You are currently viewing Μαρία Βέρρου: Βίκη Κοσμοπούλου,  ΙΚΕΜΠΑΝΑ μία σύνθεση πεζών, εκδόσεις Εύμαρος, Αθήνα 2025 ΙSΒΝ 978-618-5656-90-4

Μαρία Βέρρου: Βίκη Κοσμοπούλου,  ΙΚΕΜΠΑΝΑ μία σύνθεση πεζών, εκδόσεις Εύμαρος, Αθήνα 2025 ΙSΒΝ 978-618-5656-90-4

Πριν ξεκινήσουμε την περιήγησή μας στα διηγήματα αυτού του βιβλίου, ας πούμε αρχικά δύο λόγια για τον τίτλο. Η Ικεμπάνα είναι μία παραδοσιακή, πειθαρχημένης αισθητικής και πνευματικής πρακτικής, ιαπωνική τέχνη ανθοδετικής όπου μέσω της ασυμμετρίας και του ατελούς, επιδιώκεται η ανάδειξη της κοσμικής ισορροπίας και των στοιχείων που την απαρτίζουν.

Ο τίτλος είναι η προδιάθεση του βιβλίου, όπως ένα βάζο πριν από τα άνθη: δεν μας λέει τι θα δούμε, αλλά πώς να το κοιτάξουμε. Η ικεμπάνα δεν είναι μπουκέτο· είναι τρόπος. Δεν επιδιώκει το πλήθος, αλλά τη σχέση· ένα κλαδί, ένα άνθος, ένα κενό ανάμεσά τους κι εκεί, να συμβαίνει κάτι, όπως και στο βιβλίο. Ο τίτλος μάς προειδοποιεί τρυφερά ότι δεν θα διαβάσουμε ιστορίες με την παραδοσιακή έννοια του όρου, δηλαδή με αρχή, μέση, τέλος, αλλά συνθέσεις που έχουν δυνατότητα παραλλαγής, μετάθεσης, αντικατάστασης, μικρές δηλαδή τομές του πραγματικού, τοποθετημένες όμως με φροντίδα που να δικαιώνει την ολική σύνθεση, χωρίς την αλλοτρίωση του επιμέρους.

Τα πεζά της συλλογής (26 τον αριθμό), μοιάζουν με αντικείμενα απλά, κοινά, που αλληλεπιδρούν με το περιβάλλον, σαν ένα μαγικό ραβδί να ενεργοποιεί την εσωτερική τους δομή και ξαφνικά να αποκτούν μία διαφορετική οπτική, δημιουργώντας ανατροπές.

Ένα στρώμα με λεκέ, μία ρουλέτα που σταματά στο κόκκινο, φλιτζανάκια στο μετρό, πολύχρωμοι χάρτινοι γερανοί, ένα βάζο με σημάδι. Όλα αυτά δεν είναι «σύμβολα» με βαριά έννοια. Είναι πράγματα που κουβαλούν ζωή. Η συγγραφέας δεν τα εξηγεί· τα τοποθετεί με τέτοιο τρόπο καταλύοντας την πληρότητα, δίνοντας σημασία στο κενό και στην ένταση που δημιουργούν μεταξύ τους τα ετερογενή αυτά υλικά. Κι όπως ακριβώς στην τέχνη της ικεμπάνα, η τοποθέτηση αυτή καθαυτή είναι ήδη η ερμηνεία.

Δείτε πώς λειτουργεί αυτή η πρόταση από το διήγημα «Όλα μισά»: «Όταν έχεις ένα μισό τότε αναζητάς παντοτινά τον κάτοχο του δεύτερου. Συγχρόνως τον περιέχεις στο δικό σου μισό. Γιατί δεν είναι όλο το μισό μόνο δικό σου. Έτσι το ολόκληρο χωράει στο μισό άπειρες φορές. Κι άλλες τόσες το μισό στο ολόκληρο»

Εδώ η αναζήτηση του όλου δεν ξεκινά από έλλειψη, αλλά από συνύπαρξη. Το μισό δεν είναι άδειο, «περιέχει» ήδη τον άλλον. Το όλο δεν βρίσκεται έξω από το μερικό· αναδιπλώνεται μέσα του, «άπειρες φορές». Όπως στην ικεμπάνα, όπου ένα κλαδί μπορεί να χωρέσει ολόκληρο το δέντρο, όχι επειδή το αντιγράφει, αλλά επειδή το υπαινίσσεται. Η κυκλικότητα κλείνει απαλά το σχήμα. Η σύνθεση δεν τελειώνει, κινείται με μία δημιουργική αβεβαιότητα όπως και το βιβλίο συνολικά. Τα μέρη δεν υποτάσσονται στο όλο, ούτε το όλο καταπίνει τα μέρη. Όπως το Καλοκαίρι στο διήγημα «Έτσι έλεγε». Λέξεις κλειδιά: γλέντι, τέχνη, αντίσταση, παιδική σκανταλιά. Ζωή, ταξίδι, περιπέτεια, κάθε φορά αποδίδουν και μία άλλη μορφή συνύπαρξης, επανατοποθέτησης, έναν οδηγό επιβίωσης σε διαφορετικό περιβάλλον. Η ολότητα υπάρχει αλλά δεν δηλώνεται ποτέ πλήρως.

