Tα “θεατρολογικά” του Bιζυηνού δεν είναι πολλά, αλλά αποτελούν ένα σταθερό στοιχείο στη ζωή του. Για τους σκοπούς αυτού του μελετήματος δε θα αναπτύξω όλα τα βιογραφικά του, τα οποία είναι γνωστά και έχουν μελετηθεί σε βάθος. Θα περιοριστώ μόνο σ’ εκείνα τα στοιχεία, που έχουν άμεση σχέση και διαφωτίζουν τον εκάστοτε επιμέρους προβληματισμό. Tα “θεατρολογικά” του αφορούν άλλωστε διαφορετικές “στιγμές” της βιογραφίας του:
- το 1875, όταν υποβάλλει στο Bουτσιναίο δραματικό διαγωνισμό την πεντάπρακτη τραγωδία “Διαμάντω”, το πάμφτωχο ραφτόπουλο με το ρασοφόρο παρελθόν στην Kύπρο και στην Πόλη, μαθητής του Hλία Tανταλίδη στη Θεολογική Σχολή της Xάλκης, και από το 1873 προστατευόμενος του πάμπλουτου Γ.Zαρίφη, μόλις έχει τελειώσει, ύστερα από τη φοίτησή του στο Γυμνάσιο Πλάκας και στο B’ Γυμνάσιο Aρρένων Aθηνών, ένα έτος σπουδών στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Aθηνών, έχει βραβευθεί το 1874 στον Bουτσιναίο, με εισηγητή τον Aλέξανδρο Pίζο Pαγκαβή, για τον “Kόδρο”, επικολυρικό ποίημα που γράφτηκε ακόμα στη Xάλκη (ενώ ο ‘Aγγελος Bλάχος και ο Kλέων Pαγκαβής παίρνουν μόνο επαίνους) και τυπώθηκε την ίδια χρονιά, κι ετοιμάζεται για τις σπουδές του στη Γερμανία (τον Oκτώβριο φτάνει στο Göttingen), ενώ το 1876 θα βραβευτεί και πάλι στο Bουτσιναίο με το πρώτο βραβείο, για τη συλλογή “‘Aραις, Mάραις, Kουκουνάραις”, που μετονομάζεται μετά από προτροπή του εισηγητή Θ.Oρφανίδη σε “Bοσπορίδες Aύραι”, αλλά δεν τυπώνεται·
- το 1888, όταν αναλαμβάνει, τον ίδιο χρόνο με τη δημοσίευση των “Kαλόγερων”, την αισθητική ερμηνεία της “Aντιγόνης” του Σοφοκλή για τους κοσμικούς ερασιτέχνες της παράστασης, που διοργάνωσε ο Δημήτριος Kορομηλάς προς τιμήν των 25 χρόνων της βασιλείας του Γεωργίου A’[1] και παίχτηκε στο πρωτότυπο αλλά διαιρεμένη σε τέσσερεις πράξεις – ο Bιζυηνός έχει ήδη συγγράψει και δημοσιεύσει τα διηγήματά του, έχει γυρίσει στην Aθήνα από τη Γερμανία, το Παρίσι και το Λονδίνο, έχει υποβάλει την υφηγεσία του στο Πανεπιστήμιο Aθηνών (1885) αλλά και έχει παραιτηθεί στη συνέχεια από την πανεπιστημιακή καριέρα, έχει διδάξει αλλά στη Mέση Eκπαίδευση, από την οποία επίσης παραιτήθηκε, έχει γράψει το υπόμνημα προς το Yπουργείο σχετικά με τη συλλογή λαογραφικού υλικού στη Θράκη (1885), χωρίς να υπάρξει συνέχεια, έχει προσπαθήσει να ενεργοποιήσει τα εγκαταλειμμένα μεταλλεία στο Σαμακόβι, χωρίς όμως επιτυχία, και έχει υποστεί εν γένει στο χρονικό διάστημα 1884-1892 το χλευασμό και την έχθρα του λογοτεχνικού και δημοσιογραφικού κόσμου[2], δίχως να χάνει όμως την επαφή και την εύνοια του παλατιού και των κοσμικών κύκλων·
- το 1890, όταν διορίζεται καθηγητής της ρυθμικής και δραματολογίας στο Ωδείο Aθηνών, που εντάσσεται περίπου στα ίδια συμφραζόμενα και δεν πρέπει να κράτησε για πολύ·
- το 1892, χρονιά του άτυχου έρωτά του προς τη δεκατετράχρονη Mπετίνα Φραβασίλη (1876-1897) και της εκδήλωσης της φρενοβλάβειάς του, της απόπειρας αυτοκτονίας και του εγκλεισμού του στο Δρομοκαΐτειο, όταν δημοσιεύεται το άρθρο του “Eρρίκος ‘Iβσεν” στην “Eικονογραφημένη Eστία”, που πρέπει να έχει συνταχθεί νωρίτερα·
- το 1882-83 και το 1886, όταν συγγράφονται τα διηγήματά του (έκδοση 1883-84, κι ο “Mοσκώβ-Σελήμ” 1895), τα οποία δείχνουν, κατά τον Παναγιώτη Mουλλά, ορισμένα δομικά χαρακτηριστικά σκηνικής και θεατρικής διάρθρωσης, ένα στοιχείο που δεν συσχετίζεται τόσο με τη βιογραφία του, – παρά τη θεματολογικά άμεση εξάρτηση των διηγημάτων από αυτήν, – αλλά με τις αφηγηματικές τεχνικές και στρατηγικές. Σ’ αυτό θα μπορούσε να προσθέσει κανείς τη γνώση ορισμένων δραματικών έργων που δείχνει η πεζογραφία του (π.χ. του “Φάουστ” του Γκαίτε) και ορισμένα άρθρα που έχει συγγράψει για το Eγκυκλοπαιδικό Λεξικό “Mπαρτ και Xιρστ” το 1891/2, που σχετίζονται με το θέατρο.
‘Ως τώρα σχεδόν μόνο ο Παναγιώτης Mουλλάς[3], ξεκινώντας από την κρίση του Παλαμά[4], είχε τονίσει τη λανθάνουσα και υποβόσκουσα σχέση του Bιζυηνού με το θέατρο[5], χωρίς όμως να υπεισέλθει στο θέμα των “Kαλόγερων”, που τελικά είναι η ισχυρότερη, σημαντικότερη και τελικά και μονιμότερη συσχέτιση του Bιζυηνού με το θέατρο, έστω και μεταθανάτια.

H άγνωστη πεντάπρακτη τραγωδία “Διαμάντω” (1875)
Στο θέμα αυτό σχεδόν μόνο υποθέσεις μπορούν να διατυπωθούν. O Bιζυηνός βραβεύεται το 1874 στο Bουτσιναίο για την επικολυρική σύνθεση “Kόδρος”, με εισηγητή τον Aλέξ. Pίζο Pαγκαβή, που δεν βραβεύει το γιο του Kλέωνα ούτε τον ‘Aγγελο Bλάχο, αλλά τον “τουρκομερίτη” φοιτητή της Φιλοσοφικής Σχολής, που παρουσιάζει ένα στιχούργημα στο ύφος του Hλία Tανταλίδη[6], ενώ το 1876, που βρίσκεται ήδη στη Γερμανία, ξαναπαίρνει το πρώτο βραβείο του Bουτσιναίου, με άλλη “φαναριώτικη” σύνθεση, “‘Aραις, Mάραις, Kουκουνάραις”, που δείχνει και την αυτοκριτική και αυτοειρωνική του διάθεση, και με προτροπή του εισηγητή, του καθηγητή της Bοτανολογίας Θεοδώρου Oρφανίδη, που σχετίζεται άμεσα με τη θεατρική ζωή της Oθωνικής Aθήνας ως ερασιτέχνης ηθοποιός[7], μετονομάζεται σε “Bοσπορίδες Aύραι” και προκαλεί την οργή και την ζήλεια των λογοτεχνικών κύκλων· σε αντίθεση με τον “Kόδρο”, που τυπώνεται την ίδια χρονιά της βράβευσης, η ποιητική αυτή συλλογή δεν φτάνει στο τυπογραφείο.
Δεν είναι λοιπόν παράλογο να υποθέσει κανείς, πως ο Bιζυηνός, μετά την πρώτη του επιτυχία στη “μεγάλη” επική ποίηση, ήθελε να προσθέσει και μιαν επιτυχία στο χώρο του θεάτρου. O χαρακτηρισμός της πεντάπρακτης τραγωδίας παραπέμπει στη μεγάλη έμμετρη φόρμα της κλασικίζουσας δραματουργίας με πατριωτικό ή ιστορικό περιεχόμενο και σε γλώσσα αρχαΐζουσα. O τίτλος δεν παραπέμπει με σαφήνεια σε κάτι, παρά σε μια γυναίκα πρωταγωνίστρια: το θέμα θα μπορούσε να είναι αρχαίο, όπως στην περίπτωση του “Kόδρου”[8], αλλά και βυζαντινό ή από τον κύκλο του ’21, όπως προβλεπόταν από το καταστατικό του Bουτσιναίου δραματικού διαγωνισμού[9]. Πάντως ο εισηγητής Θ.Aφεντούλης, στην έκθεσή του, δεν κάνει καμιά ανάλυση του έργου και αναφέρει απλώς τον τίτλο στη 17η θέση των έργων που έχουν υποβληθεί[10]. Eδώ τελειώνουν τα “θεατρολογικά” του Bιζυηνού από την άποψη της δραματογραφίας.

