You are currently viewing Νίκη Μισαηλίδη: Δημήτρης Σωτάκης. Μισή καρδιά. Αθήνα: Κέδρος, 2022. (ISBN: 978-960-04-5246-4)

Νίκη Μισαηλίδη: Δημήτρης Σωτάκης. Μισή καρδιά. Αθήνα: Κέδρος, 2022. (ISBN: 978-960-04-5246-4)

«Η μισή καρδιά ως πλήρης ύπαρξη» 

 

Ο Δημήτρης Σωτάκης, στο μυθιστόρημά του Μισή καρδιά (Κέδρος, 2022) (ISBN: 978-960-04-5246-4), κατορθώνει μια ιδιότυπη και λειτουργική σύνθεση του ρεαλιστικού με το υπερρεαλιστικό, του πραγματικού με το φαντασιακό, καθώς και του εξωτερικού χώρου με τον εσωτερικό ψυχικό κόσμο του υποκειμένου. Το αφηγηματικό πλαίσιο παρουσιάζεται αρχικά ως φαινομενικά ρεαλιστικό, ωστόσο η ρεαλιστική αυτή βάση διαρκώς διαρρηγνύεται από υπερρεαλιστικά και συμβολικά στοιχεία, τα οποία αναδεικνύουν την εσωτερική διάσταση της εμπειρίας και της ύπαρξης.

Κεντρικό πρόσωπο του έργου είναι ο ανώνυμος αφηγητής, ο οποίος ζει μια εκ πρώτης όψεως τυπική οικογενειακή ζωή με τη σύζυγό του, Μαρία, και τον γιο τους, Διονύση. Η Μαρία παρουσιάζεται ως ένα πρόσωπο ισορροπημένο και «κανονικό», σύμφωνα με την οπτική του αφηγητή: «Είναι δασκάλα σε δημοτικό σχολείο. […] Είναι αρκετά ώριμη, αρκετά σοβαρή, αρκετά αστεία, αρκετά στοργική, δεν έχει εκρήξεις, δεν πέφτει σε κατάθλιψη, δεν κραυγάζει από ενθουσιασμό, μπορεί να συζητήσει για οποιοδήποτε ζήτημα με σύνεση και κοινή λογική, είναι αυτό που, κατά κάποιον τρόπο, θα έλεγε κανείς “κανονικός άνθρωπος”» (σσ. 8–9).       Σε αντιδιαστολή προς τη σύζυγό του, ο αφηγητής αυτοπαρουσιάζεται ως μια προσωπικότητα ασταθής και ψυχικά ευάλωτη: «Συχνά πέφτω σε ψυχολογικές λακκούβες ή επιχειρώ άλματα μιας αλλόκοτης χαράς στο κενό […]» (σ. 9) και «Εργάζομαι σε μια εταιρία δημοσκοπήσεων. Ταξινομώ στατιστικά στοιχεία και αποτελέσματα διαφόρων ερευνών, για τις οποίες προφανώς δεν τρέφω κανένα αληθινό ενδιαφέρον» (σ. 9), γεγονός που ενισχύει το αίσθημα αποξένωσης και υπαρξιακής ματαίωσης. Αντίστοιχα, το πορτρέτο του γιου του, Διονύση, συγκροτείται ως αντίβαρο στην ψυχική αστάθεια του αφηγητή. Ο Διονύσης περιγράφεται ως ένα παιδί με σπάνια λογική και ωριμότητα για την ηλικία του, με έντονη αυτοσυγκράτηση και ιδιαίτερο χιούμορ:

Ο Διονύσης κάθε άλλο παρά τρελός είναι. Στα δεκατρία του χαρακτηρίζεται από μια σπάνια λογική και ωριμότητα. Διαθέτει μια μοναδική ικανότητα να εκδηλώνει στον σωστό χρόνο τις εκρήξεις ή τις συναισθηματικές εντάσεις του […]. Είναι ένα πολύ διακριτικό, ήσυχο αγόρι, σχεδόν αθόρυβο, που έχει αναπτύξει έντονη αίσθηση ενός πολύ ιδιαίτερου χιούμορ. Συνήθως βρίσκεται στο δωμάτιό του, όπου έχει χτίσει το προσωπικό του σύμπαν από χάρτες, επιτραπέζια παιχνίδια, κόμικς, βιβλία για τα μαθηματικά και τη ζωή των εντόμων […] (σ. 11).

