You are currently viewing Μαρία Καραθανάση: Παναγιώτη Σ. Χάνου , Οι ιέρειες της Εκάτης – Το χαμένο χρονικό της Συληβρίας. Εκδ. Άνουβις

Μαρία Καραθανάση: Παναγιώτη Σ. Χάνου , Οι ιέρειες της Εκάτης – Το χαμένο χρονικό της Συληβρίας. Εκδ. Άνουβις

  Διαβάζοντας το μυθιστόρημα του Παναγιώτη Σερ. Χανού «Οι Ιέρειες της Εκάτης – Το Χαμένο Χρονικό της Σηλυβρίας» δημιουργείται στον/στην αναγνώστη/αναγνώστρια η αίσθηση πως μπροστά του ανοίγει μια πύλη. Μια πύλη που οδηγεί όχι μόνο στο Βυζάντιο του 15ου αιώνα, αλλά στον ίδιο τον σκοτεινό άξονα του χρόνου· εκεί όπου η Ιστορία συναντά τον μύθο. Γι’ αυτό και δεν είναι τυχαίο ότι το νέο μυθιστόρημα του Παναγιώτη Σεραφείμ Χανού φέρει τον ομώνυμο τίτλο.

Γιατί η ίδια η Εκάτη, η πιο αινιγματική θεότητα του ελληνικού πανθέου,  θεά των σταυροδρομιών, των μυστικών γνώσεων, των μεταμορφώσεων, της μαγείας και των ορίων, δεν ήταν ποτέ μια απλή μυθολογική μορφή. Είναι η θεότητα που στέκεται εκεί όπου συναντιούνται οι δρόμοι, εκεί όπου οι αποφάσεις βαραίνουν, εκεί όπου αρχίζουν ή τελειώνουν οι κόσμοι. Στη μία της όψη κρατά δάδες για να φωτίζει το σκοτάδι. Στην άλλη, κλειδιά, για να ανοίγει ή να σφραγίζει μυστικές πύλες. Και στην τρίτη, μαχαίρι, όχι μόνο όργανο θυσίας, αλλά εργαλείο απελευθέρωσης. Γύρω της, οι ιέρειές της: μορφές που δένονται με το φως και το σκοτάδι της, που φέρουν τη μνήμη της γης, της σελήνης και των υποχθόνιων δυνάμεων. Η τριπλή όψη της θεότητας αντανακλάται σε κάθε τους κίνηση: η κόρη, η γυναίκα, η γραία· το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον· ο φόβος, η σοφία και η υπέρβαση.

Κάπως έτσι λειτουργούν και οι τρεις ιέρειες στο μυθιστόρημα του Παναγιώτη Χανού. Δεν είναι απλώς χαρακτήρες· είναι αρχέτυπα. Είναι μήτρες μνήμης. Και πάνω απ’ όλα, είναι οι αόρατες σκηνοθέτριες ενός κόσμου που καταρρέει, αλλά δεν παύει να πάλλεται από μια παράξενη, ακατάλυτη ζωή. Ο Παναγιώτης Χανός, με το νέο του έργο, δεν γράφει απλώς ένα ιστορικό μυθιστόρημα. Γράφει ένα μυστήριο. Μετά τον «Ερωτευμένο Καίσαρα», που βραβεύτηκε και αγαπήθηκε, επιστρέφει με ένα βιβλίο βαθύτερο, πιο ώριμο, πιο τολμηρό. Δεν είναι τυχαίο ότι το έργο του έχει χαρακτηριστεί «κινηματογραφικό», «εθιστικό», «αποκαλυπτικό», «ένα μυθιστόρημα που θα μπορούσε να γίνει ταινία».

Στις Ιέρειες της Εκάτης, η Σηλυβρία γίνεται η τελευταία ανάσα μιας αυτοκρατορίας που σβήνει, αλλά και το σημείο όπου η Ιστορία συναντά το μεταφυσικό. Οι Ιππότες του Δράκου φυλάνε το υγρό πυρ, ένα μυστικό πιο επικίνδυνο από οποιοδήποτε όπλο. Η αυτοκρατορία παραπαίει. Οι Οθωμανοί προελαύνουν. Και μέσα σε αυτό το χάος, μια αθόρυβη, γυναικεία δύναμη κινείται υπόγεια, σαν αόρατη χορδή που κρατά ενωμένο τον ιστό της αφήγησης. Η Αλεξία, η Μαρίνα, η Περεγκρίνα δεν είναι απλώς ηρωίδες. Είναι καθρέφτες της θεάς. Είναι η ίδια η τριπλή μορφή της Εκάτης που περπατά ανάμεσα στους ανθρώπους. Το εξώφυλλο του μυθιστορήματος «Οι Ιέρειες της Εκάτης – Το Χαμένο Χρονικό της Σηλυβρίας», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Anubis, φιλοτεχνημένο από τον Δημήτρη Μελένιο, ενισχύει από την πρώτη ματιά μια ατμόσφαιρα μυστηρίου, μαγείας και αρχαϊκής δύναμης.