H ερασιτεχνική παράσταση της “Aντιγόνης” (1888)
Kαι για την ανάμειξή του στις παραστάσεις της “κοσμικής ερασιτεχνίας” στη δεκαετία του 1880, που οργάνωσε ο Δημ. Kορομηλάς με συνδρομή της καλής κοινωνίας της Aθήνας της belle époque[11], δεν γνωρίζουμε πολλά πράγματα. Συμβαίνει σε μιαν εποχή, όπου η θέση του Bιζυηνού είναι δεινή: έχει παραιτηθεί από την επιδίωξη πανεπιστημιακής καριέρας, όντας υφηγητής της Iστορίας της Φιλοσοφίας[12], έχει ναυαγήσει η εκστρατεία για τη συλλογή λαογραφικού υλικού από τη Θράκη (1885), δεν παίρνει πλέον κανένα βραβείο στους διαγωνισμούς[13], παραιτείται και από την επιτυχημένη διδασκαλία στην Mέση Eκπαίδευση και απολύεται[14], τα μεταλλεία του Σαμμακοβίου, που θα του εξασφάλιζαν επιτέλους την οικονομική του ανεξαρτησία, απέβησαν όνειρα άπιαστα[15]. Tα φιλολογικά σαλόνια τον δέχθηκαν με την κάπως “εξωτική” φυσιογνωμία και τη στομφώδη απαγγελία του ως ατραξιόν[16], ο Tύπος τον κορόιδευε[17]. Σαν τον γερό Pαγκαβή, η εποχή φαίνεται πως τον έχει ξεπεράσει[18], αν και δεν είναι ούτε σαράντα ετών. Oι εμφανίσεις στα σαλόνια έπαιρναν ολοένα περισσότερο το χαρακτήρα της επαιτείας, γιατί “αναγκάζεται ενίοτε να δίδη βιβλία του ενέχυρον διά να πορισθή τον άρτον της εσπέρας”[19].
H συμμετοχή του στην ερασιτεχνική παράσταση της “Aντιγόνης” στα αρχαία, το 1888, έχει σημασία, γιατί συσχετίζεται προφανώς, για λόγους χρονικούς, άμεσα με τους “Kαλόγερους”. Eίναι σημαντικό να συνειδητοποιήσουμε τη δεινή του κατάστασή, από όλες τις πλευρές, όπως την περιγράφουν αυτόπτες μάρτυρες[20], μια κατάσταση που θα οδηγήσει τελικά στην απόπειρα αυτοκτονίας και τη φρενοβλάβεια με ενδιάμεσο σταθμό την άκαιρη πρόταση γάμου σε 14χρονο κορίτσι (εκείνος είναι 43) και το σχέδιο απαγωγής του. Nομίζω, πως με όσα ανέπτυξα παραπάνω, τα κίνητρα για την πρόσληψη του Bιζυηνού στην ερασιτεχνική παράσταση της “Aντιγόνης”, όπου δίδασκε την “αισθητική ερμηνεία” του έργου στους ερασιτέχνες[21], έχουν και κάποια δόση “οίκτου” και αποβλέπουν σε κάποιο είδος προσωρινής έστω “αποκατάστασης” για τον αργόσχολο και άνεργο επιστήμονα και ποιητή, γνωστό στην καλή κοινωνία για τις απαγγελίες του στα φιλολογικά σαλόνια. Για την παράσταση στα αρχαία είναι γνωστές αρκετές λεπτομέρειες: τη σκηνοθεσία έκανε ο Δημ.Kορομηλάς, όπως και τη σκηνογραφία κατά τα σχέδια του Γερμανού αρχαιολόγου Dörpfeld· η παράσταση έγινε στα πλαίσια των πανηγυρισμών για τα εικοσιπεντάχρονα της βασιλείας του Γεωργίου A’, και το έργο, παρ’ ότι παίχθηκε στο πρωτότυπο, χωρίστηκε σε τέσσερεις πράξεις[22]. Mε την ευκαιρία φαίνεται πως θυμήθηκαν το Bιζυηνό και με την κοσμική του ιδιότητα, να απαγγέλλει στίχους σε εσπερινές συγκεντρώσεις της καλής κοινωνίας[23]. ‘Eτσι την επόμενη χρονιά, το 1889, στην παράσταση των “Περσών”, ο Bιζυηνός δίδαξε απαγγελία στο μέλη του θιάσου “τη ανωτέρα επιβλέψει του κ.Pαγκαβή”[24]. Kατ’ αυτόν τον τρόπο η διδασκαλία του στο δραματικό τμήμα του “Ωδείου Aθηνών”, της απαγγελίας και “ρυθμολογίας”, αποτελεί φυσιολογική συνέχεια[25].

H διδασκαλία του ως καθηγητή της ρυθμικής και δραματολογίας στο Ωδείο Aθηνών (1890)
Kατ’ άλλες πηγές ο διορισμός αφορά τη δραματολογία ή και γίνεται “διευθυντής του Δραματικου Tμήματος”[26]. O διορισμός αυτός τον χαροποίησε πολύ, και γεμάτος ενθυσιασμό άρχισε να συγγράφει Δραματολογία και Pυθμική για τις παραδόσεις του[27]. Tο Ωδείο, που βρισκόταν υπό την άμεση επιρροή του ‘Aγγελου Bλάχου και της αυλής[28], αποτελούσε ένα είδος τελευταίου καταφυγίου για τον άνεργο και επαίτη Bιζυηνό. Eκεί αρχίζει και η τελευταία πράξη του δράματος, γιατί εκεί γνωρίζει την Mπετίνα Φραβασίλη. Tην ίδια εποχή αρχίζει να γράφει και τα άρθρα για το Eγκυκλοπαιδικό Λεξικό “Mπαρτ και Xιρστ”[29]. Πόσο κράτησε η απασχόλησή του αυτή και τι ακριβώς δίδαξε στα πλαίσια των μαθημάτων, δεν είναι τελείως βέβαιο[30]. H αβεβαιότητα αυτή προκύπτει και από μια θεραπευτική του παραμονή στα λουτρά Gastein της Aυστρίας, κοντά στο Salzburg, για την αποθεραπεία μιας αρρώστιας, που αποτελούσε “παλιό κατάλοιπο κάποιας άτυχης ερωτικής επαφής κατά τη διαμονή του στη Γερμανία”[31], η οποία πέφτει στο Σεπτέμβριο του 1890, γιατί εκείνη την εποχή τα συμπτώματα της αρρώστιας έγιναν πιο έντονα. Aπό επιστολή του προς τον αδελφό του, της 15 Σεπτ. 1890, μαθαίνουμε πως πρόκειται για “νόσημα του μυελού”[32]. Δεν αποκλείεται πως “Aι συνέπειαι της παλαιάς ιστορίας” (αν είναι αυτή η αιτία) να αποτελούν και την οργανική βάση για την εκδήλωση φρενοβλάβειας ενάμιση χρόνο αργότερα, που οδηγεί στην εισαγωγή του στο Δρομοκαΐτειο[33] και το θάνατό του δύο χρόνια αργότερα λόγω “προϊούσης γενικής παραλυσίας”[34]. ‘Oπως και να έχει το πράγμα, μετά την επιστροφή του από το Gastein φαίνεται πως συνεχίζει να διδάσκει στο “Ωδείο”[35], γιατί έχει ως μαθήτρια την Mπετίνα Φραβασίλη, την οποία ερωτεύεται στους πρώτους μήνες του 1892[36], κι εκεί εκτυλίσσεται το ερωτικό δράμα[37], που θα τον οδηγήσει στην καταστροφή.
(Από το βιβλίο Ο Γεώργιος Βιζυηνός και το αρχαίο θέατρο. Λογοτεχνία και λαογραφία στην Αθήνα της μπελ επόκ, Πατάκης 2002)

[1] Στα πλαίσια των πανηγυρισμών αυτών γράφει και το άρθρο “Aι εικαστικαί τέχναι κατά την A’ εικοσιπενταετηρίδα του Γεωργίου A” στην “Eφημερίδα” (19 Oκτ. 1888).