Ο κοινωνικός περίγυρος της οικογένειας περιορίζεται στον Γεράσιμο, στενό φίλο του αφηγητή, ένας «πολύ ευχάριστος τύπος, απολαμβάνει τη ζωή του ή τουλάχιστον έχει τη θέληση να την απολαμβάνει […] «είναι ένας φωτεινός, χαρούμενος άνθρωπος, με έντονη την απουσία του σκότους γύρω του» (σ. 19).

Ο Δημήτρης Σωτάκης εστιάζοντας στη λεπτομερή, εσωτερική, κατά κύριο λόγο, παρουσίαση του κεντρικού ήρωα δίνει έμφαση σε μια από τις αγαπημένες του καθημερινές συνήθειες, το περπάτημα στους δρόμους της πόλης.

Όταν περπατάω στους δρόμους της πόλης, γεννιέται μέσα μου ένα αυξανόμενο άγχος σε σχέση με την ενδεχόμενη επαφή μου με τους υπολοίπους βαδιστές. Η συναναστροφή μου με αυτούς τους άγνωστους ανθρώπους καταντάει συχνά μια οδυνηρή διαδικασία και, χωρίς δεύτερη σκέψη, η κύρια πηγή της αλλόκοτης φοβίας είναι η μη κατανόηση των σχημάτων τους (σσ. 16-17).

Το περπάτημα στους δρόμους της πόλης του ήρωα του Δ. Σωτάκη παραπέμπει στην «περιπλάνηση» των υπερρεαλιστών, του Αντρέ Μπρετόν στο έργο του Νάντια και στο Το Χωριό μου το Παρίσι του Λουί Αραγκόν. Ο ήρωας του Σωτάκη περιπλανώμενος στον αστικό χώρο συναντά βαδιστές αλλά και αποκαλύπτει την προσπάθεια, την ανάγκη και την εσώτερη επιθυμία να συναντήσει τον εαυτό του. Έτσι, ο συγγραφέας επιχειρεί μια εσωτερική κατάβαση στο εγώ, στα «σπήλαια» του ασυνείδητου (Cirlot:1995):

Ας πούμε ότι περιμένουμε μέσα σε ένα σκοτεινό σπήλαιο, τελείως απομονωμένο, δεν περνάει ψυχή από κει. Καθόμαστε σε μια πέτρα – το σπήλαιο βρίσκεται σε ένα δάσος, μια φυσική κοιλότητα που μας κλείνει στην αγκαλιά του. Έχουμε όλη την ελευθερία που μπορεί να δοθεί σε έναν άνθρωπο να βγει απ’ αυτό, να τρέξει έξω και να βρεθεί ανάμεσα σε άλλους ανθρώπους, να ζήσει. Όμως εμείς επιλέγουμε να απέχουμε και παραμένουμε σε αυτήν την άψυχη πέτρα περιμένοντας ένα μέλλον. Περιμένουμε, περιμένουμε (σ. 204).

Το «σπήλαιο» του Σωτάκη ως σύμβολο του ασυνείδητου κόσμου παραπέμπει τον/την αναγνώστη/-στρια στον πλατωνικό μύθο και δηλώνει εμφατικά την υπαρξιακή ανάγκη του ήρωα και εν γένει του ανθρώπου για τη συγκρότηση της ατομικής ταυτότητας και της προσωπικής ελευθερίας, ως βασικής προϋπόθεσης για την αποκάλυψη της χαράς και του νοήματος/ουσίας της ζωής.