Ξεφυλλίζοντας τις πρώτες σελίδες του βιβλίου μου έκανε εντύπωση, και μάλιστα ευχάριστη, η αφιέρωση του συγγραφέα. Αφιερώνει το έργο του αυτό στις τέσσερις γυναίκες της ζωής του, τη γυναίκα του και τις τρεις του κόρες. Όπως αντιλαμβανόμαστε η γυναικεία ύπαρξη έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην πορεία του ως ανθρώπου, άνδρα, πατέρα, δημιουργού. Αμέσως συνειδητοποίησα πόσο άμεσα συνδέεται με όσα ακολουθούν μέσα στην ιστορία. Στο «Οι Ιέρειες της Εκάτης – Το Χαμένο Χρονικό της Σηλυβρίας» πρωταγωνιστούν, όπως προαναφέρθηκε, τρεις γυναίκες, οι ιέρειες της θεάς, οι οποίες αποτελούν τον πυρήνα της αφήγησης και κινητήρια δύναμη του μύθου. Η αφιέρωση, λοιπόν, δεν φαίνεται σαν μια τυπική προσωπική μνεία, αλλά σαν ένα εσωτερικό κάλεσμα που προετοιμάζει τον αναγνώστη για τη γυναικεία παρουσία που κυριαρχεί στο έργο. Οι ιέρειες ενσαρκώνουν μια αρχέγονη, πνευματική και ισχυρή γυναικεία δυναμική, αντίστοιχη με την επίδραση που φαίνεται να είχαν οι γυναίκες στη ζωή του ίδιου του συγγραφέα. Έτσι, η αφιέρωση και η αφήγηση ενώνονται σε ένα κοινό νόημα: οι πραγματικές γυναίκες εμπνέουν τις μυθικές, ενώ οι μυθικές αναδεικνύουν μέσα από τη δράση και τη σοφία τους την καθοριστική αξία της γυναικείας δύναμης, τόσο στη ζωή όσο και στη λογοτεχνική δημιουργία.

Στο Προοίμιο ο συγγραφέας επιχειρεί εν είδει προγραμματικών δηλώσεων να διασαφηνίσει το λογοτεχνικό είδος (genre) το οποίο υπηρετεί: «Το ιστορικό μυθιστόρημα είναι σαν δίκοπο μαχαίρι. Σχοινοβατεί ανάμεσα στη φαντασία και στην πραγματικότητα… Αυτό συμβαίνει διότι τα ιστορικά γεγονότα συνήθως δεν αρκούν για να δημιουργήσουν μια μυθιστορία, ενώ η μυθιστορία χωρίς σύνδεση με τον ιστορικό χρόνο και τα πραγματικά συμβάντα, όσο τολμηρή κι αν είναι η έμπνευση του συγγραφέα, δεν αρκεί για να ζωντανέψει την Ιστορία. Για το λόγο αυτό τα ιστορικά μυθιστορήματα χρειάζονται το γεφυροποιό ή… τον παραμυθά τους».

Σε πρώτο επίπεδο ανάγνωσης, το μυθιστόρημα ξεδιπλώνει μια συναρπαστική ιστορία που τοποθετείται στα τελευταία χρόνια του Βυζαντίου. Το 1447 μ.Χ. η Σηλυβρία – αρχαία αποικία των Μεγαρέων στις ακτές της θάλασσας του Μαρμαρά – αποτελεί το ύστατο προπύργιο μιας αυτοκρατορίας που παρακμάζει. Εκεί λειτουργεί, μακριά από τα αδιάκριτα βλέμματα, το μοναδικό εργαστήριο παρασκευής του υγρού πυρός, της περίφημης άσβηστης φλόγας. Μια μυστική αδελφότητα, οι ιππότες του Δράκου, δεμένη με όρκους τιμής και αίματος, φυλάσσει το τρομακτικό αυτό μυστικό που ίσως καθυστερήσει την οθωμανική προέλαση. Μέχρι που η αλήθεια διαρρέει… και πυροδοτεί ένα θανατηφόρο παιχνίδι εξουσίας, καθοδηγούμενο στις σκιές από τις ιέρειες μιας λησμονημένης λατρείας. Στις σελίδες του ξεδιπλώνεται ένα άγνωστο έπος: ιστορικά πρόσωπα, ναυμαχίες και μάχες, πολιτικές δολοπλοκίες και πάθη που δεν ομολογούνται ποτέ. Όλα συνθέτουν ένα καθηλωτικό δράμα που οδηγεί βήμα-βήμα στην Άλωση της Πόλης, σε μια σχεδόν αποκαλυπτική κορύφωση.

Σε δεύτερη ανάγνωση, ο συγγραφέας επιχειρεί μια τολμηρή εξερεύνηση μιας μεταβατικής εποχής, εκεί όπου συγκρούονται ο μεσαιωνικός κόσμος με τη χαραυγή της Αναγέννησης. Το φανταστικό στοιχείο δεν λειτουργεί απλώς ως μέσο αφήγησης, αλλά ως φορέας βαθύτερων νοημάτων και συμβολισμών. Με βαθιά γνώση της Ιστορίας, ο δημιουργός συνδυάζει αρμονικά στη μυθοπλασία του θραύσματα της αρχαίας μυθολογίας, στοιχεία σκοτεινής μαγείας αλλά και πτυχές της σύγχρονης κοινωνικής πραγματικότητας. Δεν τον απασχολεί η στεγνή ιστορική καταγραφή· τον ενδιαφέρει να φωτίσει τους φόβους, τις επιθυμίες και τις εσωτερικές συγκρούσεις των ηρώων του. «Η ουσία», γράφει στο προοίμιο, «είναι πως τα ιστορικά χάσματα ή τα κενά, όπου υπάρχουν, τα αναπληρώνει η φαντασία κάθε συγγραφέα … η συγκεκριμένη μυθιστορία επιχειρεί να ρίξει φως σε μια σειρά από αναπάντητα ερωτήματα που αφορούν τα πραγματικά πρόσωπα που εμπλέκονται σ’ αυτή». Οι Ιέρειες δεν αποτελούν απλώς μυστηριώδεις μορφές ενός παλιού θρύλου· ενσαρκώνουν μια πανάρχαια γνώση και βρίσκονται αντιμέτωπες με τη δύση ενός κόσμου και τη γέννηση ενός άλλου.