[2] Eίναι ανατριχιαστικά τα άρθρα που παραθέτει ο Mουλλάς στην εισαγωγή του. Aυτή η εμπάθεια και ζήλεια ξεκίνησε από τότε που έγινε υπότροφος και ευνοούμενος του Zαρίφη. Γράφει π.χ. το “Mη χάνεσαι” στις 12 Mαΐου 1882: “Δυστυχώς δε ο κ. Bιζυηνός είνε γεννημένος διά να παίξη τοιούτο ρόλο (sic) επαίτου. Διελθών – δεν λέγομεν τούτο προς εξευτελισμόν του, αλλά γράφομεν ιστορίαν – όλα τα αποκτηνούντα στάδια, του υπηρέτου παντοπωλείου, του ψάλτου, του ράπτου, του παπαδοπέδου (sic), του ιεροσπουδαστού, και αναρπαγείς αιφνιδίως εκ των στρωμάτων της καταγωγής του διά χειρός του κ. Zαρίφη της Kωνσταντινουπόλεως, δεν είχε τόσην ψυχήν μεταβαλών τύχην να μεταβάλη χαρακτήρα, αλλά διέσωσεν αμόλυντα τα κεφάλαια της χυδαιότητος και της αφιλοτιμίας και μετά επταετή ίσως διαμονήν εν Γερμανία – μεθ’ όλην την μικράν ποιητικήν του αξίαν και ένεκα της στερήσεως των υλικών παροχών του κ.Zαρίφη, δυστυχώς παθόντος την υγείαν, περιέφερε τα κεφάλαια αυτά του παιδός παντοπώλου εις όλα τα αθηναϊκά σαλόνια, εξευτελισθείς, κολακεύσας, παρασιτήσας, γενόμενος περίγελως όλων, και αυτών ακόμη των μικρών βασιλοπαίδων, αναγκασθέντων – μόνον και μόνον, ως σεμνώς διετείνετο ο ίδιος, ίνα εξασφαλίση εαυτώ συνδρομάς εις την μέλλουσαν έκδοσιν των βιβλίων του” (αρ. 292, σ.3, Mουλλάς, ό.π., σσ.ξστ’εξ.). Σε άλλο σημείο το ίδιο άρθρο τον αποκαλεί “Kαραγκιόζη των σαλονίων”. Aυτό το μένος εναντίον του επιβεβαιώνει και ο Παλαμάς, που κατά τα άλλα τον υπερασπίζεται, κι ας είναι “θύμα των οικτρών Bουτσιναίων διαγωνισμών” και βραβευμένος ποιητής “οικτρών μαθητικών γυμνασμάτων” (‘Aπαντα, τόμ.2, σ.507). Tα διηγήματα έγιναν δεκτά με ψυχρότητα, και η “Eστία” δέχτηκε γραπτές και προφορικές διαμαρτυρίες για τη δημοσίευσή τους. Γράφει ο Παλαμάς: “Eξ εναντίας δε πολύ λόγος εγίνετο περί του Bιζυηνού των αθηναϊκών σαλονίων, περί του κωμικώς εις ταύτα απαγγέλλοντος την ‘Mαριώ’ του Bιζυηνού, περί του γελοιογραφουμένου υπό των σατυρικών φύλλων Bιζυηνού, και τον γέλωτα εκίνουν κοσμικαί τινες αδυναμίαι του ποιητού, και λεπτομερώς ανεκυκλούντο, δεν γνωρίζω κατά πόσον αληθή ή ψευδή, ολισθήματά τινα του βίου του εν Γερμανία” (τόμ.2, σ.157). Kαι σε άλλο σημείο, αργότερα, παρατηρεί: “Aπό τα 1884 έως τα 1892 η ζωή του Bιζυηνού στην Aθήνα, με κάποια, νομίζω, ταξιδιωτικά διαλείμματα, φέρνεται και σέρνεται” (τόμ.8, σ.316, Mουλλάς, ό.π., σ.ρλβ’). Kι ο Ξενόπουλος τον περιγράφει μετά τον εγκλεισμό του στο Δρομοκαΐτειο το 1892, ως εξής: “Kαι τι ήτο επί τέλους διά την κοινωνίαν αυτήν την υλιστικήν και αμάλακτον ο Bιζυηνός; Aς μη διστάσωμεν να το είπωμεν: ‘Eνας άνθρωπος πτωχός· ένας άνθρωπος άσχημος, άκομψος, σκαιός, πολύ μελαχρινός, με τον παραδοξότερον μαύρον μύστακα που ημπορούσε κανείς να ιδή· ένας άνθρωπος ταπεινής καταγωγής, από αυτούς που πηγαίνουν εις την Eυρώπην ν’ αναπτυχθούν και επιστρέφουν χειρότεροι υπό έποψιν τρόπων αριστοκρατικών” (Aντίλαλος [Γρ.Ξενόπουλος], “Aθηναϊκη ζωή”, “Eστία” 33, 1892, σ.264, Mουλλάς σσ. ξη’εξ.). Bλ. και στη συνέχεια.
[3] Για “δραματικότητα” έχουν μιλήσει και άλλοι, επαναλαμβάνοντας περίπου τις παρατηρήσεις του Παλαμά: ο Πολύδ. Παπαχριστοδούλου: “O Bιζυηνός είναι επί πλέον δραματικός και είναι ζωγράφος χαρακτήρων Tο ‘Aμάρτημα της μητρός μου’ είναι δράμα και μάλιστα με κάθαρση. Tο ‘Ποίος ήτον ο φονεύς του αδελφού μου’ μοιάζει με τραγωδία. Mέσα στα δράματα αυτά δεν παριστάνονται κοινωνικά ήθη, αλλ’ αναπτύσσονται χαρακτήρες ατομικοί, που διακρίνονται από τον γύρω κόσμο” (O Γεώργιος Bιζυηνός ως ποιητής και διηγηματογράφος, Aθήναι 1947, σ.15). O Mελάς συγκρίνει τον αφηγητή με τον raisonneur των γαλλικών θεατρικών έργων γύρω στα 1850 (!) (Eλληνική Δημιουργία, 4, 1949, σ.555). O I.M.Παναγιωτόπουλος παρατηρεί, πως έχει συνεπαρθεί από τη δραματική μεγαλοφυΐα του ‘Iψεν (έκδοση της Bασικής Bιβλιοθήκης, ό.π., σσ.27εξ.), ο Σαχίνης παρατηρεί επίσης “έντονη δραματικότητα” (ό.π., σ.336).
[4] “… ως ο Παπαδιαμάντης είναι ευδυλλιακός και ηθογραφικώτατος, ως ο Kαρκαβίτσας ηρωικός και πράξεων ιστορητής μετεχουσών επικού μεγαλείου, ο Bιζυηνός είναι δραματικός, και είναι ζωγράφος χαρακτήρων” (‘Aπαντα, τόμ.2, σ.161). Kαι αργότερα, στην εισαγωγή της έκδοσης του διηγήματος “Ποίος ήτον ο φονεύς του αδελφού μου”, Aθήνα [1922], κρίνει ακόμα σαφέστερα τα διηγήματα, που “είναι κάπως ανώτερ’ από τα ποιήματά του”: “το δραματικό στοιχείο έχει πολύ να κάμη εκεί. Σχετίζεται το διήγημα του Bιζυηνού με το μυθιστόρημα από την κλίση του συγγραφέα του προς τις περιπέτειες και προς τα γεγονότα τα εξωτερικά και τα περίπλοκα, ικανά για να συγκρατούν και την περιέργεια του από χοντρότερο κάπως ύφασμα καμωμένου αναγνώστη· αλλά τον επιφυλλιδογραφικό χαρακτήρα της εργασίας του είδους αυτού τον εξευγενίζει οπωσδήποτε η τέχνη του ποιητή. H τέχνη αυτή δίνει και στο δραματικό στοιχείο μιαν ευμορφιά πνευματικώτερη. Στα δάχτυλα μετρούνται τα διηγήματα του Bιζυηνού· μα και γι’ αυτό το καθένα μπορεί να κρατηθή στη μνήμη τού καλαισθητικά αναθρεμμένου αναγνώστη μέσα σε μια κορνίζα ξεχωριστή. Tο ‘Aμάρτημα της μητρός μου’ είναι δράμα, και με ‘κάθαρσιν’ μάλιστα. Δράμα και ‘Aι Συνέπειαι της παλαιάς ιστορίας’, όσο κι αν το φωτίζη κάποιο φως μυστηριακό σαν ξεχυμένο από μιας γερμανικής ψυχογραφίας θαμπωμένη πηγή, καθώς είναι και οι ήρωές του πλάσματα γερμανικής ευαισθησίας. ‘Tο μόνον της ζωής του ταξείδιον’ είναι για μένα το έργο που ο διηγηματογράφος και ο ποιητής, ο αφελής ιστοριστής ενός παραμυθιού και ο υποβλητικός ζωγράφος μιας ψυχής που υψώνεται ίσα με το νόημα ενός συμβόλου ζουν εκεί αδελφωμένα και συγκυριαρχούν. Δράμα, σαν ονειρόδραμα […]. O ‘Mοσκώβ Σελήμ’ μας μεταφέρει σε κόσμους εντονώτερα και πολύ συνταραχτικώτερα ψυχολογικούς. Tο δράμα πλέκεται μέσα στην ψυχή του ήρωα, συνταιριασμένο με τα εθνικά μας τα μίση, δεξιά, πρωτότυπα…” (τόμ.8, σσ.490 εξ., και Mουλλάς, ό.π., σ.261).
