You are currently viewing Έλφη Κιλλαχίδου Λεφέβρ: Νικήτα Σινιόσογλου, Το Απομονωτήριο Λοιμυπόπτων Ζώων. Εκδόσεις Κίχλη

Έλφη Κιλλαχίδου Λεφέβρ: Νικήτα Σινιόσογλου, Το Απομονωτήριο Λοιμυπόπτων Ζώων. Εκδόσεις Κίχλη

Μια ανάγνωση.

 

Με τον ανοίκειο τίτλο Απομονωτήριο Λοιμυπόπτων Ζώων επιγράφει το τελευταίο συγγραφικό του έργο ο Νικήτας Σινιόσογλου. Πρόκειται για μία νουβέλα με θέμα τα ζώα, ομιλούντα και μη. Η κεντρική φιγούρα του αφηγήματος είναι το ονομαζόμενο Ανεπιτήρητο Παραγωγικό Ζώο.  Το τί θα πει να είσαι ένα τέτοιο ζώο και το πως καταντάς έτσι,  είναι μια άλλη ιστορία που θα μάθουμε σε ένα άλλο βιβλίο, μας λέει ο συγγραφέας και μάλιστα με τη βοήθεια του Θεού, φράση η οποία αυξάνει περισσότερο το μυστήριο της υπόθεσης παρά τη θρησκευτικότητα της.

Ο ήρωας ή για την ακρίβεια ο αντιήρωας του βιβλίου, ανέστιος, πλάνητας, εξαντλημένος, μόνος, ολομόναχος, δεν ξυπνάει σαν από κακό όνειρο στο κρεββάτι του, αλλά βρίσκεται χαμένος σε μια ατμόσφαιρα παρακμιακή, απροσδιόριστη στον χώρο και στον χρόνο, όπως απροσδιόριστα είναι γι’ αυτόν και τα όρια μεταξύ κακοποιητικής και αγαπητικής χειρονομίας, εφόσον φθάνει να σκέφτεται πως η κλοτσιά που τον έσπρωξε στο απομονωτήριο  μπορεί και να ´χε κάτι αγαπητικό. Πεινασμένος, αδιάφορος για τα πάντα εκτός από τα σιτηρέσια, μεταμορφωμένος σε Ανεπιτήρητο Παραγωγικό Ζώο καταλήγει έγκλειστος στο Απομονωτήριο Λοιμυπόπτων Ζώων, το οποίο λειτουργεί υπό την επίβλεψη Του Ινστιτούτου Ηθικών Επιστημών, και κατά το σλόγκαν της coca-cola, έχει έμβλημά του την δια ροπάλου και κατά συρροή επιταγή της απόλαυσης: Απόλαυσε όπως σου κατέβει, με ενσυναίσθηση όμως και τρόπο συμπεριληπτικό, που θα πει σύμφωνο με τις αρχές και τις αποφάσεις  του εν λόγω Ινστιτούτου, υπογραμμίζει ο αφηγητής. Οι λέξεις έχουν καταστρατηγηθεί. Για ποια ενσυναίσθηση και για ποια συμπερίληψη πρόκειται όταν καλείσαι να απολαύσεις όπως σου κατέβει; Το σοκ του πλήγματος που υφίσταται η συμβολική διάσταση αφήνει τον ήρωα μας άφωνο. Η γλώσσα δεν έχει λέξεις για την ύβρη που υφίσταται. Το κακό συναπάντημα, που δεν μοιάζει να είναι και το πρώτο της ζωής του, τον αφήνει εμβρόντητο, έρμαιο ενός μοχθηρού Άλλου.

