Δεν θα έλεγα «με ενδιαφέρον» απλώς, αλλά θα έλεγα «με ενδιαφέρον, μεγάλη χαρά και συγκίνηση» διαβάσαμε πως επανακυκλοφορεί το μυθιστόρημα του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, Το Έγκλημα και η Τιμωρία σε μετάφραση Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη από τις Εκδόσεις Historia. Το μνημειώδες αυτό μεταφραστικό εγχείρημα παρέμεινε για δεκαετίες ανώνυμο και χρειάστηκε να περάσει ένας ολόκληρος αιώνας για να εκδοθεί για πρώτη φορά σε βιβλίο, το 1992, από τις Εκδόσεις Ιδεόγραμμα και Πρόλογο του Εμμανουήλ Ροΐδη.
Πλήρη κατάλογο με τα μεταφρασμένα διηγήματα του Παπαδιαμάντη δεν έχουμε, όμως έχει γίνει μεγάλος λόγος γι’ αυτά από έγκριτους μελετητές, εφόσον, ως γνωστόν, ο φιλομαθής και αυτοδίδακτος Παπαδιαμάντης, μετέφραζε και δημοσίευε σε συνέχειες τα μεταφράσματά του από την ξένη λογοτεχνία, στις εφημερίδες με τις οποίες συνεργαζόταν. Πάντως οι ειδικοί μελετητές μιλούν για περισσότερες από 40 εκδόσεις, για το διάστημα 1968-2009. Από τότε έως σήμερα έχει τρέξει πολύ νερό στο αυλάκι, το οποίο μας οδηγεί στη σημερινή έκδοση της Historia, η οποία είναι διπλά μοναδική και για το ίδιο το έργο του μεγάλου Ρώσου συγγραφέα και για τον μεταφραστή, ο οποίος ας πούμε ότι μπορεί να είναι ο εθνικός μας διηγηματογράφος. Έχουμε / ξαναέχουμε, λοιπόν, το έργο του Ντοστογιέφσκι Το Έγκλημα και η Τιμωρία, σε μετάφραση του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη.
Το έργο έχει εξαιρετικά μεταφερθεί και στον κινηματογράφο. Το θέμα του έχει ως εξής: Ο φοιτητής Ρασκόλνικωφ, έχοντας σχηματίσει την ιδέα ότι ανήκει στους λίγους εκλεκτούς που έχουν το δικαίωμα να υπερβαίνουν τον νόμο, διαπράττει ένα φρικτό έγκλημα. Ο κορυφαίος ψυχογράφος Ντοστογιέφσκι παρακολουθεί με συγκλονιστική οξυδέρκεια την πορεία του ήρωά του από την ύβρη στην παραδοχή της ενοχής και από την εσωτερική διάλυση στην αναζήτηση της λύτρωσης.
Εδώ θα λέγαμε πως όλα αγγίζουν και τον Παπαδιαμάντη. Γιατί αν παραβάλουμε τον εσωτερικό αγώνα, την πάλη του ανθρώπου, του φοιτητή που κρύβεται από τον διώκτη ανακριτή, κυρίως όμως από τη συνείδησή του, το ίδιο ισχύει και για την Φόνισσα του Παπαδιαμάντη, της οποίας ο νους ψηλώνει τόσο ώστε να αποφασίσει εκείνη σαν θεός ότι τα κορίτσια των φτωχών οικογενειών πρέπει να πεθάνουν για να μη βασανίζονται και αυτά και οι οικογένειές τους.
Εδώ θα μπορούσαμε να προσθέσουμε και την άποψη της Σταυρούλας Παπασπύρου, από το εξαιρετικό κείμενο της οποίας απομονώνω τα κάτωθι:
«Ο Παπαδιαμάντης στράφηκε με τε διηγήματά του προς τοὺς ἡττημένους τῆς ζωῆς, τοὺς ἄπραγους, τοὺς ἀλκοολικούς, τοὺς φτωχούς, σ᾿ αὐτοὺς ποὺ ζοῦν παράμερα ἀπὸ τοὺς «πολιτισμένους» ἀνθρώπους, συναισθανόμενος τὸν ἀγώνα τοὺς κόντρα στὴν ἀρρώστια, τὸ θάνατο, τὸν κοινωνικὸ ἀποκλεισμό. Βρῆκε τὸ ὑλικό του στὶς καρδιὲς τῶν παιδιῶν, τῶν γυναικῶν, τῶν ἀνίσχυρων γερόντων καὶ τὸ ἔνωσε μὲ τὴν ὀμορφιὰ τῆς θάλασσας καὶ τῆς Σκιάθου, ἀγκαλιάζοντας στὶς περιγραφές του ὅλες τὶς ἀμμουδιές, τὰ λιμανάκια, τὶς χαράδρες, τὰ ὑψώματα καὶ τὰ «ρόδινα ἀκρογιάλια» τοῦ ἀγαπημένου του νησιοῦ. Καὶ μπολιάζοντας τὶς παιδικές του ἀναμνήσεις μὲ τὰ θρησκευτικά του βιώματα, τὰ δικά του βάσανα, τὴν εὐαισθησία του καὶ τὸν ποιητικό του οἶστρο, κατάφερε ν᾿ ἀναδείξει τὸ ντόπιο ἦθος».
