Αντίδωρο σε ανάμνηση
ΤΟ ΠΟΡΣΕΛΑΝΙΝΟ ΣΕΡΒΙΤΣΙΟ ΓΥΑΛΙΖΕ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΟ ΣΚΑΛΙΣΤΟ ΣΚΡΙΝΙΟ. Τα λεπτά ανθάκια τριανταφυλλιάς που είχε για σχέδιο τού έδιναν αρχοντιά και φινέτσα. Έβλεπαν κάθε φορά την ασημένια επίστρωσή του να γυαλίζει κάθε που επισκεπτόταν το σπίτι της συγχωρεμένης θείας και λογάριαζαν να μην το πουλήσουν. Καλύτερα όμως κάποιος να μην κάνει σχέδια τελεσίδικα γιατί…
Η μακαρίτισσα η θεία είχε κληροδοτήσει στα δυο ανίψια της ένα πλήρως εξοπλισμένο σπίτι. Με το που ανέβηκε «στας αιωνίους μονάς του Κυρίου» αποφάσισαν κι εκείνα να ασχοληθούν με την τύχη του διαμερίσματος. Η μονοκατοικία ήταν λαχείο. Ο Θεός να συγχωρέσει την ψυχή της θείας Ερασμίας! Βάλθηκαν να τελειώνουν με τη διαδικασία της αποδοχής και έπειτα της πώλησης. Γωνιακό διαμέρισμα καλοσχεδιασμένο και σε καλή περιοχή θα μοσχοπουλιόταν. Το είχε επιβεβαιώσει κι ο μεσίτης. «Φιλέτο είναι. Αφήστε το επάνω μου», τους είπε.
Στον μήνα επάνω πούλησαν τα έπιπλα, κοψοχρονιά, σε έναν οίκο ευγηρίας. Τους έμεινε μια σκοροφαγωμένη ντουλάπα. Έτριζε με παράπονο σαν άνοιγες τα σκεβρωμένα φύλλα της. Κάπως θα την ξεφορτώνονταν κι αυτή.
Έκαναν όνειρα να ξεπουλήσουν σε καλή τιμή κάποια ακόμη έπιπλα αξίας. Ένα σκαλιστό κομό, κάποια ασημένια κηροπήγια, κι άλλα αποδεικτικά του ανώφελου βίου της μακαρίτισσας θείας Ερασμίας που έφυγε ανέραστη «δεσποινίς ετών 62», σαν την Βασιλειάδου στις ταινίες της Φίνος Φιλμ. Άφηνε όμως κληρονόμους, δυο λεβέντες τ’ ανίψια της που ονειρεύονταν να πιάσουν την καλή από την πώληση της περιουσίας της θανούσας. Με τη σιγουριά του κληρονόμου έκαναν όνειρα για το αύριο κι αξίωναν και χρήματα από την εκποίηση του οικιακού εξοπλισμού της Ερασμίας. Δεν είχε σημασία που δεν την νοιάστηκαν όσο θα όφειλαν ή που δεν ξενύχτησαν δίπλα της όσο ήταν άρρωστη. Είχαν φέρει τους καλύτερους γιατρούς με τα χρήματα της σύνταξής της. Άρα; Τώρα θα αποζημιώνονταν. «Άντε να τελειώνουμε ξαδέλφια», είπαν στην τελευταία συνάντησή τους. «Η περίοδος ισχύος του συμφωνητικού με τον μεσίτη θα έληγε σύντομα. Έπρεπε να ολοκληρώσουν τα διαδικαστικά».
Σαν εξάντλησαν τους ιστότοπους στο διαδίκτυο με τα: «Αγοράζω και Πουλάω μικροαντικείμενα» πήραν τηλέφωνο τον παλαιοπώλη, έναν γύφτο ξερακιανό που τους σύστησε ο μεσίτης. Να’ ναι καλά ο άνθρωπος! Πάνω στην ώρα ήρθε, έλεγαν. Τον καλωσόρισαν. Ήταν η τελευταία τους ελπίδα να πιάσουν λίγα χρήματα από τα πράγματα της θείας. Τα μαχαιροπήρουνα ήταν ασημένια. Δώδεκα κουταλάκια του γλυκού, δώδεκα του φαγητού, πιρούνια, κουτάλια και τα λοιπά. «Θ’ αξίζει πολλά», σκέφτονταν.