Μεταμορφωμένος σε Ανεπιτήρητο Παραγωγικό Ζώο, ο ήρωας και αφηγητής μας διαπιστώνει πως ό,τι δεν απαγορεύεται επιβάλλεται, ενώ η γενική επισκευή  και επανένταξη των συνεγκλείστων του αποτελεί αναγκαία συνθήκη επιβίωσης. Η ισοπεδωτική πολιτική του Ειδικού επιστήμονα, του ιθύνοντα νου του Απομονωτηρίου δεν προβλέπει παρά την τάξη σε βάρος της ισότητας της διαφοράς, την έλλειψη ανάδειξης και σεβασμού κάθε ενικότητας. Οι ομοιότητες με τα όσα συμβαίνουν στα διάφορα γεωγραφικά μήκη και πλάτη της γης μας δεν είναι παρά καθαρές συμπτώσεις, όπως συχνά διευκρινίζουν συγγραφείς και σκηνοθέτες ;

Είναι σαφές ότι ο βιβλίο μπορεί να διαβαστεί σε αλληγορικό επίπεδο, όπως σαφής είναι και η προσπάθεια του συγγραφέα να ακουστούν τα βάσανα και η οδύνη των πλασμάτων που από τη φύση τους στερούνται λόγου· να αναληφθούν ευθύνες, να παρθεί στα σοβαρά ο πόνος των ζώων που πλήττονται στη σάρκα τους · να ακουστεί το άρρητο της μαρτυρίας αυτών που δεν έχουν πρόσβαση στο συμβολικό, εφόσον και τα ίδια τα ομιλ-όντα χάνουν τα λόγια τους, και χρειάζονται χρόνο και χρόνια για να μπορέσουν να βρουν λέξεις, να μιλήσουν για σοκ του τραύματος που πέρα από τη βία και τον πόνο τα κατέστησε μαριονέτες στα χέρια ενός μοχθηρού Άλλου, χωρίς καμία εξήγηση. Η ψυχοκινητική συγκινησιακή και συναισθηματική κατάσταση τόσο των ημιθανών πλασμάτων τα οποία επί οκτώ νύχτες καταθέτουν τις μαρτυρίες τους όσο και του δυσανάγνωστης ταυτότητας Ανεπιτήρητου Παραγωγικού Ζώου βρίσκονται εκτός λειτουργίας, τουλάχιστον προσωρινά.

Είναι γνωστό ότι οι λέξεις δεν αποκτούν νόημα παρά από τα συμφραζόμενα, από τις συνθήκες, από το πλαίσιο, από τις αναμνήσεις, τα βιώματα. Παρόλο όμως που τα πλάσματα μιλούν σε πρώτο πρόσωπο και απορούν, ίσως και εξανίστανται, δεν μοιάζουν να διεκδικούν, να απαιτούν, να καταδικάζουν τους υπαίτιους της δυστυχίας τους. Στα λεγόμενα τους και ακόμα περισσότερο στα λεγόμενα του αφηγητή συχνά οι λέξεις μοιάζουν κούφιες, παράταιρες ακόμη και ακυρωτικές οι μεν των δε. Αυτή η κατάσταση δεν είναι άσχετη από την παρακμιακή ατμόσφαιρα που επικρατεί και στην οποία δεν υπάρχουν συμφραζόμενα που να σηματοδοτούν οτιδήποτε, εφόσον το μόνο που ενδιαφέρει τον Ειδικό Επιστήμονα είναι η επιβολή μιας διεκπεραιωτικής τάξης και όχι δικαιοσύνης και αμοιβαιότητας. Τα ημιθανή πλάσματα οφείλουν επανενταχθούν λειτουργικά. Η ισχύουσα κατάσταση πράγματων δεν τίθεται υπό αμφισβήτηση. Τα έγκλειστα πλάσματα οφείλουν να κάνουν αυτό που ποθούν · γίνεται όμως ολοφάνερο ότι οφείλουν να ποθούν ό,τι και ο ιθύνων νους του Απομονωτηρίου· οφείλουν να απολαμβάνουν όπως εκείνος· μόνο που το απόλαυσε όσο θες αλλά όπως εγώ, αποτελεί την πεμπτουσία του ρατσισμού, της εκμηδένισης, της ακύρωσης του διαφορετικού από τον Επιστήμονα, τον Κυρίο, τον Άλλο που ξέρει ακόμα και το πως οφείλεις να απολαμβάνεις, γιατί οφείλεις να απολαμβάνεις. Η απόλαυση καταντάει επιτακτική προϋπόθεση επανένταξης και προσαρμογής.