Για την ψυχοσύνθεση ορισμένων ηρώων ή για το περιβάλλον στο οποίο κακοπαθαίνουν οι άνθρωποι, λοιπόν, οι μελετητές επεσήμαναν σχέσεις με ξένους συγγραφείς. Η γνωριμία του Παπαδιαμάντη με την αγγλική λογοτεχνία, κυρίως του Καρόλου Ντίκενς και του Χωλ Κέυν, των οποίων έργα μετέφρασε στα ελληνικά, έχει ασκήσει επίδραση στο έργο του. Αλλά και ο Γάλλος μελετητής Λε Γκιγιού τον έχει ονομάσει «Έλληνα Ντοστογιέφσκυ». Ο επίσης μελετητής του έργου του Κ. Μπαστιάς έχει επισημάνει ότι οι δυο Σκιαθίτες, Παπαδιαμάντης και Μωραϊτίδης, θυμίζουν Τολστόι. Και η ομοιότητά τους φαίνεται αν κοιτάξει κανείς μερικά χαρακτηριστικά των ξένων και του Έλληνα λογοτέχνη όπως: η άρνηση των υλικών αγαθών, η συνείδηση ότι «ο κόσμος είναι κοιλάδα θρήνων, που τρυπάνε τη συνείδηση εκείνων που έχουν αυτιά για να ακούνε και μάτια για να βλέπουν». Ο ίδιος πάντως φέρεται ότι έλεγε: Δεν ομοιάζω τω Δίκενς, δεν ομοιάζω τω Δοστογιέφσκη, Ομοιάζω τω εαυτώ μου.
Η μετάφραση λοιπόν, αυτή η οποία γίνεται σε παπαδιαμαντική γλώσσα, μας δίνει την ευκαιρία να διαβάζουμε την ιστορία ενός Ρώσου δράστη και να νιώθουμε πως είναι κάτοικος Σκιάθου… «Μοναδικό πολιτισμικό τεκμήριο, η συνάντηση δύο κορυφαίων μορφών της ρωσικής και της ελληνικής λογοτεχνίας. Υλοποιήθηκε με πρωτοβουλία της Εφημερίδος από τον Παπαδιαμάντη και δημοσιεύθηκε σε 106 συνέχειες-επιφυλλίδες το 1889, φέρνοντας για πρώτη φορά το ελληνικό αναγνωστικό κοινό σε επαφή με το έργο του Ρώσου κλασικού».
Η ιστορική εκείνη έκδοση, εξαντλημένη εδώ και πολλά χρόνια, ανέδειξε τη σπουδαιότητα της παπαδιαμαντικής μετάφρασης και άνοιξε τον δρόμο για την παρούσα από τις Εκδόσεις Historia με το κείμενο πλήρες και φιλολογικά τεκμηριωμένο, σε επιμέλεια του Κωνσταντίνου Κούκουνα. Η έκδοση συνοδεύεται από την παρουσίαση που έγραψε το 1889 και τον Εμμανουήλ Ροΐδη, όπως ήδη είπαμε στον Πρόλογο.
Εν τέλει, εκείνο για το οποίο αισθανόμαστε χαρά και συγκίνηση είναι κυρίως, πιστεύω, η γλώσσα του, μια γλώσσα κράμα αρχαίας ελληνικής, καθαρεύουσας, λόγιας, βυζαντινής, εκκλησιαστικής και δημοτικής, διανθισμένης από λαϊκά και διαλεκτικά στοιχεία, επίθετα και μεταφορές, παρομοιώσεις, ποιητικές εικόνες και διάφορα σχήματα λόγου. Όλα αυτά που κάνουν το ύφος του Παπαδιαμάντη αυστηρώς ανεπανάληπτο και προσωπικό, και δυνατά υποβλητικό, στοιχεία χαρακτηριστικά της τέχνης του, που όμως τα ξεπερνάει και αφήνει στον αναγνώστη την αίσθησή της και μετά την απομάκρυνση από αυτά.
Δεν έχουμε παρά να καλωσορίσουμε το βιβλίο στις προσθήκες των βιβλιοπωλείων.
Ανθούλα Δανιήλ
