You are currently viewing Γιούλη Χρονοπούλου: Μιχάλης Μοδινός: Η υπόθεση της ερυθράς βασίλισσας, εκδ. Καστανιώτη 2025, σ. 272, ISBN: 9789600373721

Γιούλη Χρονοπούλου: Μιχάλης Μοδινός: Η υπόθεση της ερυθράς βασίλισσας, εκδ. Καστανιώτη 2025, σ. 272, ISBN: 9789600373721

Όταν ο χώρος γίνεται χρόνος

Η Υπόθεση της Ερυθράς Βασίλισσας του Μιχάλη Μοδινού είναι το δεύτερο στη σειρά βιβλίο διηγημάτων του σημαντικού συγγραφέα, που μας είχε συνηθίσει στις μεγάλες αφηγήσεις, χωρίς ωστόσο να απομακρύνεται από τα προσφιλή του θέματα και τους προσφιλείς του τρόπους έκφρασης. Είναι πάντα εδώ η λυρική αγάπη για τη φύση και η ανησυχία για το περιβάλλον, η γεωγραφία και η αναζήτηση μακρινών κόσμων, η ουτοπία και ο έρωτας, η διεθνής κατάσταση και η εντόπια πολιτική πραγματικότητα, το ταξίδι σε χώρες και σε κείμενα, ο σαρκασμός και ο στοχασμός, η αιχμηρή σκέψη και η διεισδυτική γλώσσα, η εξωστρεφής διαύγεια και η πλανητική οπτική, η χαλαρή αντιμετώπιση της πλοκής και η ιδιαίτερη σημασία του τόπου στην αφήγηση, καθώς και η κυκλικότητα του χρόνου.

Ιδιαίτερα το θέμα του χρόνου μοιάζει να είναι ακόμα πιο κομβικό σε αυτή τη συλλογή, να σχολιάζεται με διαύγεια και σύνεση, με συμφιλιωτική και καθοδηγητική ψυχραιμία, με τη στοχαστική ηρεμία της φύσης, και να αντιμετωπίζεται σε συνδυασμό με το μάταιο κυνήγι της επιτυχίας και τις βιαστικές διαδρομές των ανθρώπων, τις περιπλανήσεις των σχεδίων τους, αλλά και με τη λογοτεχνική αποτύπωσή του. Ο συγγραφέας, που έχει δηλώσει την κριτική του επιφύλαξη απέναντι στον τρόπο με τον οποίον οι άνθρωποι αντιμετωπίζουν την εξέλιξη, αφού για εκείνον η φύση διδάσκει ότι ο χρόνος είναι κυκλικός (κύκλοι εποχών, γονιμότητας, νερού) και όχι γραμμικός όπως εκλαμβάνεται στην ανθρώπινη ιστορία, αναμετράται μαζί του σε πολλά από τα διηγήματα της συλλογής, σε κάποια από τα οποία θα σταθώ ενδεικτικά.

Ένα από τα μότο που εισάγουν στο βιβλίο ανήκει στον Αμερικανό συγγραφέα Ντον ΝτεΛίλλο, στον οποίον μάλιστα αφιερώνεται και ένα διήγημα («ΝτεΛίλλο ΙΙ»), και σχετίζεται με τη στάση του ανθρώπου στο θέμα του χρόνου όσο και με τη λογοτεχνική διαχείρισή του: «Ας κυλήσουν άσκοπα οι μέρες. Ας κυλήσουν οι εποχές. Μην προωθείς τη δράση με κάποιο σχέδιο κατά νουν». Αυτή η ρήση από έναν συγγραφέα που έχει επηρεάσει τον Μοδινό, επιδρά προγραμματικά στο ίδιο το βιβλίο, που εκφράζεται με τη χαλαρή στάση απέναντι στον χρόνο και με μια φαινομενική αδιαφορία για την πλοκή. Πρόκειται για ένα από τα χαρακτηριστικά του μοδινικού ύφους, για έναν ατημέλητα επιμελημένο χειρισμό, που μοιάζει να αντιμετωπίζει αφ’ υψηλού τις υποδείξεις των συγγραφικών τεχνικών, τις κατεστημένες επιταγές για την εκτύλιξη της πλοκής και την αναμενόμενα επιβεβλημένη ανατροπή. Η αφήγησή του κυλά ήρεμα και ομαλά κι όμως στο τέλος είμαστε πιο σοφοί κι εμείς και οι ήρωες. Σαν να βάζει γκολ από στατική φάση. Αφού άλλωστε οι επίσης χαρακτηριστικοί διάλογοί του αποτελούν μια καταβύθιση στην ύπαρξη, έναν βαθύ σχολιασμό της πολιτικής και της ανθρώπινης κατάστασης.