Στο απρόβλεπτο αυτό μυθιστόρημα κυριαρχούν ο ωμός ρεαλισμός και ο νατουραλισμός από τη μια, ο ρομαντισμός, ο έντονος λυρισμός και η σκοτεινή φαντασία από την άλλη· ροπές φαινομενικά αντίθετες, που όμως συνυπάρχουν και συγκρούονται από την πρώτη κιόλας σελίδα, χωρίς να αναδεικνύεται –και ίσως να μη χρειάζεται– κάποια ως «νικήτρια». Ο Παναγιώτης Χανός διαθέτει ένα ύφος που συνδυάζει τη δημοσιογραφική ακρίβεια με τη λογοτεχνική πνοή. Η γραφή του είναι τεκμηριωμένη, αλλά ποτέ στεγνή· είναι ρεαλιστική, αλλά ποτέ άκαμπτη. Αντίθετα, συχνά μια σκληρή, ωμή σκηνή φωτίζεται ξαφνικά από μια εικόνα που υψώνει την ψυχή πάνω από το σκοτάδι – αυτό που ο ίδιος ο αναγνώστης νιώθει ως «ανάπαυλα», πριν η αφήγηση τον ξαναβυθίσει στην ένταση. Είναι μια συνειδητή τεχνική, μια εναλλαγή που λειτουργεί σαν ρυθμός αναπνοής: βία και τρυφερότητα, αγριότητα και ποίηση, πόνος και φως.

Το ύφος του είναι ακονισμένο σαν νυστέρι και ταυτόχρονα ποιητικό. Όταν η βία ξεσπά με όλη της τη νατουραλιστική ωμότητα, αισθανόμαστε τη γη να τρέμει κάτω από τα πόδια μας· και όταν η αφήγηση ανοίγει ξαφνικά σε μια λυρική εικόνα – ένα κύμα που σκάει, ένα βλέμμα που παγώνει τον χρόνο, ένα σώμα που φωτίζεται σαν άγαλμα – παίρνουμε μια πραγματική ανάσα. Αυτές οι εναλλαγές λειτουργούν σαν τον ρυθμό μιας καρδιάς, και εμείς τον αισθανόμαστε. Η αφήγηση αναπτύσσεται με γλαφυρότητα και δραματικότητα, γεμάτη ένταση, πάθος και αγωνία, παρουσιάζοντας γεγονότα που διαδέχονται το ένα το άλλο με ρυθμό καταιγιστικό. Το αποτέλεσμα είναι ένα ζωντανό και επιβλητικό αφήγημα, γεμάτο συγκλονιστικές ανατροπές, που κόβουν την ανάσα και παρασύρουν τον αναγνώστη στο σκοτεινό και συναρπαστικό σύμπαν του έργου. Έτσι η ιστορία και η λογοτεχνία, σε αυτό το εξαιρετικό μυθιστόρημα παντρεύονται.

Ο αναγνώστης μεταφέρεται αδιάκοπα από τόπο σε τόπο, σαν μια αόρατη κάμερα που στρέφεται και γλιστρά μέσα στον χρόνο. Από τη χειμωνιάτικη Θεσσαλονίκη του 1443μ.χ., η αφήγηση ανοίγεται στην ανοιξιάτικη Ρώμη και το Βατικανό στα 1447μ.χ., για να βυθιστεί έπειτα στη σκιά των οθωμανικών στρατοπέδων στην Αδριανούπολη. Με μια φυσική ροή, η ιστορία εισχωρεί στο βασιλικό νεώριο της Κωνσταντινούπολης, στα παλάτια των Βλαχερνών και στα μυστικά περάσματα του Μεγάλου Παλατιού, πριν ταξιδέψει στο Σκούταρι, στα οχυρά των Σάκκων στη Σηλυβρία, και από εκεί μέχρι τον Λίβανο, τη Σαμοθράκη και τα θαλάσσια σταυροδρόμια της νοτιοανατολικής Μεσογείου. Αυτή η συνεχής μετατόπιση χώρων δεν λειτουργεί μόνο ως γεωγραφικό ταξίδι, αλλά αποτελεί μια σειρά σκηνών που ανοίγουν και κλείνουν σαν διαδοχικά κάδρα, καθορίζοντας την ένταση, την ατμόσφαιρα και τη δραματικότητα του έργου.

