθαρμένη βαλίτσα όνειρα η καθεμιά για μια καλύτερη ζωή· ανάμεσά τους βρισκόταν με άλλο όνομα και επίθετο και η Μελιτίνη με την κόρη της, την οποία παρουσίαζε ως ανιψιά ορφανή από τον πόλεμο. Η Καλλιρρόη δεν είχε μιλήσει για την περιπέτεια της φιλενάδας της. Κράτησε το στόμα κλειστό μέχρι που ήρθε η νεοφερμένη δασκάλα. Τώρα καθόταν ξανά στην καρέκλα, κι έμοιαζε σαν να περίμενε ένα χέρι να την αγγίξει στον ώμο, μια φωνή να της πει κάτι.

Η πόρτα άνοιξε δεύτερη φορά, σχεδόν αθόρυβα, παρ’ όλο το βάρος της σκουριάς στους μεντεσέδες. Η νεοφερμένη πέρασε το κατώφλι με δισταγμό. Η Καλλιρρόη στην καρέκλα, με τα χέρια ακουμπισμένα στα γόνατα, τα μάτια ακόμη στραμμένα στη φαλτσέτα, μια φαλτσέτα ανοιχτή σαν πληγή.

Η δασκάλα αναστατωμένη δεν μίλησε, καθυστερούσε τη στιγμή κρατώντας την ανάσα της. Η φωνή της Καλλιρρόης όμως, ήρθε ως ν’ απαντούσε σε μια ερώτηση που δεν είχε ειπωθεί: «Μ’ αυτή πήγε να κόψει το νήμα της ζωής της, η  Μελιτίνη. Πρωτοχρονιά του ’44. Εδώ μέσα…»

Η νεοφερμένη ένιωσε παγωνιά. Δεν ήταν φόβος, κάτι βαθύτερο, ίσως σεβασμός. Δεν πλησίασε περισσότερο· έμεινε σιωπηλή, στη σκιά που έριχνε η τριανταφυλλιά  μέσα από το κατώφλι. Η Καλλιρρόη πάλι δεν γύρισε να την κοιτάξει. Δεν χρειαζόταν. «Την αγαπούσα. Ήταν η καλύτερη  φιλενάδα μου. Η κόρη του μπαρμπέρη. Ήσυχη, αθώα, δεν ήξερε από φόβο, ούτε από παγίδες. Αγάπησε ένα Γερμανό, στην Κατοχή. Αξιωματικός, αλλιώτικος από τους άλλους, μοίραζε το ψωμί του στα παιδιά, κρυφά. Δεν την εγκατέλειψε, σκοτώθηκε ο δύστυχος, σκοτώθηκε. Άλλα λόγια δεν χρειάζονται.» Σταμάτησε για λίγο. Τα δάχτυλά της έτριψαν τα γόνατα, ασυναίσθητα. «Μονάχα ένα γράμμα μού έστειλε και μια φωτογραφία. Μόνο ένα…» η φωνή έσβησε. Η δασκάλα είχε τώρα πλησιάσει κάπως. Κοίταζε τη φαλτσέτα. Την καρέκλα. Το ραγισμένο καθρέφτη. Την Καλλιρρόη.

«Δεν την ξαναείδα. Ούτε την ίδια, ούτε το παιδί. Μονάχα αυτό το γράμμα, μια φωτογραφία της κι ένα βάρος στην ψυχή.»

Όταν βγήκε από το ρημαγμένο μπαρμπέρικο, δεν κοίταξε πίσω. Σέρνοντας τους ίσκιους πέρασε το κατώφλι. Χωρίς άλλες κουβέντες, άφησε  χώρο στη σιωπή και συνέχισε προς τον Ανυφαδιανό. Διαδρομή ανηφορική για την ηλικία της, μα μήπως δεν ήταν μαθημένη μια ζωή σ’ ανηφοριές; Η αναπνοή της έμοιαζε να συγχρονίζεται με τους ρυθμούς της γης, με τα μυστικά που κρατούσαν οι παλιές γειτονιές, με τις σκιές που έπαιζαν στις προσόψεις των σπιτιών. Κάθε βήμα μια ανάμνηση που αντηχούσε· ο ήχος της καμπάνας, τα γέλια των παιδικών της χρόνων, οι φωνές που χάθηκαν στον πόλεμο, η πρώτη αγάπη και η απόγνωση που την ακολούθησε.

Σταμάτησε για λίγο στην πέτρινη βρύση στην Παναγία, χαιρέτησε τη Χαζίραινα και τις Χλουβεριανές, γέμισε τις χούφτες νερό, το άφησε να στάξει στο χώμα. Έπειτα κοίταξε τον ουρανό. Δεν είχε σκοτεινιάσει ακόμα. Τα μάτια της είχαν θολώσει. Τα χάιδεψε απαλά σαν να τα καλόπιανε, λες και με αυτό το ελάχιστο μα τρυφερό άγγιγμα μπορούσε να δει ή να ανακαλύψει κάτι, ένα άλλο νόημα ίσως. Συνέχισε, έξω από το σοκάκι του Σπανάκη, ήρθε στο νου της ο Στέργιος, έκοψε ένα κλωνί βασιλικό το μύρισε, ήταν κι αυτός στην Αντίσταση, βγήκε στου Παπαδή το πόρτεγο κι από εκεί στου Κοκολάκη μετρώντας αντοχές και θέληση κόντευε να φτάσει στην πέρα γειτονιά. Κάθε γωνιά της μιλούσε, της υπενθύμιζε ότι η ζωή, ακόμα και με όλο το βάρος της, αξίζει να συνεχίζεται.