Στο διήγημα που ονοματίζει – όχι τυχαία- τη συλλογή, «Η υπόθεση της ερυθράς βασίλισσας», η έννοια του χρόνου είναι θεμελιώδης, αφού η υπόθεση αυτή, παρμένη από το Μέσα από την καθρέφτη και τι βρήκε η Αλίκη εκεί του Λιούις Κάρολ, όπου η Ερυθρά Βασίλισσα εκπλήσσει την Αλίκη μένοντας στον ίδιο τόπο ενώ τρέχει με υψηλή ταχύτητα, χρησιμοποιήθηκε για να δηλώσει μια πτυχή της εξελικτικής θεωρίας, σύμφωνα με την οποίαν τα είδη πρέπει να εξελίσσονται συνεχώς για να διατηρήσουν τη θέση τους στο οικοσύστημα, καθώς και οι αντίπαλοί τους εξελίσσονται. Στο διήγημα χρησιμοποιείται σαν μια μεταφορά και για τη σύγχρονη κοινωνία, όπου όλοι κινούνται ατελεύτητα, μένοντας εντέλει ακίνητοι, διατηρώντας απλώς τη θέση τους σε ένα πάντως διαρκώς μεταβαλλόμενο περιβάλλον.

Εδώ, λοιπόν, ένας άντρας και μία γυναίκα που στο παρελθόν είχαν μια σύντομη ερωτική σχέση και διατηρούν φιλία διασχίζουν με αυτοκίνητο τα καταπραϋντικά τοπία της Ελβετίας σε μια επίσης σύντομη -μετά από χρόνια- συνάντηση, που περιορίζεται στη συνύπαρξη αρχικά στο αυτοκίνητο και εντέλει σε ένα εστιατόριο. Η δράση περιορίζεται ουσιαστικά σε αυτό και σχεδόν εξαντλείται στον διάλογο μεταξύ τους.

Το παρελθόν ανακαλείται επιγραμματικά και αδρομερώς (μέσα από τις σκέψεις του άντρα και τον διάλογό του με τη γυναίκα), καθώς παρακολουθούμε τον παρόντα χρόνο, ενώ το μέλλον τους επίσης δεν προδιαγράφεται με αγωνία. Αντίθετα με την Ελβετία, η όλη εξέλιξη της ιστορίας είναι μάλλον επίπεδη. Δεν υπάρχουν εντάσεις ούτε μάλιστα υπήρξαν, δεν υπάρχουν πολύ περισσότερο συγκρούσεις, δεν υπάρχουν προεόρτια για τυχόν εξελίξεις. Εκτός από τη μαγευτική και διαρκώς ανανεούμενη σε όρους και τρόπους περιγραφή της φύσης – κάτι που χαρακτηρίζει εξακολουθητικά τη γραφή του Μοδινού, ο οποίος προσφέρει περιγραφές μοναδικής ακρίβειας, ομορφιάς, ποικιλίας-, εκείνο που κυριαρχεί στο διήγημα είναι ο διάλογος, ουσιαστικός, φιλοσοφημένος και ευφυής, ώστε παρέχει αισθητική και πνευματική απόλαυση στον αναγνώστη, εκτός βέβαια από τη δυνατότητα να γνωρίσει τους χαρακτήρες.