Συγκεκριμένα το μυθιστόρημα ξεκινάει το 1453 μ.χ. στην Προποντίδα, στην Κωνσταντινούπολη στον Πύργο του Βελισάριου με μια πρωτότυπη τεχνική. Ο αφηγητής μας δεν είναι άλλος από τον Παναγή Κεφαλά, τον στρατοκράτορα της Σηλυβρίας, τον μέγα μάγιστρο του ελληνικού τάγματος των ιπποτών του Δράκου, τον μυστικό και πρόμαχο του Ρωμαίου Αυτοκράτορα Κωνσταντίνου  ΙΑ΄ Δραγάση Παλαιολόγου, ελέω θεού ηγεμόνα της Ελλάδας και πάσης χώρας της εγγύς Ανατολής, αυτόν που απώθησε όσο χρειάστηκε τους εισβολείς, που ήταν κοντά του τις τελευταίες του στιγμές και εκτέλεσε όλες τις εντολές του. Τον παρακολουθούμε να αυτοσυστήνεται: «Αυτός ήμουν. Αλλά τώρα δεν είμαι κανένας. Είμαι ο κανένας. Στα στερνά μου ντύθηκα μοναχός … Δεν θα γράψω για την άλωση της πόλης …Σήμερα θα σας διηγηθώ μια άλλη ιστορία, την πιο ασυνήθιστη και ανήκουστη ιστορία που έχετε ποτέ σας διαβάσει, που μοιάζει  παραμύθι … Θα σας αφηγηθώ ένα άγνωστο έπος, το έπος της Σηλυβρίας, μια άγνωστη ιστορία που μιλάει για το ελληνικό πυρ, για την φωτιά που δε σβήνει».

Και μεταφερόμαστε στη Βόρεια Ελλάδα, στη Θεσσαλονίκη του 1442 μ.Χ., βαδίζοντας στα έγκατα της πόλης, στους δαιδαλώδεις διαδρόμους, στις κρύπτες, στα κρησφύγετα και στις κατακόμβες όπου ζουν οι απόκληροι: άνθρωποι επικίνδυνοι, αιρετικοί, διεστραμμένοι, εθισμένοι και αποκρυφιστές. Έναν υπόγειο, σκοτεινό και μυστηριακό κόσμο, μια παράλληλη πόλη κάτω από την πόλη, φορτισμένη με φόβο, σήψη αλλά και απρόσμενη δύναμη. Μέσα σε αυτό το ζοφερό, υπόγειο σύμπαν αναδύονται τρεις μορφές, οι τρεις ηρωίδες που θα σημαδέψουν ολόκληρη την αφήγηση.

Η Αλεξία, η Μαρίνα και η Περεγκρίνα· τρεις γυναικείες παρουσίες που δεν περιορίζονται από τον χρόνο, τις συμβάσεις ή την ανθρώπινη αδυναμία. Παρά τον κόσμο της σήψης που τις περιβάλλει, οι τρεις ηρωίδες δεν είναι θύματα των περιστάσεων αλλά δυνάμεις που διαμορφώνουν οι ίδιες τη μοίρα τους. Πολεμούν, αντιστέκονται, επαναστατούν. Είναι ανεξάρτητες, επίμονες, συχνά ακατάβλητες, γυναίκες που, ενώ ζουν στον βυζαντινό Μεσαίωνα, έχουν τη στόφα ηγέτιδων μιας εποχής πολύ μελλοντικής.

Στο βάθος, η παρουσία τους θυμίζει την αιώνια τριπλή όψη της θεάς: την κόρη, τη μητέρα και τη γραία· την Εκάτη που στέκεται ανάμεσα στους κόσμους και ανοίγει δρόμους εκεί όπου όλα μοιάζουν κλειστά. Κάπως έτσι και οι τρεις ιέρειες της μυθιστορίας λειτουργούν ως γέφυρες: συνδέουν το φθαρτό με το άφθαρτο, το υλικό με το πνευματικό, την ανθρώπινη αγωνία με την υπόγεια ιερότητα που πάλλεται κάτω από την επιφάνεια των γεγονότων. Δεν είναι καθόλου συμπωματικό το γεγονός πως το μυθιστόρημα χωρίζεται σε τρία βιβλία, που το καθένα τιτλοφορείται με τα προφητικά λόγια της Εκάτης που απευθύνει σε καθεμιά από τις τρεις ιέρειες.

 

Πέρα από τις τρεις Ιέρειες που υφαίνουν το μεταφυσικό υπόστρωμα της αφήγησης, το έργο αναδεικνύει μια πλειάδα ανδρικών ηρώων. Άνδρες φιλόδοξοι,  ευγενείς, αδύναμοι, γενναίοι· άνθρωποι που αγωνίζονται όχι μόνο για την αυτοκρατορία, αλλά για την προσωπική τους μοίρα. Οι Οθωμανοί παρουσιάζονται με τη δική τους πολιτισμική λογική, οι Βυζαντινοί με την αγωνία μιας αυτοκρατορίας που χάνει το έδαφος κάτω από τα πόδια της. Μέσα σε όλα αυτά, η δράση δεν είναι αυτοσκοπός· είναι το όχημα μέσα από το οποίο ο συγγραφέας εξερευνά τα βαθύτερα κίνητρα των ανθρώπων: τον φόβο, τον έρωτα, την εξουσία, την πίστη, την ανάγκη για λύτρωση.

