ΣΥΝΝΕΦΟΥΛΑ ΜΟΥ
ΒΡΑΔΥ, μετά τη βροχή. Ακούω το θρόισμα που κάνουν τα βήματά μου στη βρεγμένη άσφαλτο. Από πάνω κρέμεται ο ουρανός σα χάρτης. Προσπαθώ να πιάσω συχνότητα, έχει παράσιτα. Οι άνθρωποι στο δρόμο είναι από χαρτόνι. Μια πανωλεθρία τα πρόσωπα.
Συννεφούλα μου. Γιατί έπαψες να με ακολουθείς;
Τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα στην οδό Πλάτωνος θυμίζουν τις κυβερνήσεις από το 74 και μετά. Ακίνητες κολώνες. Περίμεναν να πέσει η μια για να έρθει η άλλη. Να βουλιάξει στο χρώμα της ακίνδυνα. Αλλάζουν, όπως αλλάζουν οι φωτογραφίες. Σ’ ένα παλιό κάδρο. Πριν κιτρινίσουν βγαίνουν έξω από το πλαίσιο.
Αν υπήρχε δάσος, μπορεί να κρυβόμουνα. Να τρόμαζα τον κακό λύκο. Πότε ήταν που τον τρόμαξα τελευταία φορά; Φοβήθηκε.
Έχω στήσει καρτέρι, είναι όμως πολλοί. Μαζεύονται κάτω απ’ το φανάρι, χιλιάδες. Περισσότερο απ’ όλα με εξουσιάζουν αυτοί που κάνουν τους εαυτούς μου. Οι άγνωστοι γείτονες.
Μεγάλος στόχος είναι ο ανεκπλήρωτος στόχος. Αυτός που φαίνεται αδύνατον να φτάσεις. Όταν τον κατορθώνεις, παύει να είναι μεγάλος. Για τα άλλα φταίει η κρίση. Ταυτότητας. Μας λένε επίθετα. Αντωνυμίες. Πολλά.
Ένα ζευγάρι φιλιέται κάτω από μια ομπρέλα. Στο πουκάμισο της κοπέλας, στη συμβολή των δυο μαστών, αναβοσβήνει ένα μπλου τουθ: Ο κόκκινος φάρος του έρωτα. Δείχνει τον ύφαλο για να μην τρακάρεις.
Μαθαίνουν να αγαπούν, αγαπώντας. Δεν αγαπάει κανείς. Τρακάρουν.
Πρέπει να διαλέξω ανάμεσα σ’ ένα πράσινο κι ένα μπλε κάδο. Όλα σκουπίδια είναι. Όλα τσιγάρα που τελειώνουν.
Ένα παιδί με κοιτάζει επίμονα. Τα μάτια του σκύβουν αθώα προς την πανσέληνο. Μου μοιάζει. Όταν φανερώνει την κιθάρα του, δεν έχει χορδές. Το παιδί δείχνει το παιχνίδι του, ο άντρας το κρύβει, λέει ο Αντόνιο Πόρτσια. Είμαι το παιδί που έγινε άντρας αντί να είμαι ο άντρας που ξαναγίνεται παιδί. Είμαι το παιδί που δεν έπρεπε να είμαι.
Ντρέπομαι. Γυρίζω στη ζωή. Των μεγάλων. Αυτών που νομίζουν ότι ζουν. Νομίζω κι εγώ. Όμως ντρέπομαι.
Ο Θεός είναι παντού. Τις νύχτες, όταν καμιά φορά τον χρειάζομαι, ανοίγω τα σύννεφα σαν ακορντεόν και τον βλέπω. Συζητάμε για λίγο, σε θερμό κλίμα. Έχει ασημί γενειάδα και παιδικό χαμόγελο. Κάνει με το ξυλαράκι του κάτι γρατσουνιές που μοιάζουν με αστέρια. Βάζω ένα στη τσέπη μου, υπάρχουν πολλά.
Να προσέχεις μου λέει. Με βάζει να το υποσχεθώ.
Είναι νύχτα. Πάντα ήταν. Ο Πειραιάς μοιάζει με ακίνητο πλοίο.
Η θάλασσα είναι το φέρετρο του.
Σκοτεινό.