Κι αν η ταχύτητα του Ρενό που οδηγεί η γυναίκα (στέλεχος, πλανητική νομάς, ήδη σε δεύτερο γάμο) είναι μεγαλύτερη από αυτήν που προσδοκά ο βραβευμένος συγγραφέας που φιλοξενείται στη Γενεύη, η οικειότητα μεταξύ τους, παρότι είχαν να βρεθούν κάμποσα χρόνια, είναι ανάλλαχτη, σαν να σταμάτησε εκεί ο χρόνος. Περιφερειακά εμφανίζονται ελάχιστα στοιχεία για τη ζωή της (ακόμα και μια ερώτηση για την κόρη της μένει περίπου εκκρεμής) και ακόμα λιγότερα για τη δική του, ενώ η υπόθεση της ερυθράς βασίλισσας με τη διαρκή κίνηση που οδηγεί σε απουσία μετατόπισης είναι στο κέντρο της συζήτησης περί μετακινήσεων, που προκύπτει από την ίδια τη συνθήκη της ζωής και της συνάντησής τους. Η συζήτηση επίσης μετακινείται διαρκώς θεματικά και γεωγραφικά, από την πολιτική της Ελβετίας στην αμερικάνικη αρχιτεκτονική, από την οργάνωση της ζωής στη φιλοσοφία της ύπαρξης. Το πέρασμα των χρόνων εκδηλώθηκε μόνο στις αυξημένες πλην γοητευτικές ρυτίδες της συνοδού του αφηγητή, ενώ το πέρασμα του χρόνου της ίδιας της συνάντησής τους ακολουθεί την πορεία του ήλιου, που την παρακολουθούμε μέσα από ελκυστικές εικόνες. Η κυκλικότητα του χρόνου  εκδηλώνεται -εκτός από τον υπαινιγμό του τίτλου- και στην αόριστη ανανέωση του ραντεβού τους, όπου θα πουν όσα δεν πρόλαβαν αυτή τη φορά. Αυτή η κινητική στατικότητα ή στατική κίνηση, που διαπερνά όλο το διήγημα και ενσαρκώνεται στην ίδια τη δομή του είναι το σχόλιο του συγγραφέα, όπως άλλωστε και η σιωπή είτε του τοπίου είτε των ανθρώπων, που υπογραμμίζεται κατά διαστήματα και εναλλάσσεται με τον διάλογο και τον «ψιθυρισμό του χρόνου»: ο σεβασμός στη βραδύτητα ενάντια σε ένα σύμπαν ταχύτητας, φυγής, μετακίνησης, στην ηρεμία απέναντι στον διαρκή πανικό. Ο έστω τελματωμένος έρωτας τελματώνει τον χρόνο. «Η ύπαρξη αιωρείτο πάνω απ’ το τοπίο, σαν να επιθεωρούσε τον χρόνο της ζωής συμπυκνωμένο στον χώρο».

Το θέμα του χρόνου αναπτύσσεται δυναμικά στο σύντομο εναρκτήριο διήγημα «Ένα Νόμπελ για τη Ρεμέδιος», μια αναφορά στα Εκατό χρόνια μοναξιά του Μάρκες, ένα διήγημα μιας βραδιάς και εκατό χρόνων. Είναι κι αυτή μια στάση, ένα σταμάτημα του χρόνου, παρά τη συμπύκνωσή του, παρά τη διεύρυνσή του. Ο αφηγητής βρίσκεται στην Καρταχένα ντε Ίντιας της Κολομβίας τη βραδιά της απονομής του Νόμπελ στον Μάρκες, ξαπλωμένος νωχελικά σε μιαν αιώρα, τριγυρισμένος από τον βαρύθυμο αέρα των τροπικών και την ερωτική τους ατμόσφαιρα, ενώ ακολουθεί η γνωριμία με τη Ρεμέδιος Μπουενδία στο μπαρ, η ερωτική συνεύρεση που εκτοξεύει τον χρόνο, η νύχτα που διαρκεί εκατό χρόνια, οι αργόσυρτοι ρυθμοί, η καίρια ερώτηση του αφηγητή «μπορούμε να αντιστρέψουμε τον χρόνο;», ο ύπνος και η εκφραστική υπόκλιση στον μαγικό ρεαλισμό. Σαν τον πίνακα του Σαγκάλ «Πάνω από την πόλη» οι δύο εραστές εκτινάσσονται από το μπαρ στη βεράντα του ξενοδοχείου και περνούν σε έναν άλλο νωχελικό και συμπυκνωμένο χρόνο, όπου μια νύχτα ισοδυναμεί με εκατό χρόνια, αλλά τα πολλά γεγονότα που συμβαίνουν στη χώρα στη διάρκειά τους περνούν αδιάφορα από τους δύο εραστές που έχουν τον δικό τους χρόνο και τη δική τους ζωή και αιωρούνται πάνω από τον χρόνο με την αιώρα τους.

«Με άλλα λόγια, επέστρεψε για να ξαναφύγει». Ένας ακόμα κύκλος συντελείται στη «Μικρή Οδύσσεια» και η παραπάνω ακροτελεύτια φράση του διηγήματος σε έναν αναστοχασμό για την πραγματική Οδύσσεια το υπογραμμίζει εμφατικά. Ένας προϊστάμενος αρχαιολογικής υπηρεσίας μεταβαίνοντας οδικώς από την Αθήνα στον Έβρο για να ελέγξει μια ανασκαφή, επιβλέποντας και τα ενδιάμεσα έργα, ταξιδεύει ταυτόχρονα στο ιστορικό παρελθόν λόγω της φύσης της δουλειάς του. Στη Μαρώνεια ήρθε αντιμέτωπος με το σταμάτημα του χρόνου, αφού η πρόοδος των εργασιών είχε λιμνάσει ήδη από δεκαετία, αλλά η σχετική αναφορά του ήταν μια αυτοπαγίδευση, αφού και στην Ελλάδα τα πάντα έμοιαζαν ακίνητα και ανάλλαχτα στις καθυστερήσεις και στη διαφθορά. Η επιστροφή στη σωστική ανασκαφή των ρωμαϊκών χρόνων, όπου το τελευταίο ή μάλλον το πρώτο ταξίδι των νεκρών συνόδευαν οι άμαξες και τα άλογά τους, περιστρέφεται πάλι γύρω από την ανθρώπινη κατάσταση. Οι νωχελικές μετακινήσεις, οι χαλαρές συζητήσεις, συνιστούν όχι την περιπέτεια των μύθων, τη σύμφωνη με τον Αριστοτέλη, δηλαδή τη «μεταβολή των πραττομένων εις το εναντίον», αλλά την ανθρώπινη περιπέτεια με όλο τον στοχασμό και τη φιλοσοφία που τη συνοδεύει στο ένα και μόνο της ταξίδι.