Οι βυζαντινές μορφές, φύλακες μιας αυτοκρατορίας που σβήνει παρουσιάζονται σμιλεμένοι με την παλιά βυζαντινή ευγένεια και το αδάμαστο σθένος εκείνων που στέκονται όρθιοι, ενώ γύρω τους καταρρέει ένας ολόκληρος κόσμος. Είναι άνθρωποι ακέραιοι, αφοσιωμένοι, δεμένοι με τον κώδικα της τιμής τους, και έτοιμοι να αντιδράσουν αυθόρμητα – και συχνά ηρωικά – στα μεγάλα διλήμματα της εποχής, αλλά και αδύναμοι μπροστά στα ένστικτα, διαστροφικοί κάποιες φορές και σκληροί στη διεκδίκηση της εξουσίας.  Ο αυτοκράτορας, Ιωάννης Η΄ ο Παλαιολόγος και ο μανδαμάτοράς του Παναγής Κεφαλάς, ο Σεραφείμ ο καστροφύλακας της Σηλυβρίας που κατέχει το μυστικό του υγρού πυρός και ο γενναίος  πρίγκιπας Γεώργιος, ο Ιωάννης Δαλμάτης, η Ελένη Παλαιολογίνα, ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, που ο αυτοκράτορας τον προορίζει για διάδοχό του αλλά και ο Θεόδωρος ο Παλαιολόγος, ο οποίος μαζί με τον Δημήτριο συνωμοτούν με τους Οθωμανούς διεκδικώντας τον αυτοκρατορικό θρόνο. Όλοι αυτοί οι άνδρες του Βυζαντίου συγκροτούν τη ραχοκοκαλιά του αγώνα. Είναι εκείνοι που αναζητούν, με αγωνία και επιμονή, συμμαχίες στη Δύση, ελπίζοντας ότι η βοήθεια Λατίνων και Καθολικών θα αναχαιτίσει την επικείμενη καταστροφή. Παλεύουν για την προστασία της Σηλυβρίας και το υγρό πυρ που φυλάσσεται στο εσωτερικό του κάστρου της, το ισχυρότερο όπλο για την υπεράσπιση και τη σωτηρία της Βασιλεύουσας.

Στο παρασκήνιο παρακολουθούμε τον Πάπα Νικόλαο Ε΄, μια περίπλοκη προσωπικότητα, να κινείται ανάμεσα στη διπλωματία, τη θρησκευτική ευθύνη και τις δυσκολίες μιας εποχής προκειμένου να βγει κερδισμένη η καθολική εκκλησία.

Απέναντί τους ή δίπλα τους υψώνονται οι μορφές της ανερχόμενης οθωμανικής δύναμης, διαμορφωμένες από μια διαφορετική νοοτροπία, που στηρίζεται στη σκληρή στρατιωτική αγωγή, στην απόλυτη υπακοή και στην ιδέα ότι η κατάκτηση αποτελεί θεϊκή επιταγή. Στο μυθιστόρημα, το πολιτισμικό αυτό υπόβαθρο γίνεται φανερό μέσα από τις πράξεις και τις επιλογές των Οθωμανών: από την ψύχραιμη στρατηγική του Μουράτ Β΄ και τη φλογερή φιλοδοξία του νεαρού Μωάμεθ Β΄, μέχρι την ψυχρή πολιτική δεξιοτεχνία του Τσανταρλί Χαλίλ, την αγριότητα και τη διαστροφή του γενίτσαρου Χασάν, του τσουχαντάρ-αγά, και τη βίαιη πειθαρχία των γενιτσάρων. Η παρουσία του σφετεριστή Ορχάν Τσελεμπή λειτουργεί ως ενδιαφέρον ενδιάμεσο σημείο, καθώς φέρει μέσα του τις αντιφάσεις δύο κόσμων. Ο Βλαντ Γ΄ Δράκουλα Τσέπες, ηγετική και αμφιλεγόμενη φυσιογνωμία συνδυάζει τη σκληρότητα με την αποφασιστικότητα ενός ανθρώπου προορισμένου να γραφτεί ως θρύλος.

Μέσα σε αυτό το ψηφιδωτό, από ιππότες και αυτοκρατορικούς αξιωματούχους έως γενιτσάρους, πρίγκιπες, κατασκόπους και ιστορικές προσωπικότητες, το τέλος μιας αυτοκρατορίας αναδύεται με δραματική ένταση αλλά και βαθιά ανθρώπινη ευαισθησία. Οι άνδρες αυτοί δεν παρουσιάζονται ως αψεγάδιαστοι ήρωες· είναι πλάσματα με αρετές, πάθη, φοβίες και εμμονές, που στέκονται όρθιοι μέσα στη δίνη της ιστορίας. Και καθώς η Βασιλεύουσα πλησιάζει στο πεπρωμένο της, το βιβλίο μάς θυμίζει πως το Βυζάντιο, ακόμη κι όταν χάνεται, εξακολουθεί να εμπνέει σεβασμό, συγκίνηση και ένα συναίσθημα βαθιάς, άφθαρτης μνήμης.