Έλεγαν πως από μικρή είχε το χάρισμα – «ήξερε» για το κακό και το θανατικό που επρόκειτο να συμβεί, μύριζαν λιβάνι τα χέρια της, οι φλέβες πετάγονταν φίδια,  σχημάτιζαν γράμματα, κι όταν κοίταζε τη ζερβή της χούφτα -λες κι ήταν καθρέφτης- έβλεπε τα πρόσωπα να την αποχαιρετούν. Όταν πέθανε η μάνα της, το ’χε νιώσει, το ’χε δει από βραδύς. Κι όταν πιάσανε τον Γιωργή, εκεί που ήταν καθισμένη στο πεζούλι κι έραβε το νυφικό της, χωρίς να βγάζει άχνα, κάτι κατάλαβε, ένιωσε πάνω στον χτύπο της δικής της καρδιάς, πρώτα τη ζεστασιά από το σώμα του που είχε γίνει εύθραυστο σαν γυαλί κι αμέσως πιο ζεστό το αίμα του. Σηκώθηκε, παραλίγο να χάσει την ισορροπία της, τρέκλισε πέρα-δώσε. Αισθανόταν μέσα της μια ξένη παρουσία να τής κλέβει κάθε τι όμορφο. Μάζεψε τα ραφτικά στο κουτί και μαυροφορέθηκε, οκτώ μέρες πριν τον εκτελέσουν, τόσο σίγουρη ήταν. Ήξερε πως γάμος δεν ήταν γραφτό να γίνει.

Κι όταν όλα γύρω της θαρρείς σώπασαν κι ακουγόταν μόνο ο πένθιμος ήχος της καμπάνας, η ψυχή, για κάποιο λόγο θέλησε να μη σταματήσει να ονειρεύεται.

Αν την πλησίαζες, στη ραφή της ζακέτας, θα μύριζες δεκάδες Κυριακές -από εκείνες τις παλιές- πράσινο σαπούνι, γιορτινό τραπέζι, κουμπανάκια, μήλο, κανέλλα και γαρύφαλλο.

Αν την κοίταζες στα μάτια, θα ’βλεπες μαζί με τις θάλασσες που δεν ταξίδεψε ποτέ και τα ναυάγια που είχαν πάρει στο βυθό τους.

Κι όμως έμενε όρθια. Δεν είχε σημασία που περπατούσε αργά λες και μέτραγε τον δρόμο ανάποδα, όχι από το παρόν προς το μέλλον, μα από το τέλος προς την αρχή. Κι όσο πλησίαζε στο τέρμα του βίου της, κάθε βήμα και μια επιστροφή.

Είχε χρόνια ν’ ανέβει στην παλιά της γειτονιά, στο πατρικό της μάννας της. Τα χέρια της έτρεμαν καθώς γύριζε το σιδερένιο κλειδί, όχι τόσο από το βάρος της ηλικίας, μα από εκείνο το άλλο, το βάρος όσων δεν πρόλαβαν να πιαστούν από μια λέξη. Η πόρτα άνοιξε κι έκλεισε πίσω της με ένα υπόκωφο τρίξιμο σχεδόν απρόθυμα. Έμεινε για λίγο ακίνητη, με το ένα χέρι στον παραστάτη της καμάρας και το άλλο στο μπαστούνι της, χρειαζόταν στήριξη για να αποφύγει να πέσει. Προχώρησε αργά προς το παράθυρο. Το άνοιξε με κόπο, ένιωσε πως ο αέρας μπήκε μέσα σαν ξένος, σαν κάποιος που δεν ήξερε αν είχε πιθανότητες να είναι ακόμη καλοδεχούμενος.

Με το βλέμμα περιπλανήθηκε στο χώρο. Κάποτε εκεί μέσα είχε ανθίσει η ζωή της. Κουβέντες, διαφωνίες, βραδινές συναντήσεις, σχέδια και όνειρα που μιλούσαν για λευτεριά. Τώρα, κάθε αντικείμενο είχε γίνει μάρτυρας μιας μακρόχρονης σιωπής. Η κάμαρα σιωπηλή, με τη βαριά μυρωδιά της κλεισούρας να της πιέζει το στήθος. Κάθε γωνιά έμοιαζε να είχε κρατήσει την ανάσα του Γιωργή. Το ρολόι πάνω στο ραδιόφωνο σταματημένο. Μονάχα η σκόνη, παλιά όσο και οι αναμνήσεις, επέμενε να βρίσκεται εκεί –να καλύπτει τα πάντα με ένα λεπτό, σχεδόν ευλαβικό τρόπο. Τι κι αν είχαν περάσει σαράντα οκτώ χρόνια, η αγκαλιά του αποχωρισμού δεν είχε σβήσει. Η φωνή του ακόμη αντηχούσε στ’ αυτιά της. Ήταν καιρός. Δεν είχε έρθει για να σκαλίσει πληγές. Είχε έρθει να τις κλείσει. Αν γινόταν. Είχε έρθει όχι για να θυμηθεί, μα για να συμφιλιωθεί και να αποχαιρετήσει.

Στη δεύτερη κίνηση άνοιξε την παλιά βαλίτσα. Άγγιξε το διπλωμένο σακάκι, το μαντίλι. Πήρε τη φωτογραφία, την έφερε στα χείλη. Την προσκύνησε όπως τα εικονίσματα, γέμισαν αλμύρα τα μάτια. Δυο-τρεις αναπνοές, αναστέναξε πιο βαθιά, με περισσότερο παράπονο, γύρισε τη φωτογραφία από την πίσω πλευρά. Είχε ξεθωριάσει το μελάνι. Διάβαζε -μα δεν ήταν σίγουρο αν διάβαζε ή αν θυμόταν: «Αγαπημένη, δεν έχω τίποτα άλλο να με συντροφεύει, μόνο τη σκέψη σου,  κάθε μέρα, κάθε νύχτα, σε κάθε στιγμή. Κι αν εγώ δεν τα καταφέρω, εσύ να μείνεις, αν υπάρχει τόπος αλλού, μη με ξεχάσεις κι εκεί θα περιμένω για το χατίρι σου.» Η φωνή έσπασε, μικρές συλλαβές, ένα γυαλί που ράγισε απότομα. Το βλέμμα στη φωτογραφία δεν είχε αλλάξει. Ο ίδιος ήλιος στα μάτια του, η ίδια υπόσχεση.