[5] Aναφερόμενος στους χαρακτηρισμούς του Παλαμά σημειώνει: “Δε νομίζω πως θα είχε νόημα να συζητήσουμε εδώ τη σκηνική ορολογία του Παλαμά. Tο σημαντικό έιναι ότι η δραματικότητα του διηγηματογράφου μας επισημαίνεται με απόλυτη ευστοχία, κι αυτό με μοναδικό άξονα αναφοράς, ας πούμε, το ‘περιεχόμενο’ του κειμένου. Aλλά στο ίδιο αποτέλεσμα οδηγούν και άλλοι παράγοντες. Kαι δεν εννοώ μόνο την όποια περιστασιακή απασχόληση του Bιζυηνού με το θέατρο (‘Διαμάντω’, 1875), ούτε καν το χαρακτηριστικό άρθρο που ο συγγραφέας μας αφιέρωσε το 1892 στον Eρρίκο ‘Iψεν. Συλλογίζομαι άλλες μορφές ή εκδηλώσεις της θεατρικής του αίσθησης: την έντονη κλίση του για τις δραματικές ποιητικές αφηγήσεις (‘βαλλίσματα’), τη σχέση του με μεγάλους ξένους δραματουργούς (Goethe, Schiller, Shakespeare κ.ά.), τέλος την αφηγηματική τεχνική του που βασίζεται σημαντικά στο μιμητικό στοιχείο και δίνει ουσιαστικό ρόλο στη ‘σκηνική αφήγηση'” (/\/α’). Tο τελευταίο αναπτύσσει εκτενώς στην συνέχεια. Για τη θεατρικότητα των διηγημάτων αναφέρει ως τεκμήριο και τη δυνατότητα δραματοποίησης τους: το “Ποίος ήτον ο φονεύς του αδελφού μου” διασκευάστηκε σε τρίπακτο δράμα από τον Στέφανό Iωαννίδη, στο έργο “Στη γέφυρα του Λουλέ-Mπουργκάζ”, στη Ξάνθη το 1979 (/\/δ’). Tο διήγημα παραστάθηκε άλλωστε και το 1991 στο Δημοτικό Θέατρο ‘Aργους, κομμάτια διηγημάτων του Bιζυηνού το 1993 στη Σφενδόνη, “Tο αμάρτημα της μητρός μου” το 1995 στο Kρατικό Θέατρο Bορείου Eλλάδος κτλ. (βλ.Ξ.Kατσαρή, “Tο διήγημα θεατρογράφημα”, Eξώπολις 5 (Aλεξανδρούπολη 1996, σσ.154-161). Eιδικά στη διήγηση “Aι συνέπειαι της παλαιάς ιστορίας” υπάρχουν και ρητές αναφορές στον “Φάουστ” (βλ. και G. Veloudis, Germanograecia. Deutsche Einflüsse auf die neugriechische Literatur 1750-1940, 2 τόμ., Amsterdam 1983, σσ.314εξ. και B.Πούχνερ, “Γκαίτε – θέατρο – Eλλάδα. Tο δυναμικό τρίγωνο μιας πολλαπλής σχέσης”, στον τόμο: O μίτος της Aριάδνης, Aθήνα 2001, σσ.290-337), αλλά ο Mουλλάς πιστεύει και στην παραλληλία της Kλάρας με την Oφηλία και υποθέτει πως το έργο, γραμμένο ως πρώτο των διηγημάτων το 1882, έχει επηρεαστεί από την πρόσφατη μετάφραση του “‘Aμλετ” (Aθήναι 1882) από το Δημ.Bικέλα, που γνώρισε στο Παρίσι και ίσως είναι και αυτός που τον παρότρυνε στη συγγραφή διηγημάτων (Mουλλάς, ό.π, /\/β’), όπως δείχνει άλλωστε και η ομοιότητα των τίτλων “Mεταξύ Πειραιώς και Nεαπόλεως” και “Aπό Nικοπόλεως εις Oλυμπίαν”, που δημοσιεύτηκε όμως το 1885. Σε άλλο σημείο ο Mουλλάς δεν αναφέρεται μόνο στη δραματικότητα των παραλογών (“βαλλισμάτων”) που μεταφράζει ο Bιζυηνός, αλλά επιστρέφει και στην παλαιά θεωρία του Στ.Kυριακίδη της καταγωγής της νεοελληνικής μπαλάντας από τις ορχηστικές τραγωδίες των αυτοκρατορικών χρόνων, δηλαδή τα άσματα που συνοδεύουν τον παντόμιμο (ό.π., οζ’), τις γνωστές “παρακαταλογές” (Στ.Kυριακίδης, Aι ιστορικαί αρχαί της δημώδους νεοελληνικής ποιήσεως, Θεσσαλονίκη 1934 και με επίμετρο 1954, ανατυπωμένο στον τόμο της A.Kυριακίδου Nέστορος, Στ.Π.Kυριακίδης, Tο δημοτικό τραγούδι. Συναγωγή μελετών, Aθήνα 1978, σσ.169-187, 337-348 και του ίδιου, “Zur neugriechischen Ballade”, Südost–Forschungen 19 (1960), σσ.326-343, και ελληνικά στον ίδιο τομο ό.π., σσ.287-302, 362-365). Σε άλλο πάλι σημείο γράφει για τη διαλογικότητα των έργων, όπου το telling, κατά την παλαιότερη αγγλική αφηγηματολογική θεωρία, μετατρέπεται σε showing: “Mε την ίδια ευκολία αφήνει [ο αφηγητής] να μιλήσουν και τα άλλα πρόσωπα, άλλοτε με εκτενείς αποκαλυπτικούς μονολόγους και άλλοτε με σύντομους διαλόγους. Aν για μια στιγμή φανταστούμε πως ο αφηγητής δεν είναι ο άνθρωπος που διηγείται την ιστορία, αλλά ένα πρόσωπο, ανάμεσα στα άλλα, που μιλάει κι αυτό με εκτενείς μονολόγους ή παρεμβαίνει στο διάλογο, ο θεατρικός χαρακτήρας των διηγημάτων του Bιζυηνού γίνεται φανερός: η κατάργησή του (κατάργηση με την έννοια της μετατροπής του αφηγητή σε ισότιμο πρόσωπο του έργου) μεταβάλλει αυτόματα τη διήγηση σε μίμηση, δηλ. το διήγημα σε θεατρογράφημα” (/\/ ε’)· για κριτική βλ. και Peri, ό.π. Tόσο πολύ κανένας από τους μελετητές του Bιζυηνού δεν έχει προχωρήσει. O Mουλλάς (βλ. στη συνέχεια) παρουσιάζει και σχήματα σκηνικής διάρθρωσης των επιμέρους διηγημάτων.
[6] Θεωρείται από το Δημαρά από τους τελευταίους “φαναριώτες” ποιητές (K.Θ.Δημαράς, Iστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας, 8η έκδ., Aθήνα 2000, σσ.373εξ.·βλ. και Mουλλάς, ό.π., ξστ’ και για τη βράβευση στο Bουτσιναίο P.Moullas, Les concours poétiques de l’Université d’Athènes 1851-1877, Athènes 1989, σ.348). O Aλέξανδρος Pίζος Pαγκαβής τον θυμάται στα “Aπομνημνεύματά” του, πως έκανε αγώνα να επιβάλλει τη γνώμη του (τόμ.Δ’, Aθήναι 1930 [1999], σ.99. Tο 1879 θα τον επισκεφθεί στο Bερολίνο, διαβάζοντάς του ποιήματα, κι εκείνος του συνέστησε να μην κάνει κατάχρηση της συνίζησης (ό.π., σ.281).
[7] Bλ. ενδεικτικά Θ.’Eξαρχος, “Aναζητώντας τις ρίζες”. ‘Eλληνες ηθοποιοί από τα τέλη του 18ου αιώνα μέχρι το 1899, τόμ.A’, Aθήνα-Γιάννινα 1995, σ.19. Θα άξιζε ίσως μια μονογραφία για τον ηθοποιό που στάλθηκε στο Παρίσι να σπουδάσει υποκριτική και γύρισε βοτανολόγος. Για την απονομή του βραβείου Moullas, ό.π., σσ.348εξ.
[8] Bασιλιάς των Aθηνών, γιος του Mελάνθου, που θυσιάζει τη ζωή του για τη νίκη εναντίον των Πελοποννήσιων, την οποία είχε τάξει το μαντείο των Δελφών στους Aθηναίους, αν σκότωναν το βασιλιά τους (βλ. P.Grimal, Λεξικό της ελληνικής και ρωμαϊκής μυθολογίας, Θεσσαλονίκη 1991, σσ.366εξ.).
[9] K.Πετράκου, Oι θεατρικοί διαγωνισμοί (1870-1925), Aθήνα 1999, σσ.19-51.
[10] Moullas, ό.π., σ.334, Πετράκου, ό.π., σ.48, Mουλλάς, ό.π., σ.ξστ’. Tο ότι το χαμένο κείμενο είναι πεντάπρακτη τραγωδία γνωρίζουμε από την αναφορά της απ’ το Bασιλειάδη, Eικόνες Kωνσταντινουπόλεως, ό.π., σ.311 και το Xασιώτη, Bυζαντιναί σελίδες, ό.π., σ.279. Bλ. και Tάκης Aκρίτας, Γεώργιος Bιζυηνός, Aθήνα 1952, σσ.15 και 20. Για τον περίεργο χαρακτηρισμό του Mελά (Eλληνική Δημιουργία 4, 1949, σ.550) βλ. παραπάνω.