Η δράση του έργου είναι συνταρακτική. Μάχες, δολοπλοκίες, εκτελέσεις, βασανιστήρια, κατασκοπίες, πρόσωπα και πράγματα, διάλογοι, έρωτες, ιστορικές αναφορές, όλα τόσο άρρηκτα δεμένα και τόσο κινηματογραφικά δοσμένα, ώστε συναρπάζουν και καθηλώνουν τον αναγνώστη. Είναι τόσα τα ευρήματα, τα μυστικά και τα τεχνάσματα της πλοκής, οι ανατροπές  στη δομή της μυθιστορίας που ένα είναι βέβαιο: με το ιστορικό μυθιστόρημα «Ιέρειες της Εκάτης, το χαμένο χρονικό της Σηλυβρίας» ο αναγνώστης δεν θα πλήξει ούτε ένα λεπτό.

Ο ακραίος ρεαλισμός λειτουργεί ως κεντρικό εργαλείο για να αποκαλύψει ο συγγραφέας την απανθρωπιά και τη διαβρωμένη ηθική του κόσμου που παρουσιάζει. Οι ωμές, σχεδόν νατουραλιστικές λεπτομέρειες βίας και σωματικής διάλυσης σοκάρουν τον αναγνώστη, όχι όμως με τρόπο gratuitous. Η υπερβολή στην απεικόνιση τόσο της σκληρότητας όσο και της πολυτελούς αισθησιακής παρακμής δημιουργεί ένα δραματικό κοντράστ, μέσα από το οποίο ο χώρος της εξουσίας παρουσιάζεται ως πεδίο όπου η ανθρώπινη ζωή χάνει κάθε αξία. «Στο στρατόπεδο των Οθωμανών, διαβάζουμε στο βιβλίο, τα μάτια τους είδαν την φρίκη αποτυπωμένη σε όλο το χώρο. Στους πάνινους τοίχους, στα κακότεχνα κιλίμια που κοσμούσαν το πάτωμα, στα χοντροκομμένα έπιπλα, στα σκαμνιά και στα καθίσματα, στα κάγκελα, στις αλυσίδες, στα όργανα βασανισμού, στα σχοινιά … από παντού έσταζε αίμα. Κομμάτια ανθρώπινης σάρκας και ακρωτηριασμένα μέλη, χέρια, πόδια, δάχτυλα, μάτια, μύτες, αυτιά, ανδρικά μόρια, όλα ατάκτως στοιβαγμένα σε μια γωνιά στο έδαφος».

Το αποτέλεσμα είναι ένα κείμενο που προκαλεί έντονη συναισθηματική και ηθική αντίδραση. Η πρόθεση είναι ξεκάθαρη: να υποχρεώσει τον αναγνώστη όχι απλώς να δει, αλλά να νιώσει την κτηνωδία που παράγεται όταν η εξουσία λειτουργεί ανεξέλεγκτα. Έτσι, η ακραία περιγραφή δεν αποδυναμώνει το κείμενο· το αντίθετο. Αναδεικνύει τη θεματική του και προσδίδει βάθος στη δραματικότητα των γεγονότων, μετατρέποντας το απόσπασμα σε μια σκληρή αλλά πολύτιμη μαρτυρία για τις σκοτεινές πτυχές της ανθρώπινης φύσης. Ωστόσο οι σκληρές σκηνές των άγριων σφαγών, του παλουκώματος, των βασανιστηρίων και των διαστροφών εναλλάσσονται με σκηνές αισθησιασμού, περιγραφές βυζαντινών πλοίων, του αυτοκρατορικού ανακτόρου, της φύσης, της θάλασσας, της όμορφης γυναικείας παρουσίας. Κι εκεί ακριβώς που ο αναγνώστης μένει άναυδος από την αδυσώπητη λεπτομέρεια μιας σκληρής σκηνής, παρεμβάλλεται  μια ανάπαυλα  που υψώνει τον αναγνώστη πάνω από τη βιαιότητα, τραβώντας τον προς το φως: «Η Περεγκρίνα, Τζουστινιάνι Λόγκο, σηκώθηκε με αργές κινήσεις, αφήνοντας το αποτύπωμα του γυμνού κορμιού της στο κρεβάτι.. Ο Κωνσταντίνος την αποθήκευσε στο νου του, καθώς τον πλησίαζε. Με την πορφυρή θάλασσα των μαλλιών της να κυματίζει και να γλύφει τα απαλά της μάγουλα, τα βαθυπράσινα, σαν από σμαράγδι μάτια της, τις πικάντικες φακίδες στα τέλειες ζυγωματικά, το μελιστάλαχτο λαιμό της και το πληθωρικό της στήθος να πάλλεται σε κάθε βηματισμό. Ως καλλίπυγος Αφροδίτη, με τον περήφανο ελαφρά ανασηκωμένο πισινό να εναρμονίζεται άψογα με τη λεπτή της μέση, τα καλλίγραμμα μακριά πόδια της και τους λεπτούς της αστραγάλους, να λικνίζεται σε ένα ρυθμό αισθησιακό, ερωτικό…»

Η προηγούμενη περιγραφή υψώνει τον αναγνώστη πάνω από τη βιαιότητα, κάνοντάς τον παρατηρητή και όχι μόνο δέκτη. Ο συγγραφέας τον αποσπά από την ωμότητα, είτε μεταφέροντάς τον από τη σκληρότητα των στρατοπέδων στην πολυτέλεια των παλατιών, είτε προσφέροντάς του λίγες γραμμές που επιβεβαιώνουν όσα πιστεύει — πριν του τα ανατρέψει ξανά. Έτσι δημιουργείται ένας αδιάκοπος κύκλος αναζήτησης της αλήθειας, όπου η κάθε βεβαιότητα χτίζεται και γκρεμίζεται διαδοχικά. Το βέβαιο που αποκαλύπτεται και επιβεβαιώνεται μέσα από αυτές τις λεπτομερείς περιγραφές είναι η εκτεταμένη έρευνα του συγγραφέα πάνω σε μια ποικιλία θεματικών.