Έκλεισε τα μάτια. Ο κρύος αέρας μπήκε πιο δυνατά. Αυτός ο βοριάς. Ο ίδιος. Όπως τότε. Και τι περίεργο, ένας ανθός αμυγδαλιάς ήρθε ξώκαιρα  από το πουθενά κι αφού στροβιλίστηκε κάμποσο, κάθισε σαν φιλντισένια καρφίτσα στο στήθος της. Κι ύστερα, το γεράκι, ένα κιρκινέζι, απέναντι στον γκρεμισμένο τοίχο, ήρεμο, ακίνητο, κοίταζε λες και χρόνια την περίμενε.

Η Καλλιρρόη χαμογέλασε, χωρίς παράπονο. Έγειρε το κεφάλι στον ώμο, την τύλιξε μια πυκνή ομίχλη, βάρυναν τα βλέφαρα. Μέσα στη σιωπή ένας μακρινός ήχος νερού. Το φως γύρω της άλλαζε, πιο απαλό, πιο ζεστό. Οι σκέψεις σκορπίστηκαν, φύλλα που παίρνει το ξεροβόρι. Μονάχα μια σκέψη, έμεινε να αιωρείται·  και δεν ήταν άλλη από τη γαλήνη να ανήκεις εκεί όπου δεν χρειάζεται πια να περιμένεις. Για μια στιγμή, νόμισε πως άκουσε κάποιον να τη φωνάζει με τ’ όνομά της «Καλλιρρόη μου» μα δεν ήξερε αν ήταν φωνή ή ανάμνηση…

Την βρήκε το πρωί, η νεοφερμένη δασκάλα, ξαπλωμένη πάνω στην ξύλινη ντιβανοκασέλα που είχε την αχρησιμοποίητη προίκα της. Στους ώμους απλωμένο μια πάχνη το νυφικό της, κιτρινισμένο από τον καιρό, με τις κλωστές να κρέμονται όπως τις είχε αφήσει τότε στον πόλεμο. Στο χέρι κρατούσε τη φωτογραφία του Γιωργή, το βλέμμα της κάπως λυπημένο, στραμμένο αλλού. Το φως έμπαινε λοξά από το στενό παράθυρο διαπερνώντας τα μικρά σωματίδια σκόνης. Οι πρώτες αχτίδες του ήλιου σχημάτιζαν λεπτές γραμμές στον αέρα φωτίζοντας κόγχες και μικροπράγματα, κι έλεγες πως ήταν ξέφτια από ξεχασμένες ιστορίες που ξύπναγαν για λίγο πριν χαθούν ξανά στην αιωνιότητα μιας παράξενης σιωπής.

Πάντως δεν είχε έρθει ακόμη η ώρα της…

Ο οντάς είχε μείνει άδειος από τη γερμανική Κατοχή, τότε που τον χρησιμοποίησε μια άλλη δασκάλα, Μάρθα την έλεγαν, ίσαμε σαράντα χρόνων, από την Αλεξάνδρεια είχε έρθει μ’ εκείνη την παλιά βαλίτσα, διερμηνέας των Γερμανών για τους πολλούς, σύνδεσμος της Αντίστασης για όσους πραγματικά την γνώριζαν καλά.

«Μύριζε ακόμα, μαζί με την κλεισούρα, μοναξιά, ξερή φασκομηλιά, αλλά και κάτι άλλο, πιο λεπτό, μια ανάσα δροσερή κάπου κάπου. Οι πέτρες στους τοίχους είχαν αποστηθίσει μαζί με τις άγριες φωνές μιας ξένης γλώσσας, λόγια και όρκους αγάπης, και μυστικά. Κι ο καθρέφτης στην πόρτα της ντουλάπας κράταγε ακόμα τη θαμπή αντανάκλαση κάποιου που χάιδευε τα μαλλιά τής Καλλιρρόης και την καμάρωνε, ενώ στο βάθος υπήρχε και μια άλλη σκιά, μια σκιά που κρατούσε κι αυτή μια βαλίτσα. Ένιωσα πως κάτι μέσα μου είχε μετακινηθεί. Δεν αισθάνθηκα φόβο. Ένιωσα  οικειότητα. Σαν να μην έφτανα εκεί για πρώτη φορά, μα να επέστρεφα…» κάπως έτσι θα περιέγραφε, η νεοφερμένη, διορισμένη δασκάλα στο χωριό, που έμελλε να μείνει και αυτή στον οντά της Καλλιρρόης, «έστω προσωρινά, μέχρι να βρεθεί κάτι άλλο», όπως την είχε παρακαλέσει.

Έτσι, την άλλη μέρα, αφού συνήλθε η Καλλιρρόη, όχι μόνο της παραχώρησε τον οντά για να βολευτεί, μα τής διηγήθηκε μέσες-άκρες και την ιστορία της, κι όταν κάποια φωνή ενστίκτου είχε κάνει την καρδιά της δασκάλας, να χτυπά όπως τα παλιά ρολόγια και μια αναστάτωση την κυρίευσε, ο νους της έτρεξε κατευθείαν στη μητέρα της.

Την πρώτη νύχτα, ένας ίσκιος θαρρείς περιφερόταν στην κάμαρα ψάχνοντας, τι; Δεν ήξερε. Κι εκείνη όμως, περιφερόταν γυρεύοντας ένα σημάδι ότι άξιζε να μείνει ή μια καλή δικαιολογία για να φύγει.

Εκείνη την πρώτη νύχτα ήταν, που αφήνοντας τη δική της βαλίτσα πάνω στη ντιβανοκασέλα, πρόσεξε την άλλη, την παλιά, σκονισμένη, με μια κορδέλα στη λαβή. Την έφερε πάνω στο τραπέζι, έσκυψε φύσηξε τη σκόνη. Την άνοιξε σιγά. Ένιωσε σαν να έκλεβε, κάτι από το παρελθόν. Κράτησε τη φωτογραφία στο φως. Διάβασε εκείνες τις λίγες λέξεις. Αν και ξεθωριασμένα τα γράμματα, οι λέξεις είχαν την ίδια δύναμη. Τρεις φορές τις συλλάβισε. Κατάλαβε την οδύνη που ασκούσαν στην Καλλιρρόη, ταράχτηκε, μα δεν έκλαψε. Ούτε θλίψη αισθάνθηκε. Ένα κάλεσμα όμως; Σαν κάποια άλλη, από το βαθύ του χρόνου, να της ψιθύριζε «εσύ μπορείς να διαλέξεις».