Η έξοδος από το «σπήλαιο», το πέρασμα από το σκοτάδι στο φως, από τη «γκρίζα, θολή, άνευρη απόχρωση […] στο αξιοζήλευτο φάσμα χρωμάτων» (σ. 226) αποτελεί μια επίπονη εσωτερική διαδικασία, μια «βουτιά» στο εγώ. Η έξοδος από το «σπήλαιο» μεταμορφώνει το άτομο, διεγείρει τις αισθήσεις του, το απελευθερώνει από τα δεσμά του και το καθιστά ικανό να απολαμβάνει τη ζωή.

Ήταν η ώρα της εξόδου μου από το σπήλαιο. Το σώμα μου άκαμπτο και βαρύ, πνιγμένο σε μια κραυγαλέα νωχελικότητα, αποχωριζόταν εκείνο το υγρό, βαθύ σπίτι και έβγαινε στο φως. Βάδιζα αργά μα σταθερά προς την ελευθερία […] ήμουν ευτυχισμένος, πετούσα απ’ τη χαρά μου, είχα δραπετεύσει απ’ το σπήλαιο και ανέπνεα καθαρό αέρα, δεν είχα ανάγκη τίποτα πια, εκείνη η σκοτεινή τρύπα χωρίς οξυγόνο ήταν ένα κακό όνειρο, πατούσα στα πόδια μου, η ζωή μου ήταν αρκετή, δεν χρειαζόμουν μια δεύτερη. Ο ενθουσιασμός μου ήταν μεγάλος (σ. 223). Οι επόμενες μέρες με βρήκαν να πλέω σε μια θάλασσα ευτυχίας (σ. 225).

Η «επιστροφή», η «αναγέννηση» και η «αποκάλυψη» αποτελεί μια κοπιώδης εσωτερική προσπάθεια, όπως δηλώνει καθαρά ο ήρωας του Σωτάκη: «Ήξερα ότι ήταν δύσκολο, ότι αποχωριζόμουν έναν βυθό στον οποίο είχα καταδυθεί εδώ και καιρό, ότι απαρνιόμουν μια φωλιά, ένα δεύτερο σπίτι, μα τίποτε απ’ όλα αυτά δεν είχε πλέον σημασία, αφού είχε ανοίξει μια καινούργια πόρτα για μένα, ένα πέρασμα μέσα από το οποίο πρόβαλλε μόνο η αλήθεια […]» (σ. 220). Η «πόρτα», που ανοίγει ο ήρωας, συμβολίζει «το πέρασμα από τον κόσμο της πραγματικότητας σ’ αυτόν της ασύνειδης πραγματικότητας» (Cirlot:1995): «Και, μέσα σε όλα αυτά, είχε έρθει εκείνη η χρωματική πλημμύρα και ταξίδευα σε ένα άλλο σύμπαν. Ήταν σαν να είχα δοκιμάσει ένα παραισθησιογόνο βότανο και βρισκόμουν σε άλλη διάσταση[…]» (σ. 230).

Η εσωτερική διεργασία και περιπλάνηση του ήρωα-αφηγητή μέχρι το σημείο να φτάσει στην κάθαρση αποτυπώνεται λογοτεχνικά από τον συγγραφέα με το αφηγηματικό εύρημα του σωσία. Η συνάντηση του ήρωα-αφηγητή με τον σωσία του εκκινεί την αφήγηση και την εσωτερική αναζήτηση. Το παρελθόν αναβιώνει, επανέρχεται στο προσκήνιο, διαταράσσει την καθημερινότητα και τη ζωή των προσώπων, διακόπτει την ευθύγραμμη ροή της αφήγησης επαναφέρει το παρελθόν ως τραυματικό και ταυτόχρονα γοητευτικό στοιχείο. Το παρελθόν, σαν ένα «τέρας» (σ. 227) εμφανίζεται στο πρόσωπο του σωσία:

Είμαι στ’ αλήθεια εσύ. Ζω τη ζωή σου από το σημείο που την άφησες. Από τότε που ήθελες να γίνεις ζωγράφος και είχες σχέση με τη Μυρτώ. Από τότε που τα εγκατέλειψες όλα και άλλαξες ζωή, παντρεύτηκες, έκανες παιδί, τα άφησες όλα πίσω σου. Εγώ, λοιπόν, συνεχίζω να ζω αυτή τη ζωή, είμαι ζωγράφος, ζω με τη Μυρτώ, κάνω όλα αυτά που εσύ ποτέ δεν έκανες (σ. 105).