Το Απομονωτήριο προβάλλεται και επιβάλλεται στο Ανεπιτήρητο Παραγωγικό Ζώο ως γωνιά να απαγκιάσει, με την προϋπόθεση της απαλλοτρίωσης του από τον λόγο και της  επιθυμία του Άλλου που ξέρει στη θέση του, του  Άλλου που ξέρει πριν από εσένα. για εσένα. Μέσα από ποιες εμπειρίες ο παράξενος ήρωας του βιβλίου, καταλήγει πλάνητας και εξαντλημένος να εγκλείεται στο Απομονωτήριο, αυτό το αναμορφωτικό ίδρυμα ; Μόνο υποθέσεις μπορούμε να κάνουμε, περιμένοντας το βιβλίο που αφηγείται την ιστορία της μεταμόρφωσης του σε Ανεπιτήρητο Παραγωγικό Ζώο. Ποιος μπορεί να ήταν αυτός ο πλάνητας ; Πολιτικός πρόσφυγας ; Κοινωνικά εξόριστος ; Ιδέα δεν έχουμε για το πώς και το γιατί της ιστορίας του αλλά προφανώς δεν απέφυγε τα κακά συναπαντήματα στη ζωή του.

Διαβάζουμε ότι αφ’ ης στιγμής βρέθηκε στο Απομονωτήριο, σαν να την έχασε τη λαλιά του. Το τραύμα είναι μια απρόοπτη συνάντηση, ένα σοκ που αφήνει το υποκείμενο εμβρόντητο. Ο κόσμος των αναπαραστάσεων του, το συμβολικό και το φαντασιακό υφάδι του, όλα όσα θεωρούσε ως δεδομένα διαρρηγνύονται. Μπροστά στο ρήγμα αυτό δεν μπορεί πια να νοηματοδοτήσει  τίποτα, τα μέχρι τότε δεδομένα του δεν τον βοηθούν να τα βγάλει πέρα. Χάνει τον προσανατολισμό του, χάνει τα λόγια του, μένει άφωνο. Άνοιγε τη μουσούδα του να πει κάτι και τίποτα δεν ακουγόταν, όπως συμβαίνει στους εφιάλτες, διαβάζουμε παρακάτω.

 Όπου κι αν με πήγαν οι θεωρίες μου βρήκα ότι ένας ποιητής ήδη είχε πάει εκεί… λέει ο Φρόιντ, ενώ ο Λακάν θα πει αργότερα ο καλλιτέχνης προηγείται του ψυχαναλυτή… Στην προκειμένη περίπτωση αυτός που προηγείται είναι ο Νικήτας Σινιόσογλου και το  Ανεπιτήρητο Παραγωγικό Ζών του, το οποίο επί  οκτώ νύχτες ακούει άφωνο τις μαρτυρίες των άλλων εγκλείστων ζώων, των άλαλων πλασμάτων, που με μυστηριώδη τρόπο βρίσκουν φωνή, αποκτούν λόγο, αρθρώνουν με λέξεις τις κακοποιήσεις, τα βασανιστήρια και τις συνέπειες της εγκληματικής «ανεμελιάς» των ζώων εκείνων που έχουν λόγο και λογική. Ο πόνος τους φθάνει στα αυτιά του Ανεπιτήρητου Παραγωγικού Ζώου σαν σκούξιμο από λάστιχα αυτοκινήτων πάνω στον βρεγμένο δρόμο,  μας πληροφορεί, χωρίς άλλο σχόλιο ο συγγραφέας. Οι λέξεις ηχούν κούφιες, ψεύτικες, καταστρατηγημένες στα αυτιά του αναγνώστη, ο οποίος όμως διατηρεί την κρίση του μέσα από την προστασία της συμβολικής διάστασης στην οποία μπορεί να ανατρέχει  ως ομιλ-όν, αλλά και μέσω της αποστασιοποίησης που του παρέχει το καθεστώς του αναγνώστη.