Σίγουρα η πλοκή κερδίζει τον αναγνώστη με την ένταση και το εύρος της. Ωστόσο η πραγματική μαγεία του έργου αποκαλύπτεται, όταν στρέψουμε την προσοχή μας στη γλώσσα και το ύφος του. Ο λόγος ρέει αβίαστα και καθηλώνει τον αναγνώστη με την υπόθεση της ιστορίας, την καλοδουλεμένη γλώσσα και το εξαίρετο λογοτεχνικό του ύφος. Ο αναγνώστης μαθαίνει από την εμπεριστατωμένη ιστορική έρευνα, γεγονότα, συνήθειες και αντιλήψεις ανθρώπων που διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στο ύστερο βυζαντινό παρελθόν. Παρόλο που τα πρόσωπα είναι πολλά και η πλοκή σύνθετη, δεν χάνεται πουθενά το νήμα ή το κεντρικό θέμα της αφήγησης. Παρά τις 600 σελίδες, το βιβλίο «Οι ιέρειες της Εκάτης» δεν κάνει κοιλιά, δεν κουράζει, δεν είναι φορτωμένο με αχρείαστες πληροφορίες. Οι εικόνες σίγουρα είναι συγκλονιστικές και κυρίως είναι τέτοιες που δεν θα λησμονηθούν εύκολα. Νομίζω πως αυτό είναι και το στοίχημα του κάθε συγγραφέα.

Ένα από τα πιο εντυπωσιακά και ουσιαστικά χαρακτηριστικά του μυθιστορήματος είναι οι βαθιές φιλοσοφικές αποστάξεις που αναδύονται μέσα από τις εσωτερικές σκέψεις, τις σιωπές και τα νοητικά μονοπάτια των ηρώων. Οι χαρακτήρες, μέσα στην αγριότητα των γεγονότων και τον ερωτισμό των δεσμών τους, ανοίγουν διαύλους προς μια σοφία που φαίνεται να πηγάζει άλλοτε από μύχιες εμπειρίες και άλλοτε από δαιδαλώδεις υπαρξιακές αγωνίες. Οι σκέψεις τους λειτουργούν σαν μυστικά χειρόγραφα που φωτίζουν αυτό που δεν φαίνεται: το ότι πίσω από κάθε πράξη, πίσω από κάθε τραύμα και κάθε έκσταση, υπάρχει ένα αυθεντικό ανθρώπινο βλέμμα που προσπαθεί να ερμηνεύσει τον κόσμο, να τον αντέξει και να επιβιώσει μέσα του. Και είναι αυτές οι φιλοσοφικές υπερβάσεις που μετατρέπουν το μυθιστόρημα σε κάτι πολύ μεγαλύτερο από ιστορική αφήγηση: σε μια απόπειρα χαρτογράφησης της ανθρώπινης ψυχής την ώρα που δοκιμάζεται στα άκρα.

 

Δεν είναι τυχαίο, που ο συγγραφέας παρουσιάζει τον Θεόδωρο Παλαιολόγο, έναν άνθρωπο εθισμένο στις σεξουαλικές διαστροφές,  που συνωμοτεί ενάντια στον αδερφό του αυτοκράτορα Ιωάννη, να θυμάται τα λόγια του κήνσορά του και μονολογεί τελικά: «Δεν μπορούμε να ξεφύγουμε από τη φύση μας παρά μόνο να εξελιχθούμε μέσα από αυτή».

Μια παρόμοια στάση ζωής υιοθετεί ο πρίγκιπας Δημήτριος, αδερφός του ρωμαίου αυτοκράτορα, που κι αυτός με τη σειρά του στοχεύει σε ανατροπή του Ιωάννη προκειμένου να έχει την εύνοια του σουλτάνου Μουράτ: «Αξιοπρέπεια. Τι σημαίνει αξιοπρέπεια; σκέφτηκε. Υπάρχει κάτι πιο αξιοπρεπές από το να παλεύεις για τη ζωή σου; Να κάνεις τα πάντα για να βελτιώνεις τη θέση σου; Για να σώσεις το τομάρι σου αν χρειαστεί; Όχι, δεν έχω τέτοιους ενδοιασμούς. Θα κάνω αυτό που πρέπει, αυτό που για μένα είναι το καλό, το ωφέλιμο και το σωστό. Θα κερδίσω και πάλι την εμπιστοσύνη του. Θα κάνω ό, τι χρειαστεί, όσο καιρό και να πάρει.»