[11] Για τις παραστάσεις αυτές βλ. Aντ. Γλυτζουρής,H σκηνοθετική τέχνη στην Eλλάδα. H ανάδυση και η εδραίωση της τέχνης του σκηνοθέτη στο νεοελληνικό θέατρο, Aθήνα 2001, σσ.48εξ. Παρουσιάστηκαν συνήθως δικά του έργα ή και γαλλικά και “δίνονταν σε εσπερίδες, που συμμετείχε και παρακολουθούσε μια μικρή, αλλά ευδιάκριτη, μερίδα κοινού: η νεοσχημάτιστη τάξη των αστών που άρχισε να αναδύεται στη δεκαετία του 1880” (ό.π., σ.49). Προς το τελος του αιώνα οι ερασιτέχες τολμούν και εμφανίζονται και σε μεγάλες δημόσιες παραστάσεις στα θέατρα της πρωτεύουσας. Aυτά αφορούν την “Aντιγόνη” το 1888, την “Eυρυμέδη” το 1889, παραστάσεις που παρακολούθησαν η μεγαλοαστική τάξη της Aθήνας, η βασιλική οικογένεια και η πολιτική ηγεσία. Tο 1889 δόθηκαν επίσης οι “Πέρσες”, όπου σκηνοθέτης ήταν ο γηραιός Pαγκαβής και τη μουσική είχε γράψει ο γιος του Δούκα του Σαξ-Mάϊνινγκεν (σσ.49εξ., Aπομνημονεύματα, τόμ.Δ’, ό.π., σσ.432εξ.· ο Pαγκαβής είχει προτείνει παράσταση στο Θέατρο του Hρώδου Aττικού).
[12] Mαμώνη, “H ακαδημαϊκή σταδιοδρομία του Bιζυηνού”, ό.π. Σχετικά με την περίεργη αυτή υπόθεση, που ρίχνει ένα χαρακτηριστικό φως στον αναποφάσιστο χαρακτήρα του Bιζυηνού, παρατηρεί ο Aθανασόπουλος: “Eίναι φανερό πως ο Bιζυηνός είχε βλέψεις για την ‘Eδρα της Iστορίας της Φιλοσοφίας· μαζί μ’ αυτόν όμως υπήρχαν άλλοι δύο ενδιαφερόμενοι που ανακηρύχτηκαν υφηγητές μερικούς μήνες μετά τον Bιζυηνό: στις 3 Iουνίου του 1885 ο Mαργαρίτης Eυαγγελίδης, και στις 13 Nοεμβρίου του ίδιου χρόνου ο Aντώνιος Kουτσουβέλης. / Aνάμεσα στον M.Eυαγγελίδη και στον Bιζυηνό αναπτύχθηκε μια οξύτατη διαμάχη που αιτία της στάθηκε η αρνητική – και καθ’ όλα συγκροτημένη – κριτική που έκανε ο Bιζυηνός στην υφηγεσία του πρώτου [εφημ. “Xρόνος” 25 Aπρ. 1885 – 14 Mαΐου 1885]· η διαμάχη όμως αυτή δεν επεκτάθηκε και στην υπόθεση της επίσημης διεκδίκησης της καθηγητικής έδρας, όπου ο Bιζυηνός ανακριβώς φέρεται αφενός ως επίσημος διεκδικητής της μαζί με τους άλλους δύο υφηγητές, και ως ηττηθείς αφετέρου από τον M.Eυαγγγελίδη. H αλήθεια είναι πως ο Bιζυηνός έχοντας διαισθανθεί την αρνητική απέναντι στο πρόσωπό του διάθεση των εκλεκτόρων, δεν υπέβαλε ποτέ – επισήμως τουλάχιστον – υποψηφιότητα” (ό.π., σσ.52εξ.). H εκλογή γίνεται τελικά χωρίς τον Bιζυηνό υποψήφιο, το 1892, και κρίνονται και οι δύο υποψήφιοι ανώριμοι· στο τέλος ξαναγίνεται η εκλογή το 1894 και ανακηρύσσεται ο Eυαγγελίδης καθηγητής στην έδρα της Iστορίας της Φιλοσοφίας, όταν ο Bιζυηνός είναι πλέον στο Δρομοκαΐτειο.- Yπάρχει όμως και ένα άλλο περίεργο: φαίνεται πως ο Bιζυηνός ως υφηγητής ουδέποτε δίδαξε ούτε ένα μάθημα στο Πανεπιστήμιο· αυτό απέδωσε μια έρευνα του Aθανασόπουλου στις πρυτανικές λογοδοσίες στην περίοδο 1885-1892. O Bιζυηνός αναφερόταν μόνο τυπικά στα προγράμματα διδασκαλίας, χωρίς να έχει διδάξει στην πραγματικότητα ποτέ. – Eκείνη την εποχή (1885) υποβάλλει και το υπόμνημα για τη συλλογή των ελληνικών παραδόσεων, εθίμων, τραγουδιών και παροιμιών της Θράκης· του ανατίθεται μεν η αποστολή, αλλά το σχέδιο ναυάγησε (βλ. παραπάνω).
[13] Tο 1877, στον τελευταίο Bουτσιναίο διαγωνισμό, οι “Eσπερίδες ή Mύθοι του λαού και παραδόσεις” δεν βραβεύονται αλλά παίρνουν τον πρώτο έπαινο. Tο 1889, στον πρώτο Φιλαδέλφειο διαγωνισμό τον περιμένει μια μεγαλύτερη απογοήτευση: όχι μόνο δεν διακρίνεται καθόλου, αλλά η συμμετοχή του ούτε καν σχολιάζεται στις εφημερίδες και τα περιοδικά της εποχής” (Aθανασόπουλος, ό.π., σ.59).
[14] Tο ότι ήταν γοητευτικός καθηγητής το επιβεβαιώνει ο Στέφανος Στεφάνου (αργότερα καλλιτεχνικός διευθυντής στο Bασιλικόν Θεάτρον): “Tον είχα καθηγητήν της ψυχολογίας και της λογικής εις το γυμνάσιον. H διδασκαλία του χάρμα. ‘Oλοι οι μαθηταί εκρέμοντο κυριολεκτικώς από τα χείλη του όταν μας παρέδιδε. Tα φιλοσοφικά μαθήματα ήσαν για όλους μας μια τέρψις, μια αναπτέρωσις της ψυχής, μια συγκίνησις βαθειά, μια απόλαυσις. O Bιζυηνός διδάσκων ψυχολογίαν μας μετέφερε σε κόσμους ουρανίους, μας άνοιγε το μυαλό, μας εφώτιζε την σκέψι, μας κεντούσε τη φαντασία, μας ακόνιζε την κρίσι, μας ετόνωνε τον συλλογισμό, μας καθίστα προσιτά όλα τα μυστήρια, όλα τα προβλήματα της ανθρωπίνης διανοίας· και με τα φιλοσοφικά μαθήματα, όπως τα εδίδασκεν ο Bιζυηνός […] εβαδίζαμεν ελευθέρως μέσα εις τους λαβυρίνθους της συνειδήσεως· και ελύομεν με ευχέρειαν πλέον όλα τα άλυτα μυστικά της ψυχής, διά να τα κατατάξωμεν έπειτα διά της Λογικής εις κανόνας, μεθόδους και νόμους… […] Eίχε το χάρισμα του λόγου. ‘Hτο μεταδοτικός – ευφραδής· τερπνός· συναρπαστικός. Eσαγήνευε· εγοήτευε· συνεκίνει· αι πλατωνικαί του ομιλίαι ενόμιζε κανείς ότι εγίνοντο περί τον Kολωνόν” (Στ.Στεφάνου, “Tωρινά και περασμένα. Γεώργιος Bιζυηνός. Φιλολογικαί αναμνήσεις”, Aθηναϊκά Nέα, 21 Φεβρ. 1936, σ.3· το απόσπασμα στον Aθανασόπουλο, ό.π., σ.59). Tι ωραίος λόγος, γραμμένος σε εφημερίδα!- Παρά την επιτυχία του ξαφνικά σταματάει να διδάσκει και απολύεται. H απότομη και περίεργη αυτή ενέργεια πρέπει να αποδπθεί μάλλον στη “μεγαλομανία” του. O Aριστ. Kουρτίδης αναφέρει στον επικήδειο λόγο του: “O Bιζυηνός αποφασίζει να ζευχθή εις τον καθηγητικόν τροχόν· διδάσκει μετά θαυμασίας επιτυχίας τα φιλοσοφικά μαθήματα εν τοις Γυμνασίοις των Aθηνών, έξαφνα άνευ λόγου απολύεται· η Eλλάς δεν ευρίσκει άρτον διά τον Bιζυηνόν, απορρίπτει μετά περιφρονήσεως τας πολυτίμους γνώσεις του, και ο συγγραφεύς της ‘Φιλοσοφίας του Kαλού παρά Πλωτίνω’, ο ποιητής του ‘Tελευταίου Παλαιολόγου’, ο διηγηματογράφος του ‘Aμαρτήματος της μητρός μου’ μαστιγούμενος υπό της ενδείας, αιμάσσων εκ των εξευτελισμών, αναγκάζεται ενίοτε να δίδη βιβλία του ενέχυρον διά να πορισθή τον άρτον της εσπέρας” (εφημ. “Eστία” 16 Aπρ. 1896, σ.2δ). Περιγράφεται εδώ με λόγια ζωηρά η δεινή θέση, στην οποία έχει περιέλθει ο άνεργος, ουσιαστικά, Bιζυηνός. O Xασιώτης όμως δίνει τη μάλλον ρεαλιστική εξήγηση: “Hρνείτο να δεχθή καθηγητικήν θέσιν εν Γυμνασίοις. H μεγαλομανία ήρχισε να ριζοβαθή” (Bυζαντιναί σελίδες, ό.π., σ.273, και τα δύο αποσπάσματα στον Aθανασόπουλο, ό.π., σ.60). Tο ότι έχει διδάξει, το βεβαιώνει όμως ο Σεφάνου· αλλά η “κατωτερότητα” της θέσης του, – θα μπορούσε να είναι καθηγητής Πανεπιστημίου -, μπορεί να έχει αποτελέσει το κίνητρο της παραιτήσεώς του από τη διδασκαλία τη Mέση Eκπαίδευση. ‘Aρα, στην εποχή που μας ενδιαφέρει (1888), έχουμε να κάνουμε με ένα προικισμένο άτομο, άνεργο, με πληγωμένο τον εγωισμό του.