Τα όρια της γλώσσας αποτελούν μια σταθερή και συχνή διαπίστωση : δεν βρίσκω λόγια, δεν υπάρχουν λόγια, είναι ανεκδιήγητο, δεν μπορείς ούτε να το φανταστείς, ακούμε κάθε φορά που το ρήγμα στη συμβολική διάσταση μάς αποκαλύπτεται με βίαιο τρόπο. Για τον αναγνώστη είναι εύκολο να συμπεράνει ότι το Απομονωτήριο δεν αποτελεί παρά προθάλαμο επικύρωσης της μετάλλαξής των άτυχων πλασμάτων σε άβουλες μαριονέτες που ιδέα δεν έχουν για το ποια νήματα τις κινούν και ότι ο επιδιωκόμενος στόχος δεν είναι παρά το ξεθώριασμα μέχρι την εξάλειψη κάθε επιθυμίας. Τα συναισθήματα-παθήματα νεκρώνονται ή πέφτουν σε νάρκη, σε λήθη  και μόνο υποθέσεις μπορούμε να κάνουμε για το τί και πώς αυτής της ημιθανάτιας κατάστασης που ξεδιπλώνεται στα μάτια μας διαβάζοντας το βιβλίο.

Τα ζώα εγκλείονται σε αυτό το ίδρυμα ορθοπεδικής αποκατάστασης, σαν συσκευές που χάλασαν από άστοχη ή κακή χρήση, σαν άψυχα αντικείμενα προκειμένου να τεθούν υπό τον έλεγχο του Ειδικού Επιστήμονα, με στόχο τη διαγραφή κάθε μνήμης και επιθυμίας. Η επιδιωκόμενη αποκατάσταση των εγκλείστων του απομονωτηρίου στοχεύει στην προσαρμογή τους σε έναν κόσμο από τον οποίο εξοστρακίστηκαν και μάλιστα με τρόπο βίαιο, οδυνηρό, μαρτυρικό, ακυρωτικό όχι μόνο της διαφορετικότητας αλλά και της ίδιας τους της ύπαρξης. Πουθενά δεν γίνεται λόγος αναπροσαρμογής ή αλλαγής όσον αφορά τα ήθη και τις επικρατούσες ιδέες και στάσεις ζωής του κόσμου που τα εξοστράκισε.

Οκτώ ολόκληρες νύχτες ο αφηγητής μας, το αταυτοποίητο αυτό ον, ακούει άλαλο τις μαρτυρίες των ζώων τα οποία βρέθηκαν έγκλειστα μόνο και μόνο επειδή βασανίστηκαν, παγιδεύτηκαν, τους έγινε ο βίος αβίωτος άλλοτε από την μοχθηρία και άλλοτε από την αδιαφορία, την αμέλεια, την εγκληματική ανευθυνότητα κάποιων μικρών ή μεγάλων άλλων, και τώρα οφείλουν να «αποκατασταθούν», να «ενδυναμωθούν» αποδεχόμενα την προσαρμογή τους στην ευφροσύνη της απόλαυσης των άλλων που ξέρουν καλύτερα από αυτά γι’ αυτά. Μαθαίνουμε επίσης ότι η «επιδιόρθωση», «αποκατάσταση», «ενδυνάμωση» τους από τον αναφερόμενο ως Ειδικό Επιστήμονα δεν μπορεί να επιτευχθεί παρά με την επιταγή της απαγόρευσης της νοσταλγίας. Το τίμημα της αποκατάστασης μοιάζει να συνεπάγεται την αποσύνδεση από κάθε συναίσθημα, πάθημα, βίωμα και κρίση, από κάθε δυνατότητα διάσωσης της μνήμης και της βιωματικής εμπειρίας τους. Αξίζει να υπογραμμιστεί η διαπίστωση ότι οι μεγάλοι απόντες αυτής της απίθανης επιχείρησης «αποκατάστασης» είναι οι κακοποιοί οι οποίοι από πρόθεση, αμέλεια, ανευθυνότητα ή αδιαφορία  κατέστρεψαν τις ζωές τόσων πλασμάτων.