Και φτάνουμε στον διοικητή Τσορμπασί Κενκγίζ, που για να δικαιολογήσει την σφαγή του μικρού αραβικού χωριού, ότι τάχα την κάνουν για προειδοποίηση, μη τυχόν και κάποιος βοηθήσει τον σφετεριστή Οχράν, λέει χαρακτηριστικά: «Όμως η πρόνοια δεν είναι δειλία, είναι ευφυϊα». Η φράση αυτή, του Τσορμπασί Κενγκίζ, αποκαλύπτει πώς μια αρετή μπορεί να διαστρεβλωθεί όταν υπηρετεί σκοτεινούς σκοπούς. Η πρόνοια, που κανονικά σημαίνει διορατικότητα, σύνεση και προστασία, μετατρέπεται εδώ σε πρόσχημα βαρβαρότητας. Στα χείλη του διοικητή, η λογική γίνεται εργαλείο νομιμοποίησης της ωμότητας: η προνοητικότητα δεν στοχεύει στο καλό, αλλά στην προληπτική εξόντωση, ώστε να διατηρηθεί η εξουσία. Έτσι ο συγγραφέας δείχνει πώς η γλώσσα – και οι «αρετές» – μπορούν να διαβρωθούν, να στραφούν ανάποδα και να υπηρετήσουν το απόλυτο κακό, όταν βρεθούν στα χέρια ανθρώπων που επιδιώκουν τη δύναμη με κάθε κόστος.

Και τέλος, ο πρίγκιπας Γεώργιος Κεφαλάς, όταν βρίσκεται μπροστά στο δίλλημά του για την επίθεση στο Οθωμανικό στρατόπεδο, δίνει μια διαφορετική ερμηνεία σχετικά με το ρίσκο στη ζωή: «Γιατί να μην τα ρισκάρουν όλα για όλα; Εκτός απ’ τη ζωή τους τι άλλο είχαν να χάσουν; Υπήρχε μεγαλύτερη πρόκληση από το να ποντάρουν στο ακατόρθωτο, σε ένα στοίχημα απέναντι στο αδύνατο, παράτολμοι παίκτες αυτοί σε έναν έωλο τζόγο κόντρα στη μοίρα, στο πεπρωμένο τους, όλα για όλα σε μια ριξιά. Εξάλλου, τι νόημα θα είχε ο βίος του ανθρώπου, κάθε ανθρώπου χωρίς την απειλή του θανάτου; Πόση αξία θα είχε τότε η ίδια η ζωή; «Η ζωή μας είναι μικρή, πολύ μικρή αδέρφια, και μόνο οι μεγάλες στιγμές της έχουν σημασία, ιδιαίτερα αν είναι οι τελευταίες. Ας τις ζήσουμε».

Φαίνεται, λοιπόν, πως ο συγγραφέας επιδιώκει να μας οδηγήσει σε ένα βαθύτερο επίπεδο κατανόησης της ανθρώπινης φύσης. Ο Παναγιώτης Χανός, μέσα από το προσωπείο του Παναγιώτη Κεφαλά, μας καλεί να προβληματιστούμε, να αναρωτηθούμε, στην τελική να φιλοσοφήσουμε πάνω στο νόημα της ζωής, όπως ακριβώς κάνει κι ο ίδιος με τη συγγραφή αυτού του έργου. Προτρέπει τον καθένα και την καθεμιά μας να στρέψουμε το βλέμμα στον εαυτό μας και να αποφασίσουμε αν τελικά αξίζει να τολμούμε, να υπερβαίνουμε το μέτρο, ακόμα κι αν ξέρουμε πως η προσπάθειά μας είναι μια χαμένη υπόθεση.

 

 

 

Μαρία Καραθανάση, φιλόλογος, ποιήτρια

 

 

Βιογραφικό

Η Μαρία Καραθανάση γεννήθηκε στις Σέρρες και μεγάλωσε στο βιβλιοπωλείο, που διατηρούσαν οι γονείς της στην πόλη, για σαράντα περίπου χρόνια. Σπούδασε στο τμήμα Φιλοσοφίας, Παιδαγωγικής και Φιλοσοφίας του ΑΠΘ, έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στη Διοίκηση Πολιτισμικών Μονάδων. Σήμερα διδάσκει στο 5ο ΓΕ.Λ. Σερρών, είναι Γ.Γ. στην ΕΛΜΕ Σερρών, Αντιπρόεδρος στο Κ.Π. ΟΑΣΙΣ και μέλος του Φιλολογικού Ομίλου Ελλάδας. Συμμετέχει ενεργά στα πολιτιστικά δρώμενα της πόλης και ασχολείται με την λογοτεχνία. Διδάσκει δημιουργική γραφή. Ποιήματά και κριτικές της έχουν δημοσεύονται συνεχώς σε έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά. Συμμετείχε σε συλλογικούς τόμους ποίησης του ΦΟΕ «Βαρδάρης», «Άφησε με να έρθω μαζί σου», «Σιδηρά βελόνη στην ουρήθρα»,, «Μάνα, κι αν έρθουν οι φίλοι μου», ενώ διήγηματά της περιλαμβάνονται στις συλλογές διηγημάτων του ΦΟΕ «Κάποτε στην Ελλάδα» και «Πατησίων κι Βερανζέρου γωνία». Ενώ τον Οκτώβριο του 2024 κυκλοφόρησε η ποιητική της συλλογή «Κόκκινο νήμα, Σέρρες, Βουλγαρική Κατοχή, 1906-1918». Αγάπη της ξεχωριστή η διδασκαλία Δημιουργικής Γραφής στους μαθητές/τριες της, γιατί πιστεύει πως η γραφή είναι το μυστικό  που θ’ αλλάξει το μέλλον του κόσμου.

 

Αφήστε μια απάντηση

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.