Αφήνοντας προσεκτικά τη φωτογραφία μέσα στη βαλίτσα, πρόσεξε πως στην εσωτερική πλευρά, πάνω στη φόδρα, υπήρχε ένα καρφιτσωμένο σημείωμα. Με σχεδόν παιδικά γράμματα «πάρε με μαζί σου μαμά».

Το φως του φεγγαριού έπεφτε παράξενα, ίδιο βλέμμα που ψάχνει να αγγίξει κάτι κρυφό. Η νύχτα θαρρείς ακολουθούσε την ανάσα της, μια ανάσα λαχανιασμένη που περνούσε αλλάζοντας  ό,τι άγγιζε. Πλησίασε διστακτικά στο στενό παράθυρο. Δεν ήξερε γιατί, μα ένιωθε πως κάθε τι εκεί, την κοιτούσε μέσα κι έξω. Όχι με εχθρότητα. Όχι με περιέργεια. Ίσως με κάποια αγωνία, όπως περιμένει κάποιος να φανερωθεί μια αλήθεια. Και καθώς τρεμόσβηναν τα φώτα, ένα νυχτοπούλι ξεπρόβαλε μέσα από την πυκνή φυλλωσιά του κισσού, και σαν ψίθυρος που πήρε μορφή γλίστρησε μέχρι το φεγγίτη. Πλησίασε προσεκτικά, έλεγες περνούσε σε άλλον κόσμο. Η ανάσα της έκανε τον αέρα να τρέμει. Δεν ήξερε γιατί, μα ένιωθε πως το ίδιο το φως την παρατηρούσε· πως τα αντικείμενα γύρω της  -η κεντημένη κουρτίνα, τα βάζα, η παλιά λάμπα πετρελαίου, ο λύχνος, ο τοίχος, οι κορνίζες- όλα την έβλεπαν, όχι απειλητικά, ούτε με περιέργεια, αλλά με την αγωνία εκείνων που περιμένουν μια αποκάλυψη.

Κάποια στιγμή, μια λάμψη άγγιξε το πρόσωπό της. Ένα ρίγος τη διαπέρασε από τα νύχια ως την κορφή. Τα μάτια της, δυο φλόγες κεχριμπάρι, καθρεφτίστηκαν στο τζάμι· ένιωσε πως τα μάτια της αναζήτησαν κάτι, ένα ίχνος, ένα όνομα ίσως που κάποτε γνώριζε, κι εκεί, που ένα λεπτό μόνο είχε γλιστρήσει από την αταξία του χρόνου, εκείνο το παράθυρο έμοιαζε να θυμάται.

Κοντοστάθηκε, οι σκέψεις ένα κουβάρι ασημένιες και μαύρες κλωστές. Έστρεψε τα μάτια στη βαλίτσα με καλοσύνη. «Η αφή, η αφή», σκέφτηκε καθώς το πρώτο που τής ήρθε στο νου ήταν το άγγιγμα. Προηγουμένως, πάνω στην ξεφτισμένη της επιφάνεια, είχε προσέξει κάτι βαθιές χαρακιές. «Μαζί με την Καλλιρρόη θαρρείς γερνά και τούτη η βαλίτσα» συλλογίστηκε κι έπεσε αποκαμωμένη να κοιμηθεί.

Στη βαλίτσα, ένα σακάκι μπλε, ένα μαντίλι, ένα κλαδάκι αμυγδαλιάς, ένα ζευγάρι γυαλιά, μια φωτογραφία, ένα νυφικό κι ένα παιδικό σημείωμα. Τα είχε κρατήσει όλα στα χέρια της, δεν τής ανήκαν, τη ζητούσαν όμως, το ένιωθε. Περιεργάστηκε το κλαδάκι της αμυγδαλιάς κι ήταν ως να έζησε τη στιγμή που η άνοιξη της ζωής συνάντησε τον χειμώνα μιας μακράς απουσίας.

Μια βροντή είχε αναγγείλει τον ερχομό της βροχής. Για ένα πράγμα ήταν σίγουρη. Ο οντάς της Καλλιρρόης δεν ήταν απλώς μια κάμαρα. Ήταν μια γέφυρα μνήμης, πόνου, νοσταλγίας και ανοιχτών λογαριασμών με το παρελθόν κι εκείνη είχε κληθεί από ένα παράξενο παιχνίδι της Μοίρας, να ζήσει σε ένα χώρο φορτισμένο, που της ζητούσε να εμπλακεί, να ακούσει, ίσως και να συνεχίσει κάτι. Αυτό το σημείωμα με τα παιδικά γράμματα, αυτό το «πάρε με μαζί σου μαμά» δεν απευθυνόταν μόνο κυριολεκτικά σε κάποιο πρόσωπο μιας άλλης εποχής. «Κάλεσμα στο μέλλον, προσφορά μιας αλήθειας που δεν πρέπει να μείνει πίσω» έκλεισε βαριά τα βλέφαρα.

Κάτω απ’ τις φτερούγες του θανάτου είχε αρχίσει το ίδιο δρομολόγιο η σκέψη της Καλλιρρόης.

Θυμόταν…

8 Οκτώβρη 1943, μια νύχτα με παγωμένο αέρα, ο Γιωργής λαχανιασμένος στον οντά. Μύριζε καπνό και χώμα. Έκανε ώρα να μιλήσει. Του είχε κλείσει με το χέρι της το στόμα, «δεν χρειάζεται να πεις κάτι, αν είναι να πεθάνεις, να με φιλήσεις πρώτα» την αγκάλιασε μα δεν την φίλησε.