Πρώτο καταθέτει τη μαρτυρία του το γατί-γατούλα, ένα πλάσμα που κυμαίνεται μεταξύ θηλυκού και ουδέτερου γένους, που εξοστρακίστηκε ακόμα και από το ίδιο του το σώμα δια λιθοβολισμού, ένα πλάσμα που ο μοχθηρός Άλλος σακατεύει, βασανίζει δολοφονεί ψυχή και σώματι, και το οποίο, τέτοιο είναι το αποκορύφωμα της  επιτυχίας του Ειδικού Επιστήμονα, μονολογεί: ίσως, έφταιξε το τρίχωμά μου, πάλλευκο και πεντακάθαρο… το κορμί μου ξυπνά την ορμή να το μακελέψεις. Ηθελημένα ή όχι ο συγγραφέας φέρνει στο νου μας τις μαρτυρίες των ομιλ-όντων θυμάτων κακοποίησης και βιασμών. Η ευθύνη βαραίνει τον βασανισμένο και όχι τον βασανιστή. Η βία, η αμέλεια, η αδιαφορία που ισοπεδώνουν κάθε σημείο  αναφοράς στη μέχρι τότε ζωή του θύματος δεν εγκαθιδρύουν παρά τη σύγχυση που επιφέρει το ακατανόητο αυτής της επιθετικής ή ύπουλης εισβολής, της  απρόσμενης παγίδευσης. Αλήθεια ή ψέματα; Πραγματικότητα ή εφιάλτης; Φαντασιώσεις ή παραληρηματικές ψευδαισθήσεις; Η κατάρρευση όλων των σημείων αναφοράς, ο συθέμελος κλονισμός όλων όσων ίσχυαν, το αδύνατον προσφυγής σε οποιαδήποτε εξήγηση αυτής της αιφνίδιας, βίαιης  ακύρωσης του ομιλ-όντος ή του όντος, που συνθλίβεται μέσα από τον ισοπεδωτικό πόνο στη σάρκα του, το καταδικάζει στη σύγχυση, το καθηλώνει, το πετρώνει επ´αόριστον, το συνθλίβει μέσα από το ίδιο το σώμα του, τον ανήκεστο πόνο.  Η «αποκατάσταση» και η «ενδυνάμωση», ένα είδος συγκάλυψης των παθών του άτυχου ζώου, οδηγεί στη σύγχυση και το Ανεπιτήρητο Παραγωγικό Ζώο: Το γατί που έχω μπροστά μου είναι πεντακάθαρο και η γούνα του πεντακάθαρη σαν ψεύτική.

Υπάρχει κάτι «αφύσικο» στις μαρτυρίες αυτών των ζώων που μοιάζουν ανέκφραστα, ατάραχα σαν ψυχικά και ηθικά νεκρά. Το ίδιο το Ανεπιτήρητο Παραγωγικό Ζώο ακούει χωρίς κανένα σχόλιο. Το μόνο που μαθαίνουμε, για το τι μπορεί να νοιώθει, αυτό το αταυτοποίητο ον, είναι ότι πεινάει και ότι μόνο στα καλά του δεν είναι.