Σοβαρός ο παλαιοπώλης έκανε τον γύρο του σπιτιού, μη του ξεφύγει κάτι άλλο αξίας κι έπειτα κοίταξε το πορσελάνινο σερβίτσιο στο σκρίνιο. Η αγωνία τους χτυπούσε κόκκινο. «Κάτι άλλο έχετε;» τους είπε σοβαρός. Κοιτάχτηκαν με απορία. «Τα μαχαιροπίρουνα; Δεν θα τα πάρετε;» είπε ο μεγαλύτερος. «Δεν είναι ασήμι αυτό που γυαλίζει. Είναι επάργυρο. Δεν ενδιαφέρει τη δουλειά μου» απάντησε τελεσίδικα ο γύφτος εμπρός στα έκπληκτα μάτια τους και άνοιξε το παλιό σκρίνιο.
Το σερβίτσιο στεκόταν στο πρώτο ράφι, δώδεκα πιάτα το ένα πάνω στο άλλο με ένα λεπτό χαρτόνι ανάμεσά τους να μη σπάσουν. Τα μικρά τριανταφυλλάκια που είχε στο σχέδιό του έδιναν μια ξεχωριστή ομορφιά στον χώρο που έτσι κι αλλιώς μύριζε εγκατάλειψη. «Α, αυτό μάλιστα», τούς είπε. Είναι το μόνο που αξίζει. Θα το πάρω. Και με τα επιδέξια χέρι του περιεργάστηκε τη φίνα πορσελάνη. Είναι και βίντατζ. Που σημαίνει πως είναι μοδάτο και σίγουρα κάτι θα βγάλω».
Οι ανιψιοί αρχικά σάστισαν, έδωσαν όμως κατηγορηματική απάντηση στον παλαιοπώλη που τους αψηφούσε.
«Α, όχι. Αυτό είναι κειμήλιο οικογενειακό και δεν σκοπεύαμε να το δώσουμε», ακούστηκαν να λένε με αγωνία.
«Δεν γίνεται σας λέω. Έκανα τόσο δρόμο ως εδώ, πιστεύοντας πως έχετε αντικείμενα αξίας. Δεν θα φύγω, λοιπόν, τώρα με άδεια χέρια. Ευκαιρία να βγάλετε κι εσείς κάτι. Σάς δίνω εξήντα ευρώ. Από τριάντα ο καθένας σας. Δίκαιη μοιρασιά», τούς χαμογέλασε με τον αέρα του επαγγελματία που τους έπιασε στον ύπνο.
Δεν είχαν τρόπο να αντιδράσουν κι ούτε καλύτερη εναλλακτική. Το σερβίτσιο θα το έχαναν. «Δε βαριέσαι ρε ξάδελφε», ο μεγαλύτερος πήρε τον λόγο. Τι θα το κάναμε κι αυτό. Ένα μάτσο πιάτα έχουμε σπίτι. Έτσι, θα έσπαγε. Έχουμε τα κουταλομάχαιρα της θείας για κειμήλιο και τριάντα ευρώ στην τσέπη. Αντίδωρο σε ανάμνηση, κάτι είναι κι αυτό» συγκατάνευσαν και κλείδωσαν το διαμέρισμα φιλέτο».
Κλείνοντας την πόρτα έβαλαν και το πωλητήριο με το τηλέφωνο του μεσίτη έξω από την πόρτα της κακόμοιρης θείας Ερασμίας που θα τους κοίταζε από τα ουράνια με δίκαιο παράπονο.
Τίνα Κουτσουμπού