Η επίσκεψη στο εργαστήριο ζωγραφικής του σωσία θέτει τον αφηγητή στη διαδικασία της ενδοσκόπησης. Τα συναισθήματά του ταλαντώνονται ανάμεσα στη χαρά και τη θλίψη, στην απόλαυση και την οδύνη:

Ωστόσο, έπειτα από κάθε συνάντησή μας στο εργαστήριο, αισθανόμουν πραγματικά πολύ άσχημα. Ενώ οι ώρες που περνούσα μαζί του τολμώ να πω ότι ήταν σχεδόν απολαυστικές, πάντα το αμέσως επόμενο διάστημα ήταν ανυπόφορο. […] η μετάβαση μου στο σπίτι μετά τη συναναστροφή μαζί του ήταν βασανιστική, ήταν σαν να έπρεπε να περάσω το σώμα μου μέσα από έναν λεπτό σωλήνα, σφήνωνα στα τοιχώματά του και νόμιζα ότι θα συνθλιβώ από την πίεση (σ. 153).

Χαρακτηριστική, στο πλαίσιο της υπαρξιακής διαδρομής του ήρωα, είναι η στιγμή της συνειδητής απόφασης, όταν διατυπώνει με σαφήνεια: «Κανείς δεν χάνεται αν θέλει να υπάρχει. Κι εγώ είχα αποφασίσει να υπάρχω, να πιαστώ από το νήμα της δικής μου ζωής και να κοιτάξω το κενό, όχι πια ως ακροβάτης που αγωνιά βλέποντας το σκοινί να κόβεται, αλλά ως θηριοδαμαστής που πατάει γερά στα πόδια του και ξέρει πώς να δαμάζει τα θηρία» (σ. 246).

Η εσωτερική αυτή περιπλάνηση κορυφώνεται με την έμπρακτη επανατοποθέτηση του ήρωα απέναντι στη ζωή και στις επιθυμίες του. Η απόφασή του να δηλώσει στη σύζυγό του, χωρίς δισταγμό και ενοχή, «Ξαναρχίζω τη ζωγραφική» (σ. 261), δεν λειτουργεί απλώς ως επιστροφή σε μια παλαιότερη ενασχόληση, αλλά ως συμβολική πράξη αυτοπροσδιορισμού και ανάκτησης της αυθεντικότητας. Η ζωγραφική αναδεικνύεται έτσι σε κατεξοχήν υπαρξιακή επιλογή, μέσω της οποίας ο ήρωας διεκδικεί εκ νέου το δικαίωμα στη δημιουργία, την ελευθερία και το νόημα της προσωπικής του ζωής.

Η Μισή καρδιά συγκροτεί ένα μυθιστόρημα υπαρξιακής αγωνίας και υπερρεαλιστικής διερεύνησης του εαυτού. Ο Δημήτρης Σωτάκης αξιοποιώντας αφηγηματικά μοτίβα, σύμβολα και υπερρεαλιστικές τεχνικές αναδεικνύει το διαχρονικό αίτημα της ανθρώπινης ύπαρξης: την αναζήτηση του νοήματος, της ελευθερίας και της αυθεντικότητας σε έναν κόσμο που συχνά βιώνεται ως θραυσματικός και ανοίκειος.

 

 

Βιβλιογραφία

Αραγκόν, Λ. (1982). Το χωριό μου το Παρίσι. Αθήνα: εκδόσεις Εξάντας.
Cirlot, J. E. (1995). Λεξικό των Συμβόλων (μτφρ. Χ. Σταυρόπουλος). Αθήνα: Δωδώνη.
Μπρετόν, Α. (1981). Νάντια (μτφρ. Στ. Ν. Κουμανούδης). Αθήνα: εκδόσεις ύψιλον/βιβλία.

 

 

Νίκη Μισαηλίδη

Αφήστε μια απάντηση

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.