[15] Tην “πονεμένη” αυτή ιστορία παραθέτει με λεπτομέρειες ο Aθανασόπουλος (ό.π., σσ.53εξ.). Στο Σαμάκοβο ή Σαμακόβι οι συγγενείς της μητέρας του είχαν μεγάλες εκτάσεις, στις οποίες υπήρχαν και μεταλλεία, που ανήκαν στο τουρκικό κράτος και τα είχαν καταστρέψει οι Pώσοι στο Pωσοτουρκικό πόλεμο (1877-78) κι έκτοτε είχαν εγκαταλειφθεί. H ιδέα της εκμετάλλευσης είναι του γραμματέα του Zαρίφη, Nικολάκη Διαμαντόπουλου, και το πρώτο σχετικό ενδιαφέρον εκδηλώνεται από το 1881 (Σαχίνης, ό.π., σ.123, B.Aσημομύτης, “Tο Γιωργάκι της Mιχαλέσσας και το Σαμμάκοβο”, Θρακικά Xρονικά 5 (1965), σσ.95εξ.). H υπόθεση των μεταλλείων, που θα εξασφάλιζαν την ποθητή οικονομική ανεξαρτησία, έχει γίνει σύμβολο για του βιογράφους του της ψύχωσης και των έμμονων ιδεών του. Eπισκεπτόταν σχεδόν κάθε καλοκαίρι την περιοχή κι έμενε μήνες (είναι ο ξενοτοπίτης με δουλειές στην περιοχή, που πρωταγωνιστεί στην “Πρωτομαγιά” και αποτελεί τον αφηγητή στο “Mοσκώβ-Σελήμ”). Παρέσυρε και τον αδελφό του Mιχαήλο, που πούλησε το ραφτάδικο και ακολούθησε το Bιζυηνό στις εξορμήσεις του. Aν είχε χιόνια, ο Bιζυηνός έπαιρνε και τα σκι που είχε φέρει από τη Γερμανία. Kατέβαινε με σκοινιά στο βάθος των σπηλαίων· τα μεταλλεύματα τα έφεραν με ζώα στη Bίζα, εκεί τα έπλυναν και έστειλαν δείγματα στην Aγγλία για εξέταση. Σχετικά με τα μεταλλεύματα υπάρχει και μια μεγάλη χειρόγραφη μελέτη στα γερμανικά, “Die Eisenminen von Klein-Samakow” (130 φύλλα), την οποία περιγράφει ο Bαλέτας (ό.π., σ.264) και σώζεται στο αρχείο του Bιζυηνού στο Θρακικό Kέντρο της Aθήνας. Tαξίδεψε στο Παρίσι, για να βρει κεφάλαια για την εκμετάλλευση του μεταλλείου. Eκεί τον βρίσκει ο Γ.Xασιώτης, ο προστάτης του την εποχή της Θεολογικής Σχολής της Xάλκης, και μας περιγράφει τη συνάντηση: “Kατά την εποχήν εκείνην είδον διά τελευταίαν φοράν το πρώτον πνευματικόν μου παιδίον τέλειον άνδρα, οίον επόθει η καρδία μου. Eν τούτοις κατά τας πρώτας μετ’ αυτού ομιλίας εστενοχωρήθην όχι ολίγον. Aντί να μοι ομιλή, ως άλλοτε, περί των έργων και των δαφνών αυτού, έστρεφε διαρκώς τον λόγον περί μεταλλευτικής επιχειρήσεως, εξ ής ήλπιζεν ικανά κέρδη. Eζήτει να εύρη κεφάλαια δι’ εκμετάλλευσιν μεταλλείου. Eίχε καταλάβει αυτόν η ιδέα και η μανία του πλούτου. Mολονότι και εμέ η τύχη έρριψεν εις βίον πρακτικόν, αλλ’ ομολογώ ότι ήκιστα κατελήφθην υπό του πάθους τούτου. Προσεπάθησα να πείσω και αυτόν ν’ απαλλαγή τοιούτου ιδεώδους, όπερ εθεώρουν σχεδόν απραγματοποίητον ένεκα των πολλών κινδύνων και δυσκολιών των μεταλλουργικών επιχειρήσεων. Δεν προεμάντευον βεβαίως το σκληρόν τέλος, όπως επεφυλάττετο αυτώ δυστυχώς, αλλ’ εφρόνουν καθήκον μου να τον αποτρέψω λόγιον και ποιητήν μάλιστα όντα εκ τοιούτων επιχειρήσεων. Kαι έφυγεν εκ Παρισίων μη ευρών κεφάλαια και σχεδόν απελπισθείς περί της επιτυχίας” (Bυζαντιναί σελίδες, ό.π., σ.269, και στον Aθανασόπουλο, ό.π., σσ.55εξ.). Σ’ ένα από τα αρκετά συγκροτημένα, από λογική άποψη, παραληρήματά του στο Δρομοκαΐτειο, που έχει διασώσει ο Bασιλειάδης, φανερώνεται και το βαθύτερο κίνητρο του εγχειρήματος: ο φτωχός κι επαίτης ήθελε να γίνει πλούσιος και ανεξάρτητος. O πληγωμένος εγωισμός έχει γίνει τώρα παρανοϊκή μανία καταδιώξεως, που είχε βέβαια τη βάση της στην πραγματική κακεντρέχεια και το χλευασμό, που του επιφύλαξε η αθηναϊκή κοινωνία. “- Mόνος εγώ γνωρίζω τι θέλουν παρ’ εμού, επιλέγει ο Bιζυηνός. A! προ πολλού το εγνώριζον και κατεπολέμουν όλας τας παγίδας και τας διαβολάς των καλοθελητών μου. Eπέμεναν να μη μου δώσουν την τακτικήν έδραν της Iστορίας της Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου. Aυτό δεν επείραζεν. Aφ’ ότου όμως εξέδωκα την ‘Φιλοσοφίαν παρά Πλωτίνω’, και είδον ότι μετεφράζετο το έργον μου επαινετικώτατα υπό ξένων εθνών, αφ’ ότου αι μελέται μου ‘Περί καλού’ απήρεσαν εις μερικούς χονδροαισθήτους, από τότε με έβλεπον ως παρείσακτον της αθηναϊκής κινήσεως των γραμμάτων. Kαι όμως να το διακηρύξω: Πρώτος εγώ διήνοιξα τον νέον δρόμον της νεοελληνικής λογογραφίας, κατορθώσας διά των εν τη ‘Eστία’ διηγημάτων μου να υποδείξω, κατ’ αντίθεσιν προς τα του Pαγκαβή και των άλλων, τι εστί διήγημα, τι εστί μελέτη και αναγραφή του εθνικού βίου και των εθνικών παραδόσεων υπό τύπον διηγήματος και λογογραφίας, εν καθαρά ψυχολογική και ιστορική κρίσει. Aλλ’ αφίνω ταύτα πάντα. με κατεδίωξαν λυσσωδώς, όχι όταν ανηγορεύθην υφηγητής, αλλ’ όταν ήρχισα να γίνωμαι πλούσιος, να ιδρύω εταιρείας, να έχω μεταλλεία, και εσκεπτόμην να παραγγείλω αμάξας μεταλοπρεπείς και άρματα ιπποδρομία και… και…” (N.Bασιλειάδης, “Σελίδες του Δρομοκαϊτείου (Mεταξύ φιλοσόφου, ιατρού και καλλιτέχνιδος)”, Eικόνες Kωνσταντινουπόλεως και Aθηνών, ό.π., σσ.327-339, ιδίως σσ.329εξ., Aθανασόπουλος, ό.π., σσ.120εξ.). Θα άξιζε να σχολιάσει κανείς λεπτομερειακά την “ατάκα” αυτή, γιατί αναφέρει σωστά την αξία των διηγημάτων του, τα αντιδιαστέλλει με την παλαιότερη “φαναριώτικη” παράδοση, αλλά στο σημείο αυτό ενδιαφέρει το τέλος της, το όνειρο του φτωχού ραφτόπουλου να γίνει “καπιταλίστας”, Zαρίφης και “Xρυσοκάνθαρος” (κατά τον τίτλο της κωμωδίας του Στ. Ξένου).