28 Οκτώβρη 1943, ο Γιωργής, στην τελευταία συνάντηση με την Μάρθα, έλεγε πως ένιωθε ένα κάψιμο στην παλάμη του, όχι πόνο απαραίτητα, κάτι άλλο ανεξήγητο. Και η Μάρθα όμως, είχε πει πως από την πρώτη τους χειραψία, αλλά περισσότερο σ’ εκείνη που έμελλε να είναι η στερνή, ήταν λες και περνούσε ένα κομμάτι της ζωής του, μέσα της, σαν μια οικειότητα που δεν ήταν σε θέση να ερμηνεύσει.

4 Νοέμβρη 1943, ο Γιωργής ντυμένος γαμπρός κατέβαινε αργά τα πέτρινα σκαλοπάτια. Τα μάτια του ήταν γεμάτα νυχτερίδες. Ήξερε, ίσως γι’ αυτό ντύθηκε γαμπρός, για να κρατήσει έτσι την εικόνα του η Καλλιρρόη.

Δύο γυναίκες, η Καλλιρρόη, στο κατώφλι της αιωνιότητας, να αισθάνεται την αγωνία της νεαρής ψυχής, ως να περίμενε αυτό το χέρι για να της ξεκλειδώσει την έξοδο από τα μάταια του κόσμου, και η δασκάλα που δεν είχε ύπνο, είχε πάρει όμως την απόφαση να αναμετρηθεί με αυτό το παρελθόν, να γίνει και η ίδια κοινωνός του, να ενώσει τις σιωπές, να δώσει φωνή στα ξεχασμένα, να γίνει ο κρίκος ανάμεσα στο τραύμα και την κάθαρση… Η θύμηση της μητέρας της, έκανε τα μάτια της να βουρκώσουν. Τα χείλη ψέλλισαν τ’ όνομά της, «Άννα» σαν ικεσία ακούστηκε. Η καρδιά της σφίχτηκε.

Χαράματα, όλα τα είχε ξεπλύνει η βροχή. Ως να μην υπήρχε πια τίποτα να κρύψει η καινούργια ανατολή ρόδισε στον ορίζοντα.

Στις μέρες που ακολούθησαν η βαλίτσα άνοιξε και έκλεισε δεκάδες φορές· μια βαλίτσα θα γινόταν η αφορμή να βρουν φωνή τα ανείπωτα. Καθώς άγγιζε τα χαραγμένα σημάδια, την κόκκινη φόδρα, και προσπαθούσε να καταλάβει ποια ιστορία, ποια αλήθεια ζητούσε να ειπωθεί, πάντα τελευταίο άφηνε εκείνο το παιδικό σημείωμα, κι ήταν στιγμές που ένιωθε πως ένα μεγάλο ποτάμι άλλαζε κοίτη από τις εσχατιές τ’ ουρανού μέχρι τη γη για να την συναντήσει, να της μιλήσει για επεισόδια που είχαν χαθεί, για αγκαλιές που δεν είχαν ορίσει οι ίδιες το τέλος, για λόγια που έμειναν κρυφά στις πτυχές ενός νυφικού ή στη γωνία μιας φωτογραφίας. Η δασκάλα παρατηρούσε νιώθοντας πως η ίδια είχε μπει πλέον σε έναν χώρο όπου ο χρόνος δεν κυλούσε όπως έξω, αλλά κυκλικά.

Παραμονή Πρωτοχρονιάς. Είχε αρχίσει από νωρίς να χιονίζει. Σε κάθε νιφάδα που πέφτει, σε κάθε σιωπηλή στιγμή, σε κάθε στέγη που ασπρίζει γεννιέται μια υπόσχεση. Κάπως έτσι μπορεί κάποιες καρδιές να βρίσκουν τον τρόπο για να  δουν ξανά τον κόσμο με άλλα μάτια και τη ζωή από την αρχή, κάπως έτσι, ο καινούργιος χρόνος δεν είναι παρά μια λευκή σελίδα ανοικτή και διαθέσιμη, γιατί τα πιο όμορφα πράγματα είναι αυτά της καρδιάς που δεν πέταξε τίποτα στο πηγάδι της λήθης. Κάπως έτσι ο κόσμος ξαναγίνεται παιδικός, εύθραυστος και έτοιμος να ξαναγραφτεί.

Παραμονή Πρωτοχρονιάς. Μια όμορφη, καλοβαλμένη γυναίκα, γύρω στα πενήντα, κατεβαίνει με βήμα σταθερό από το υπεραστικό λεωφορείο που μόλις έχει φτάσει από το Ηράκλειο, στο Οροπέδιο Λασιθίου. Φοράει καμηλό παλτό. Οι καφέ δερμάτινες μπότες της αφήνουν σημάδια στο πρώτο στρώμα χιονιού. Ένα χοντρό κασκόλ τυλίγει τον λαιμό αφήνοντας μόνο το πρόσωπό της να φαίνεται. Κρατά μια μικρή βαλίτσα στο ένα χέρι και ένα κουτί γλυκά στο άλλο.

Λίγα μέτρα πιο πέρα, στο βάθος του δρόμου, η Καλλιρρόη στέκεται μπροστά από το κλειστό εμποροραφείο του Σίκη. Τα ξύλινα παντζούρια και η βαριά πόρτα μετρούν φθορές και σαράκι. Ούτε και το εμποροραφείο είναι απλά ένας χώρος· όχι, είναι και αυτό ένας καθρέφτης της μνήμης αφού, εκεί είχε ράψει ο Γιωργής το σακάκι του, εκεί είχε αγοράσει και η ίδια τα απαραίτητα για το νυφικό της. Μια κλεφτή ματιά στο εσωτερικό, κάθε ράφι, κάθε τόπι ύφασμα, κάθε κουβαρίστρα, κάθε βελόνα θυμάται…

Μια δεύτερη ματιά στο δρόμο έχει ήδη αιχμαλωτίσει την κομψή γυναίκα που πλησιάζει. Μόλις ένα σύντομο βλέμμα χρειάστηκε για να καταλάβει τη συγγένεια με την δασκάλα.  Στο επόμενο, σάστισε,  της φάνηκε κάπως πιο γνώριμη η φυσιογνωμία. Ένα παράξενο αίσθημα ανάμεικτης οικειότητας και αμηχανίας φώλιασε μέσα της, θαρρείς ξυπνούσε ξαφνικά μια ακόμη ανάμνηση με διαφορετικό όνομα, όμως είχε τα ίδια μάτια, την ίδια μελαγχολική ένταση, θαρρείς μια γνώριμη σκιά που είχε μείνει πίσω από χρόνια, τώρα ερχόταν ξανά.