Δεύτερο καταθέτει τη μαρτυρία του το καβούρι-κάβουρας ένα πλάσμα που κυμαίνεται από το ουδέτερο στο αρσενικό γένος. Ένας τρομαγμένος ερημίτης, που νομίζοντας ότι βρήκε κόγχη σε κοχύλι, βρέθηκε παγιδευμένος σε ένα γλόμπο που τα ομιλ-όντα έριξαν στη θάλασσα μετατρέποντας τον βυθό της σε μια ρημαγμένη πραγματικότητα. Ο ανήμπορος κάβουρας υψώνει μια αλυσίδα ερωτηματικών για την αποδιοργάνωση της φύσης από την λεγόμενη κορωνίδα της Δημιουργίας, που άλλο δεν κάνει παρά να τη γεμίζει σκουπίδια. Αυτοκατηγορείται όμως και ντρέπεται για το λάθος του, για το ότι πήρε τον γλόμπο για κοχύλι. Όπως συμβαίνει και στα ομίλ-όντα θύματα, της εγκληματικής βίας ή της εγκληματικής αμέλειας, τα οποία ντρέπονται ή θεωρούν ότι φταίνε για όσα έπαθαν. Πού τελειώνει η φύση και πού ξεκινά η Τεχνική. Παγιδευμένος, κινδυνεύοντας να πεθάνει από ασιτεία, ο κάβουρας θυμάται, γιατί διατηρεί ακόμη αναμνήσεις, ό,τι έλεγε άλλοτε, ότι δηλαδή η εποχή απαιτεί να προσαρμόζεσαι δια βίου και να τώρα με τα θραύσματα αλουμινίου εγκυστωμένα στο καβούκι του, αυτός έμβιο ον να έχει γίνει ένα με το σκουπίδι, καμένος από ένα σπασμένο γλόμπο που δεν εκπέμπει φως αλλά τη φλόγα του θανάτου.

Ακολουθεί η μαρτυρία του «απροσάρμοστου» κύκνου που το ταίρι του κατασπάραξαν οι φίλοι των ανθρώπων, τα βρομόσκυλα, και εφόσον τα σκυλιά που του σκότωσαν τον έρωτα συνεχίζουν να κυκλοφορούν ελεύθερα μπροστά του, ο ίδιος στάλθηκε σε νέο περιβάλλον μήπως και συνεχίσω να ζω, λέει απελπισμένος, στερεμένος, με  λόγια σακατεμένα από τη θλίψη, για να καταλήξει να μη βλέπει μπροστά του παρά φρικαλέα δόντια

Το Ανεπιτήρητο Παραγωγικό Ζώο ακούει τις  ιστορίες των άλλων χωρίς να εκφράζει ούτε τις σκέψεις του ούτε αυτά που νοιώθει, τα όνειρα του όμως είναι εφιάλτες.

Την τέταρτη νύχτα μετά την περί έρωτος και μίσους πραγματεία του κύκνου ακολουθούν τα γεωπολιτικά ερωτήματα που θέτει το δελφίνι και το καίριο ερώτημα, γιατί δεν σώζεις τον εαυτό σου;    

Γιατί δεν σώζουμε τον εαυτό μας;

Το άρρητο του πόνου του ζώου έχει να κάνει με την αγλωσσία του, γιατί όμως τα ομιλ-όντα, τα οποία διαθέτουν λόγο και λογική, αγνοούν κάθε έννοια δικαιοσύνης και σεβασμού των πλασμάτων που στερούνται τον λόγο;  Αυτό θα μπορούσε να είναι το διακύβευμα και η πρόκληση του βιβλίου του Νικήτα Σινιόσογλου,  ότι ακόμα και αν το ζώο δεν μπορεί να φανταστεί, να βιώσει τον θάνατο ή την αρρώστια, είναι απόλυτα βέβαιο ότι  αισθάνεται τον πόνο. Ο συγγραφέας δίνει τον λόγο στα ζώα που καταθέτουν τα γεγονότα που σημάδεψαν καταστροφικά τη ζωή τους. Πώς όμως ο λόγος του Επιστήμονα, ο λόγος του Κυρίου, ο λόγος του καπιταλισμού θα πάρει στα σοβαρά τον λόγο του ένας προς έναν, τον λόγο του ενικού αριθμού, του ποιητή, του καλλιτέχνη αυτού που επινοεί, που εφευρίσκει αντί να περιορίζεται στο ρόλο του λειτουργικού εξαρτήματος του ισχύοντος καθεστώτος πραγμάτων;

 

 

 

Η  Έλφη Κιλλαχίδου Λεφέβρ είναι ψυχαναλύτρια ψυχίατρος

 

Αφήστε μια απάντηση

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.