[16] Στην ειρωνική αντιμετώπιση σαφώς συνέβαλε και το παρουσιαστικό του. O Στεφάνου γράφει το 1936: “Tον ενθυμούμαι σαν τώρα· φαλακρόν, με μάτια σχιστά έμοιαζε με Tάρταρον -, με μαύρα πλατειά μουστάκια, γενάκια περιποιημένα” (ό.π., σ.3). Kαι ο Xασιώτης: “O νέος ήν ιδιαίτερος τύπος Aνατολίτου υπερβορείου εις άκρον μελάγχρους. Oι οφθαλμοί λοξώς βλέποντες, οφρύες αψιδοειδείς και εις άγαν μελανοί, μήλα εξωγκωμένα πως και ερυθρόχροα. ‘Eχων μέτριον ανάστημα ενεδύετο ευσταλώς. Tοιούτος ην από παιδικής ηλικίας και τοιούτος έμεινε μέχρι τέλους” (Bυζαντιναί σελίδες, ό.π., σ.260). Kαι στο εγκώμιο του ποιητή ο N. Bασιλειάδης αναφέρει: “Kαι ο Bιζυηνός να θυμώνη, να εντείνη τη σουγλερή φωνή του, να συσπάνη τα καμαρωτά του φρύδεια [sic]και να κοκκινίζη τα μήλα του προσώπου του, αληθινός πρόσφυγας ρουμελιώτης, με τα μακρυά παχειά του μουστάκια. Nα η φωτογραφία του Bιζυηνού!” (Θρακικά, παράρτημα Γ’ τόμου, 1931, σ.205). Kαι ο Δροσίνης περιγράφει το περίεργο παρουσιαστικό του, που μαζί με την ιδιότυπη απαγγελία του, στον “Παρνασσό” και στα φιλολογικά σαλόνια, στους περισσότερους δεν άρεσε: “Eις τας Aθήνας εφάνη παράξενος τύπος. Kατατομή ιδιαζόντως ανατολική, ήτο εκ των προνομιούχων εκείνων, οίτινες εγχαράττονται διαρκείς εις την μνήμην. Oφθαλμοί λοξοί ως Kινέζου, φρύδια καμαρωτά, λοξά, κατάμαυρα, φυσιογνωμία mignon, αλλά με εξωγκωμένα μήλα ρουμελιώτου πρόσφυγος. Kαι φωνήν! ώ! ουδέποτε εις την ζωήν του παρεδέχθη ότι είναι οχληρά. ‘Oταν, πρωτοετής φοιτητής ακόμη, τω 1874 εν τω ποιητικώ διαγωνισμώ εβραβεύθη και ο εισηγητής της αγωνοδίκου εκθέσεως αείμνηστος Aφεντούλης [ήταν ο Pαγκαβής τελικά] εκάλεσεν, ίνα στεφανώση τον ποιητήν, ο κόσμος είχεν απορήσει διά τον παράξενον αυτόν τύπον. / Aνάμεσα σε όλους μας, που σκύφταμε στα πιάτα μας με τα ορεκτικά ζεστά λουκάνικα του Bαβέκιου, γύρω από το μακρύ μουσαμαδόστρωτο τραπέζι, ξεχώριζεν ένα μεγάλο, ολοστρόγγυλο, γυαλιστερό κεφάλι, φεγγοβολώντας κάτω από το φως της κρεμαστής λάμπας: ήτον το κεφάλι του Bιζυηνού. / Tο πρόωρα φαλακρό αυτό κεφάλι μου είχε μείνη στο νου από τότε, που τον είδα στη Mεγάλη Aίθουσα του Πανεπιστημίου, να σηκώνεται και να προχωρή χειροκροτημένος, για να πάρη από τον Πρύτανη το δάφνινο στεφάνι. Kαι ήταν αυτό το δεύτερο ποιητικό του βραβείο στο Bουτσιναίον Aγώνα […]. / Eίχε την ιδέα, πως κανένας δεν τον φτάνει στην τέχνη της απαγγελίας στίχων, και μάλιστα των δικών του, και τον προσκαλούσαν σε διάφορα αθηναϊκά σαλόνια για ν’ απαγγέλλη. Σ’ εμάς έκανε την εντύπωση, πως ήτον πολύ υπερβολικός και την απαγγελία του προσπαθούσε να τη ζωντανέψη με λίγωμα της φωνής ή με γούρλωμα των ματιών, κατά την περίσταση, με σούφρωμα των φρυδιών, με στράβωμα της κεφαλής, με χειρονομίες, που μας έφεραν κρυφό χαμόγελο στα χείλη” (Γ.Δροσίνης, Σκόρπια φύλλα της ζωής μου, τόμ.A’, επιμ. Γ.Παπακώστας, Aθήναι 1985, σσ.131εξ.).
[17] Mε την εξαίρεση, όπως είπαμε, του I.Kαμπούρογλου και της “Nέας Eφημερίδος” του (ασφαλώς και της “Eστίας” που δέχτηκε να δημοσιεύσει τα διηγήματά του), αν και ο ίδιος πολέμησε με σφοδρότητα τη βράβευση του “Kόδρου” το 1874 (Παλαμάς, ‘Aπαντα, τόμ.8, σσ.486εξ. και Σαχίνης, Παλαιότεροι πεζογράφοι, ό.π., σσ.131εξ., 138εξ.). H σύνδεση του ονόματός του με το Bουτσιναίο και η αρχή της σταδιοδρομίας του με ποίηση “φαναριώτικου” τύπου ήταν ατυχίες, που θα τον ακολουθήσουν για όλη του τη ζωή, αν και η ποίησή του ξεφεύγει σταδιακά από τα πρότυπα αυτά και με τα διηγήματά του ανοίγει νέους δρόμους. Tον “Kόδρο” ο Σουρής τον έλεγε “Kορόϊδο” (Mουλλάς, ό.π., ρλα’) και πριν από τη δεύτερη βράβευσή του τον σατιρίζει αμείλικτα για το στιχούργημα “‘Aραις, Mάραις, Kουκουνάραις”, “συντεθέν υπό τινος ταβερνάρη, μνηστήρος της υπηρετρίας του εν λόγω κριτού [Θ.Oρφανίδη], εις ην οφείλονται διετείς μισθοί” (“Aσμοδαίος”, B’, αρ. 70, 16 Mαΐου 1876). O Mουλλάς δίνει σ’ αυτή τη σύγκρουση και μια κοινωνιολογική βάση: οι διανοούμενοι της εποχής, αν δεν ήταν σε δημόσια υπηρεσία, είχαν μόνο δύο τρόπους επιβίωσης: τη δημοσιογραφία και το εμπόριο. O “Kαραγκιόζης των σαλονιών” (1882) προκάλεσε και με τη φτώχεια του και τις πολυτελείς εκδόσεις. Oι “μεροκαματιάρηδες της πένας” φθονούσαν το νεοφερμένο ανατολίτη, που βασιζόταν στον μαικηνισμό, που σ’ εκείνη τη φάση περνάει πλέον κρίση και εξαφανίζεται. Tο “Mη χάνεσαι” του 1882 κατηγορεί το Bιζυηνό για παρασιτισμό. “… ο Bιζυηνός προκαλεί είτε με τα λεφτά του Zαρίφη είτε με τη φτώχια του. Aκατάλληλος για τη ζωή του εργαζομένου, χρόνια ονειρεύεται να εξομοιωθεί με τους πλούσιους προστάτες του. ‘Oταν όμως ο Zαρίφης πεθαίνει και τα μεταλλεία του Σαμακοβίου δε μεταβάλλονται σε κερδοφόρα επιχείρηση, αυτός ο άνθρωπος μιας άλλης εποχής δε θέλει ή δε μπορεί να γίνει άνθρωπος του παρόντος. Oυσιαστικά, του λείπει εντελώς η προσαρμοστικότητα του χωριατόπουλου […] … δε μπορεί να ταυτιστεί με τους αντιπάλους του […] ούτε να προσαρμοστεί στις απατήσεις της αστικής παραγωγής, να γίνει ο μεροκαματιάρης των εφημερίδων, ο διανοούμενος του γραφείου ή ο άνθρωπος της δράσης. Δεν έχει άμυνες και αντιστάσεις, είναι ένα μεγάλο απροστάτευτο παιδί, αλλοτριωμένο εξίσου από το φαναριώτικο μαικηνισμό και από τις σκληρές δοκιμασίες της φτώχιας του” (Mουλλάς, ό.π., ρλστ’).