Λίγο αργότερα, η δασκάλα χανόταν στην αγκαλιά της μητέρας της με δάκρυα χαράς. Εκεί καθώς αγκαλιάζονταν έπεσε η ματιά της, στην παλιά βαλίτσα της Μάρθας. Τι κι αν ήταν φθαρμένη, δεν χρειαζόταν δεύτερη ματιά, το χρώμα, το μέγεθος, μα πιο πολύ η κορδέλα που ήταν περασμένη στη λαβή. Μια ανάσα την πρόδωσε, όχι βαριά, μα κοφτή, γρήγορη, ένα λαχάνιασμα κι ο χρόνος είχε αρχίσει να μαζεύεται προς τα μέσα, τόσο, ώσπου έμεινε μόνο εκείνη υπακούοντας στις επιταγές της στιγμής.

Κοριτσάκι στα δεκατρία,  ο πατέρας της αγνοούμενος στο μέτωπο, η μητέρα της, μια γυναίκα καλλιεργημένη, που φεύγει, «για το καλό της πατρίδας μας, για την λευτεριά Άννα μου» τα τελευταία της λόγια, λίγο πριν κλείσει η σιδερένια πόρτα του Παρθεναγωγείου. «Πάρε με μαζί σου μαμά» αυτή η μικρή φράση, τώρα, τόσα χρόνια μετά, όχι ως ανάμνηση, αλλά ένα παρόν αλλιώτικο. Ένας κόμπος που δεν είχε λυθεί. Ένιωθε μια αλήθεια να αποκαλύπτεται με την απλότητα του αναντίρρητου. Η βαλίτσα της Μάρθας ήταν εδώ, κι εκείνη, η κόρη της, είχε μόλις σκύψει πάνω από τη μνήμη και τα σημάδια της. «Η βαλίτσα της Μάρθας, της μητέρας μου» ξεψυχισμένα βγήκε από τα χείλη της Άννας.

«Μάρθα» η ίδια η λέξη ακουγόταν με οδύνη. Μάρθα. Είχε χαθεί στην Κατοχή; στους δρόμους ή στα βουνά, κανείς δεν ήξερε με βεβαιότητα. Άλλοι έλεγαν πως την εκτέλεσαν σε κάποια μυστική αποστολή· άλλοι πως είχε σκοτωθεί κάπου στα σύνορα, τότε με τον Εμφύλιο. Τίποτα σίγουρο. Μόνο εκείνη η τελευταία φράση: «Για το καλό της πατρίδας μας. Για τη λευτεριά»—λέξεις που προκαλούν δέος, μα τις περισσότερες φορές αφήνουν πίσω τους ορφάνια.

Η Καλλιρρόη άνοιξε την αγκαλιά της, κράτησε και τις δύο, κρύβοντας τον λυγμό. Δεν χρειαζόταν να ρωτήσει τίποτα. Το χιόνι έπεφτε πιο πυκνό τώρα. Κάθε κουβέντα μέρος μιας αποκάλυψης. Η βαλίτσα της Μάρθας δεν ήταν απλά μια αποσκευή. Ήταν το ανείπωτο που επέστρεφε. Μια μυστική παρακαταθήκη που άλλαζε χέρια. Η βαλίτσα της Μάρθας, το μόνο που είχε απομείνει από μια ζωή κομμένη στα δύο. Μια παλιά βαλίτσα, ένα παιδικό σημείωμα και κάτι ακόμα, ένα γράμμα κλειστό στην εσοχή του διπλού πάτου. Όχι απαραίτητα αυτό που ήθελε η Άννα. Αλλά αυτό που χρειαζόταν. Σκυφτή, χάιδευε την ξεφτισμένη βαλίτσα. Άγγιξε την κορδέλα, την φορούσε κάποτε στα καλοχτενισμένα μαλλιά. Βρήκε το σημείωμα, έκλαψε. Και το γράμμα! Ταράχτηκε νιώθοντας πως η μητέρα της δεν είχε φύγει ποτέ· πως απλώς περίμενε, τόσα χρόνια, την κατάλληλη στιγμή, εδώ για να την ξαναβρεί.

Παραμονή Πρωτοχρονιάς, καθώς το χιόνι σκέπαζε απαλά, κεραμίδια, καλντερίμια και δώματα και οι σκιές πύκνωναν γύρω, τρεις γυναίκες -η Καλλιρρόη, η Άννα και η κόρη της- κάθονταν στο γιορτινό τραπέζι, κι ανάμεσα τους ίσκιοι γνώριμοι, τα πρόσωπα που δεν είχαν προλάβει να πουν το τελευταίο αντίο. Στον οντά, ύστερα από σαράντα οκτώ χρόνια, το ίδιο τραπέζι στρωμένο με το ίδιο υφαντό τραπεζομάντηλο, τα ίδια πήλινα πιάτα, τις ίδιες κούπες, την ίδια ασημένια κανάτα, όλα με μικρές λεπτομέρειες εκεί που η μνήμη αποκτά δικαίωμα, λεπτομέρειες, αυτές που κάνουν τα απλά να φαίνονται ιερά. Ανάμεσά τους, μήλα, κυδώνια, αμύγδαλα, καρύδια και μια βασιλόπιτα.

Εκείνη η Πρωτοχρονιά ήρθε γεμάτη συγκίνηση θαρρείς κι ήθελε να σκεπάσει παλιές πληγές. Ένα αόρατο ρολόι χτύπησε δώδεκα φορές μέσα στο σκοτάδι. Κάθε χτύπος έμοιαζε να σημαίνει όχι τόσο τον ερχομό του νέου χρόνου, όσο ένα νέο προσκλητήριο ονομάτων.