«Ίσως τίποτε σ’ αυτή τη ζωή να μην είχε ομορφιά και νόημα αν δεν υπήρχε η προοπτική του θανάτου», σκέφτεται ο ήρωας του διηγήματος «Φθινόπωρο ή Μνήμα ίσον μνήμη», επιστρέφοντας από το μνήμα μιας φίλης, μετά από μια πορεία φυσική και στοχαστική στο φθινοπωρινό Πήλιο, παρέα με τον σκύλο του, όπου η φύση αναδεικνύεται στον ζωντανό παράγοντα. Όλο το διήγημα ήταν αυτή η πορεία προς τα έξω και προς τα μέσα, βαθιά συγκινητικό στη λιτότητά του, στη λυρικότητά του: «Άσε τη φύση στην ησυχία της. Άσε την να θρέψει τους ανθρώπους στο μέλλον, όπως το ’κανε στο παρελθόν».

«Κινούμαστε σε κύκλους, φίλε μου. Η πρώτη φορά και κουραφέξαλα. … Διαβάζεις το πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου και μετά το διατρέχεις διαγωνίως» λέει ο Γερμανός φίλος του ομώνυμου διηγήματος «Ένας Γερμανός φίλος» στον Έλληνα που ετοιμάζεται για φυγή, υπό το βλέμμα των αφρικανικών μασκών που κοσμούν τους τοίχους – και η Αφρική, γνωρίζοντας από κύκλους, αρνείται τη γραμμικότητα.

Ανάλογα ο αφηγητής που διανύει την τρίτη ηλικία στο διήγημα «Η τραγική συμπαντική ευθυμία» υποτάσσεται στους κύκλους της ζωής: «Το μυστήριο του νερού με συνάρπαζε ανέκαθεν. Θα ακολουθήσει εξάτμιση, υδρατμοί, νέφη, χαλάζι, χιόνι, και φτου κι απ’ την αρχή, σ’ ένα είδος αέναου κύκλου, με μικρές ή μεγάλες παρεκκλίσεις, με μετατοπίσεις, τυχαιότητα στον χρόνο και στον χώρο, ποικιλία μορφών, απειρία επιπτώσεων, αδυναμία ταξινόμησης  ένα είδος τραγικής συμπαντικής ευθυμίας. Θέλω να διασπαρούν οι στάχτες μου σε ποτάμια, ωκεανούς, λίμνες και υγρότοπους. Κάτι μένει πίσω σου όπως και να ’χει. Σαν το φευγαλέο ίχνος του σαλιγκαριού στον βράχο, του φιδιού στο χώμα, του πλοίου στη θάλασσα, κατά πώς λέει κι ο βιβλικός Ιεζεκιήλ. Απομένουν φυσικά και τα έργα των χεριών σου, που το αποτύπωμά τους σμικραίνει σε επάλληλους κύκλους και ελίσσεται σαν ολόγραμμα του υπολογιστή, πολύχρωμο, κοχλιώδες, απροσδιόριστο, χωρίς αίτιο και αιτιατό, χωρίς αρχή και τέλος». Ο ηλικιωμένος άντρας της ιστορίας συμφιλιώνεται με την αδυναμία του να καταλάβει πια τον κόσμο, συμφιλιώνεται με τον χρόνο, με τη φθορά, με την ενότητα των αντιθέτων που εμπεριέχει ο τίτλος και αποτελεί τη μοίρα του ανθρώπου. Υπαρξιακή καταβύθιση στην ψυχή, τα μικρά και καθημερινά έναντι των μεγαλειωδών, σαρωτικός σαρκασμός και χιούμορ, αναμέτρηση με τον χρόνο, δηλαδή με τον θάνατο.

 

Γιούλη Χρονοπούλου, Δρ. φιλολογίας

 

Αφήστε μια απάντηση

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.