Είναι γνωστή η προσπάθεια κατηγοριοποίησης των λογοτεχνικών έργων σε ομάδες με κοινά χαρακτηριστικά (π.χ. με βάση τη θεματολογία, τη δομή). Και εδώ, σαν από την πίσω πόρτα, μπαίνει σιωπηλά το ερώτημα του ρεαλισμού. Όχι αυτού της πλήρους εικόνας, της περιγραφής της περίπλοκης εσωτερικής ζωής των χαρακτήρων ούτε ενός νατουραλισμού της λεπτομέρειας, αλλά μίας ποιητικής γεωμετρίας όπου η λογική υποχωρεί. Εδώ έχουμε κόσμο. Κοινωνικό κόσμο όπου μέσα από την ανάδειξη του ευρύτερου πλαισίου των πράξεων αυτών των χαρακτήρων αφυπνίζεται ο αναγνώστης σε μία ιδιαίτερη μορφή ενσυναίσθησης, με τα αντικείμενα να παίζουν τον δικό τους καθοριστικό ρόλο, δημιουργώντας μία ιδιότυπη καλλιτεχνική αναρχία· το στρώμα μιλά για σώμα και φθορά, η ρουλέτα για τύχη και μικρή βία, το μετρό για κοινή καθημερινότητα, το βάζο για μία ανάγκη εξαγνισμού.

Αυτό που θα ονόμαζε ο Τέρρυ Ήγκλετον κριτικό ρεαλισμό (όπως τον κατανοούμε σήμερα σαν μία κριτική συνέχεια του Λούκατς) δεν εμφανίζεται εδώ ως διακήρυξη, (η γνώση της κοινωνικής πραγματικότητας μπορεί να παραχθεί και μέσα από ρήγματα, αποσπάσματα και σιωπές) αλλά ως στάση. Η πραγματικότητα είναι εκεί χωρίς να εξιδανικεύεται. Απλώς φαίνεται μέσα από ρωγμές. Η κοινωνική ολότητα δεν δηλώνεται, υπαινίσσεται. Και ίσως σήμερα αυτός να είναι ο καλύτερος τρόπος για να ειπωθεί. Αλλά και η μορφή των κειμένων είναι ιδιαίτερη· αποσπασματική,  μοντέρνα αλλά όχι αυτάρεσκη. Τα πεζά δεν κλείνονται στον εαυτό τους. Δεν μας λένε «κοίτα πόσο περίτεχνο είμαι». Μας λένε μάλλον «κοίτα λίγο πιο προσεκτικά», όπως όταν στέκεσαι μπροστά σε μια σύνθεση ικεμπάνα και χρειάζεσαι χρόνο για να δεις ότι το κενό σε οδηγεί προς μία άλλη θέαση των πραγμάτων, μία άλλη ερμηνεία. Fuck your method· ή αλλιώς θυμήσου ότι «όλο το παιχνίδι είναι στο να βρεις την κατάλληλη μέθοδο» (σελ 30).

Η Ικεμπάνα εν τέλει είναι ένα βιβλίο που χαμογελά χαμηλόφωνα. Δεν κραυγάζει, δεν διδάσκει, δεν επιδιώκει να εντυπωσιάσει. Συνταιριάζει ετερογενή υλικά, απ’ όπου κι αν προέρχονται, αφού το κύριο είναι τα μικρά συμβάντα, οι σιωπές, τα καθημερινά ίχνη που συνομιλήσουν και παράγουν ζωή ξεπερνώντας συνοριακούς περιορισμούς. Αν υπάρχει εδώ κριτικός ρεαλισμός, είναι αυτός της ευγένειας· κριτικός χωρίς σκληρότητα, στοχαστικός χωρίς σοβαροφάνεια.

Είναι ένας ύμνος στην απλότητα, «…κι όταν νομίσεις ότι την έχεις βρει, θα χρειαστεί άλλο τόσο για να τη φτάσεις» όπως στοργικά αποσαφηνίζει ο παππούς Αράτα στην Τοκονόμα, αλλά και στην ομορφιά που συντελείται μέσα από το ατελές, όπως το σετ του τσαγιού όπου η ορατότητα των τραυμάτων μετατρέπεται σε πληρότητα της κοσμικής αναπαράστασης.

Και ίσως αυτό είναι το πιο όμορφο. Στην τεχνική ικεμπάνα, έτσι και στο βιβλίο, στο τέλος δεν θυμάσαι όλα τα στοιχεία χωριστά. Θυμάσαι τη σχέση τους· και μια αίσθηση ότι ο κόσμος, παρά την ευθραυστότητά του, μπορεί ακόμη να αξιώνει τη φροντίδα μας· γιατί πολύ απλά μας εμπεριέχει και τον εμπεριέχουμε.

Η επιμελημένη έκδοση του εύμαρου και το εξαιρετικής έμπνευσης εξώφυλλο που φιλοτέχνησε η Αλίκη Κακουλίδου αναδεικνύουν τη χάρη της ιαπωνικής τεχνικής, υποδηλώνοντας ταυτόχρονα τη δεξιοτεχνική αποτύπωσή της στα διηγήματα της Βίκης Κοσμοπούλου.

 

 

—-

Η Μαρία Βέρρου είναι κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών στη Δημιουργική Γραφή του Πανεπιστημίου Δ. Μακεδονίας.

 

 

 

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.