Εκείνη την Πρωτοχρονιά, η νεοφερμένη δασκάλα έγερνε πλάι στη μητέρα της. Τέτοιες στιγμές γράφει και γράφεται η συγκίνηση. Ο οντάς φωτισμένος μόνο από τις φλόγες του τζακιού και των κεριών που τρεμόπαιζαν στο τραπέζι. Στα χέρια της η δασκάλα κρατούσε το γράμμα. Το χαρτί λεπτό, σχεδόν διάφανο, τα γράμματα της Μάρθας, καλλιγραφικά, με μελάνι, με μια σιγουριά που δεν χωρούσε αμφιβολία πως πίστευε όσα έγραφε. Η Άννα παρακολουθούσε με μάτια υγρά, μπορεί και να έβλεπε το πρόσωπο της Μάρθας μέσα από το πρόσωπο της κόρης της. Η φωνή της δασκάλας έτρεμε: «Αν ποτέ βρεθείς να κρατάς αυτή τη βαλίτσα, αν ποτέ σου τύχει να κουβαλήσεις τα βάρη, τα όνειρα και τους αγώνες αυτών που ήρθαν πριν από εσένα, να θυμάσαι παιδί μου πως ό,τι αφήνουμε πίσω δεν χάνεται· μόνο αλλάζει τόπο και χρόνο καμιά φορά, έτσι όπως το χιόνι, που λιώνει και γίνεται νερό, κυλάει, ταξιδεύει μπορεί να φτάσει από μια κεραμιδοσκεπή και στη θάλασσα, μα έρχεται η στιγμή που ξαναγίνεται ουρανός. Έτσι είναι και οι άνθρωποι και οι αγώνες τους. Στον κύκλο της ζωής, όλα επιστρέφουν με άλλους τρόπους. Ας φυσήξει ο άνεμος της ειρήνης στα δικά σας χρόνια. Μη φοβηθείς αν χρειαστεί να περπατήσεις σε δύσκολους καιρούς· κάθε εποχή δοκιμάζει τους ανθρώπους της. Κι αν έρθει η στιγμή να παλέψεις κι εσύ για την ελευθερία, να μη διστάσεις ούτε μια στιγμή. Κάνε το με πίστη, με περηφάνια, με την ευχή μου, για την πατρίδα μας, για τον άνθρωπο, για την αλήθεια. Μην κρατήσεις τίποτα που να σε βαραίνει. Οι μνήμες, οι πληγές, τα λάθη, όλα έχουν τον λόγο τους, μα δεν είναι για να τα κουβαλάμε αιώνια. Κράτα μόνο την αγάπη. Αυτή είναι το μόνο που αξίζει να σωθεί, το μόνο που μένει όταν όλα τα άλλα τελειώνουν. Να το πράξεις με την ευχή μου, για την Ελλάδα μας. Σε φιλώ. Η μητέρα σου, Μάρθα Βερμπίνη»

Καθώς οι λέξεις κύλησαν στον αέρα, η φωνή της Μάρθας έμοιαζε να αντηχεί τώρα, μέσα στο χώρο. Ύστερα από τόσες δεκαετίες, ως να είχε επιστρέψει σαν πνοή, σαν μια ματιά που τις αγκάλιαζε και τις τρεις, το επίθετο της Μάρθας ακούστηκε πρώτη φορά σ’ εκείνο τον οντά. Ένα γράμμα, αναπάντεχα έφερνε στο φως χαμένες συγγένειες, τραύματα και συνέχειες, και καθώς το καρδιοχτύπι αργούσε να σβήσει μέσα στη σιωπή και οι αναμνήσεις ξαναζωντάνευαν, κάθε όνομα που ακουγόταν ήταν μια πρόκληση.

Η Καλλιρρόη φανερά αναστατωμένη άνοιξε τον Ερωτόκριτο. Μέσα στις σελίδες του αναζήτησε το γράμμα της Μελιτίνης. Έβαλε τα πρεσβυωπικά γυαλιά, έσκυψε πάνω από τον διπλωμένο φάκελο. «Πο-λύ-μνι-α  Βερ-μπί-νη» διάβασε συλλαβιστά, με χείλη που έτρεμαν…

«Κι εμένα, κι εμένα, έτσι με λένε, το όνομά μου είναι Πολύμνια, Πόλυ με φώναζε ο μπαμπάς, η οικογένεια της μητέρας μου όμως, λεγόταν Βερμπίνη…»  συγκλονισμένη η νεοφερμένη δασκάλα.

«Μάλιστα, Πολύμνια Βερμπίνη, η θεία μου, αδερφή, της μητέρας μου, της Μάρθας, αυτή που σκοτώθηκε στον τελευταίο βομβαρδισμό του Πειραιά, στην Οικοκυρική Σχολή…» συμπλήρωσε με δυσκολία η Άννα, και χωρίς να κρύψει τον κόμπο που την έπνιγε, «ίσως δεν βρεθήκαμε απόψε εδώ τυχαία…»

Είναι που, η μνήμη γνωρίζει πριν από εμάς ποιοι είμαστε, κι έρχεται να μας το θυμίσει, τη στιγμή που πραγματικά είμαστε έτοιμοι ν’ αφουγκραστούμε.

Είναι που, για κάποιες μνήμες δεν βρίσκουμε ποτέ τις κατάλληλες λέξεις.

Είναι που, καμμιά φορά, επιστρέφει για ν’ ανοίξει καινούργια κεφάλαια.

Είναι που, υφαίνει με αόρατες μεταξένιες κλωστές τα πρόσωπα που χάθηκαν, για να τα επιστρέψει την ώρα που δεν το περιμένεις.

Είναι που, βρίσκει πάντα τον δρόμο της, ακόμη κι αν χρειαστεί να επιστρέψει με μια παλιά βαλίτσα στο χέρι.

Είναι που η μνήμη, κάποτε, δεν ζητά τίποτε άλλο· μόνο να ακουστεί.

Η Καλλιρρόη, ήρεμη έκανε δυο βήματα, μετά κάθισε στην καρέκλα μπροστά στο παράθυρο, κοντά στο τζάκι. Κρατώντας στα χέρια το μισοραμμένο νυφικό, περισσότερο σάβανο πια, αποκοιμήθηκε, κι ονειρεύονταν πως ήταν νέα και πως περίμενε τον Γιωργή, όπως τότε, όπως παλιά, όπως πάντα. Αντί γι’ αυτόν, ήρθαν δυο γυναίκες με μαύρα μάτια, χλωμές πολύ, η Μάρθα και η Μελιτίνη και δίδοντάς της το χέρι «ήρθε η ώρα φιλενάδα».

Η Καλλιρρόη σηκώθηκε όρθια μέσα στο όνειρο, φόρεσε το νυφικό…

Το πρωί, το φως πέρασε μέσα από την κεντημένη κουρτίνα. Μια τελετή είχε μόλις τελειώσει· μια άλλη, μόλις άρχιζε.

Στον οντά μύριζε κερί που λιώνει και ρόδο.

Λένε πως, όταν φυσάει ο βοριάς, ακούγονται γυναικείες φωνές να ψιθυρίζουν ονόματα και πως, ο αέρας γεμίζει με άρωμα από παλιά όνειρα.

Ίσως να είναι πάντα γυναίκες∙ οι αθέατες υφάντρες του χρόνου. Με τα δάχτυλα κινούνται αθόρυβα πάνω από λευκές κλωστές, περνούν τις σαΐτες με τα χρωματιστά μασούρια μέσα από το στημόνι της ζωής, υφαίνουν ιστορίες πίσω κι εμπρός απ’ τον καιρό, ακούγονται τα πατήματα του αργαλειού, μένουν ξάγρυπνες στη ράχη της νύχτας, για να μεταλάβουν φως, αύριο στον καιρό της αγάπης. Δεν ζητούν τίποτα, μονάχα να μείνει κάτι όρθιο μέσα στη λήθη, ένα χαμόγελο, ένα τραγούδι, μια ζεστή ματιά, ένα άγγιγμα, μια φωτογραφία, ένα δάκρυ, μια λέξη.

Κι ίσως τότε, εκείνη την Παραμονή Πρωτοχρονιάς, η Καλλιρρόη να παραδέχτηκε πως όλη η ζωή της ήταν μια σπονδή· όχι με κρασί και μέλι, μα με δάκρυα και αγάπη. Μια σπονδή στους ανθρώπους που είχαν χαθεί κι όμως επέμεναν να επιστρέφουν μέσα από σημάδια, μέσα από αντικείμενα, μέσα από τις μικρές λεπτομέρειες που σμίγουν ψυχές. Η παλιά βαλίτσα,  δεν ήταν παρά το ιερό σκεύος της σπονδής∙ μέσα της φυλάγονταν οι βαριές σταλαγματιές του χρόνου, οι φωνές που δεν χάθηκαν, οι υποσχέσεις που δεν αναιρέθηκαν. Όπως στην αρχαιότητα άδειαζαν το πήλινο κύπελλο προς τη γη για να επικυρώσουν τον δεσμό τους με το Θείο, έτσι κι εκείνη, η Καλλιρρόη, με την αφή πάνω στη βαλίτσα, σφράγιζε τη συνέχεια της γενιάς της, προσφέροντας στο φως ό,τι κράτησε και ό,τι αγάπησε. Γιατί η μνήμη, όπως το κρασί, δεν χάνεται σε μια τέτοια σπονδή· μεταμορφώνεται σε δεσμό, σε γέφυρα μυστική ανάμεσα στους κόσμους. Η Καλλιρρόη η ιέρεια μιας αόρατης τελετής· εκεί όπου οι γυναίκες αφιερώνουν τη σπονδή στον ήλιο,  κι αντί για δάκρυ, κρατούν το νήμα, της συνέχειας της ζωής και ξετυλίγεται ο μίτος ως τον ουρανό, να θυμίζει πως τίποτα αληθινό δεν χάνεται.

Κάθε φορά που κάποιος ανοίγει μια παλιά βαλίτσα, εκείνες οι γυναίκες επιστρέφουν. Ανασαίνουν μέσα στα διπλωμένα ρούχα, στα ξεθωριασμένα γράμματα, στην ξεφτισμένη φόδρα και στις φωτογραφίες με τα τσακισμένα περιθώρια. Είναι οι φωνές που ψιθυρίζουν πως τίποτα δεν πάει χαμένο, όσο υπάρχει κάποιος να θυμάται, όσο μια μυστική ένταση σε τραβάει να ξεφυλλίσεις το τετράδιο μιας μελαγχολίας που στην ετικέτα του γράφει  με κεφαλαία «Η ΖΩΗ ΕΙΝΑΙ ΤΑΞΙΔΙ».

Μαθαίνουμε ξανά να κοιτάζουμε πίσω, όχι με θλίψη, αλλά με ευγνωμοσύνη. Να κρατούμε από το χτες ό,τι φωτίζει, την αγάπη που επιμένει, την πίστη που δεν σβήνει, την ελπίδα που ξαναγεννιέται, την ανθρωπιά που μας ενώνει. Γιατί, στο τέλος, αυτές οι γυναίκες δεν είναι άλλες από εμάς τις ίδιες, όταν αποφασίζουμε να προχωρήσουμε κόντρα στη λήθη, γιατί η παλιά βαλίτσα που κουβαλάμε δεν έχει μόνο αντικείμενα και ενθυμήσεις, αλλά και όνειρα, και όσα μαθαίνουμε και αισθανόμαστε.

Κλαίς…

«Γι’ αυτό κι εγώ, και αύριο, στο χτες θα ανήκω, στο χτες…» ένα φτερούγισμα κι ένα ψιθύρισμα στη νύχτα που ράγισε.

 

Χαρούλα Βερίγου. Κέρκυρα, 6 Νοέμβρη 2025

 

Αφήστε μια απάντηση

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.