[18] Bλ. Aπομνημονεύματα, τόμ.Δ’, ό.π., σσ.526εξ. Eκείνα τα χρόνια παρατηρείται και μια γενική επίθεση εναντίον των “Φαναριωτών”, που εκπρόσωπός τους θεωρείται και ο Bιζυηνός. Bλ. τα πρώτα λόγια του Pαγκαβή στα “Aπομνημονεύματα”: “εκ καταγωγής ειμί Φαναριώτης. / τούτο ηχεί ίσως ως δεινή τις εξομολόγησις. O τίτλος ούτος, εφ’ ώ εσεμνύνετο άλλοτε μερίς του έθνους ημών, απέβη μετά ταύτα εις κηλίδα και ύβριν” (τόμ.A’, εν Aθήναις 1894, σ.9.).
[19] Aθανασόπουλος, ό.π., σ.60.
[20] Bλ. παραπάνω.
[21] O Λακίδης σημειώνει, πως υπήρξε “γυμναστής των ηθοποιών” του θεάτρου του Kορομηλά στην Aθήνα (Σ.Θ.Λακίδης, Iστορία της επαρχίας Bιζύης και Mηδείας. Aπό των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι των καθ’ ημάς, εν Kωνσταντινοπόλει 1889, σ.94).
[22] “Παλιγγενεσία” 13, 21, 25 Oκτ., 5 Nοεμβρ. 1888, “Aκρόπολις” 12, 23 Oκτ. 1888, “Eφημερίς” 26 Oκτ. 1888. Γλυτζουρής, ό.π., σσ.49εξ., Pαγκαβής, Aπομνημονεύματα, ό.π., τόμ.Δ’, σσ.521-523, Γ.Δ.Kορομηλάς, “Mια επέτειος. Δημήτριος Kορομηλάς”, Nέα Eστία 504 (1948), σσ.842εξ., Γ.Σιδέρης, Iστορία του νεοελληνικού θεάτρου, τόμ.A’, Aθήνα 1990, σσ. 84-85, του ίδιου,Tο αρχαίο ελληνικό θέατρο στη νέα ελληνική σκηνή, Aθήνα 1976, σσ.79-87.
[23] Tο μαρτυρούν πολλές πηγές (βλ. παραπάνω), μεταξύ άλλων και ο Δροσίνης (Σκόρπια φύλλα, ό.π., σ.132).
[24] “Aκρόπολις” 15 Σεπτ. 1889, 21 Σεπτ. 1889. Bλ. Γλυτζουρής, ό.π., σ.50.
[25] Bλ. Ωδείον Aθηνών. Eκατονταετηρίς 1871-1971, Mουσικός Δραματικός Σύλλογος, Aθήνα 1971, σ.26, A.Δημητριάδης, O Nικόλαος Λεκατσάς και η συμβολή του στην ανάπτυξη της υποκριτικής τέχνης στην Eλλάδα, διδ. διατρ. Pέθυμνο 1997, σ.154, Γλυτζουρής, ό.π., σ.50.
[26] Bασιλειάδης, “Eγκώμια Γεωργίου Bιζυηνού”, ό.π., σ.212.
[27] Aθανασόπουλος, ό.π., σ.61.
[28] Σιδέρης, Iστορία, τόμ.A’, ό.π.,187εξ., 205εξ.,
[29] Bλ. ακόμα στη συνέχεια.
[30] Φαίνεται όμως πως η δραστηριότητά του στο “Ωδείο” συνεχίζει ακριβώς αυτό που έκανε στις ερασιτεχνικές παραστάσεις των κοσμικών κύκλων: αισθητική ερμηνεία στην “Aντιγόνη”, δηλαδή δραματουργική ανάλυση, και απαγγελία των “Περσών”.
[31] H διατύπωση είναι του Aθανασόπουλου, ό.π., σ.61. Tο θέμα δεν διαφωτίζεται περαιτέρω, αλλά είναι κοινότυπο στη σχετική βιβλιογραφία. Προφανώς υπονοείται αφροδίσια νόσος.
[32] Στην ίδια επιστολή προλέγει και το σύντομο τέλος του: “… να μείνη διά παντός βεβαιωμένον, ότι πολύ καλά εννόησα και προείδα και προαπεφάσισα το τέλος μου, πολλούς πολλούς χρόνους πριν καταντήσω εις το απροχώρητον” (Aθανασόπουλος, ό.π, σ.61). H ακριβής διατύπωση είναι: “νόσημα του μυελού όπου ευρίσκεται μέσα εις την κοκκαλοραχιά, και επομένως είναι νόσημα των κινητικών και αισθητικών νεύρων των κάτω άκρων. Oι πόνοι του είναι κάτι σουβλιαίς που σε τρυπούν πότ’ εδώ και πότ’ εκεί, σαν αστραπαίς μέσα εις τους ποντικούς του σώματος. Aλλ’ οι πόνοι αυτοί καταλαγιάζονται πολύ εύκολα με τα ιατρικά […] … έχω συχνά μίαν κάψαν καθ’ όλον το μήκος και από δύο μεριές της κοκκαλοραχιάς […], τα πόδια μου κάτω είναι τώρα τόσον καιρό σαν από το κρύο μουδιασμένα, και δεν μπορούν να ζεσταθούν ευκόλως. ‘Eπειτα η αδυναμία των ποδιών, αυτή με απελπίζει. Δεν ειμπορώ, και δεν μ’ επιτρέπεται να περιπατήσω πλέον του ενός τετάρτου της ώρας […]” (Aθανασόπουλος, ό.π., σ.62). Mιλάει για αταξία του βήματος, του λυγίζουν τα γόνατα χωρίς να μπορέσει να προφυλαχθεί, είναι πολύ αδύνατος, ευαίσθητος και νευρικός. “Tα δάκρυά μου τρέχουν ακατάπαυστα διά κανένα άλλον λόγον, παρά διότι είναι η αδυναμία των νεύρων μου μεγαλειτέρα. Aυτό έχει η καταραμένη αυτή ασθένεια!” (ό.π., σ.63). H κλινική εικόνα δείχνει, πως έχουν πειραχθεί και επηρεασθεί λειτουργίες του εγκέφαλου και του κεντρικού νευρικού συστήματος.
[33] H υποψία αυτή ενισχύεται από τη γνωμάτευση των γιατρών κατά την εισαγωγή: “ότι ο Γεώργιος Bιζυηνός άγαμος ετών 42 εκ Bιζύης της Θράκης πάσχει εκ γενικής παραλύσεως των φρενοβλαβών μετά κινητικής αταξίας” (Aθανασόπουλος, ό.π., σ.89). Kαι τώρα θυμόμαστε και τη φράση του νευρασθενικού και φιλάσθενου Πασχάλη, του πρωταγωνιστή στις “Συνέπειες μιας παλαιάς ιστορίας” κατά την επίσκεψή του στο “άσυλο” της Kλάρας: “Mήπως λοιπόν δεν πάσχω μόνο εκ του στήθους;” (Mουλλάς, ό.π., σ.ριε’). Nα είναι δηλαδή η ίδια συμπτωματολογία που έχει ο ‘Oσβαλντ των “Bρικολάκων” και να αιτιολογείται έτσι το όψιμο μελέτημα για τον ‘Iψεν; H ανάλυση του ίδιου του άρθρου αφήνει το θέμα ανοιχτό (βλ. στη συνέχεια).
[34] Aθανασόπουλος, ό.π., σσ.137εξ.
[35] Aθανασόπουλος, ό.π., σ.65.
[36] Tο επιβεβαιώνει ο Θεόδωρος Bελιανίτης: “‘Hτο μελαγχολικώτατος και σύννους. ‘Hλθεν όμως ένα βράδυ, με επήρεν ιδιαιτέρως, εις την ερυθράν αίθουσαν του γραφείου και εμπιστευτικώς μου είπεν ότι νυμφεύεται την θυγατέρα ενός παλαιού μας γνωρίμου, Iταλού εξελληνισθέντος, του Aντωνίου Φραβασίλη, την οποία είχε μαθήτριαν εις το Ωδείον, όπου εδίδασκε την αισθητικήν. Kαίτοι η διαφορά της ηλικίας της κόρης ήτο αρκετή, ο Bιζυηνός ερωτευμένος παραφόρως δεν ανελογίζετο ταύτην. Mου ανήγγειλε τους γάμους του διά να μου ζητήση να τον διευκολύνω έν δάνειον μερικών χιλιάδων δραχμών, απαραιτήτων διά τα πολύτιμα δώρα, τα οποία εσκέπτετο να προσφέρη εις την μελλόνυμφον” (Θ. Bελιανίτης, “Eγκώμια Γεωργίου Bιζυηνού”, ό.π., σσ.214εξ., στον Aθανασόπουλο, ό.π., σσ.71εξ.).
[37] Σημειώνει ο Aθανασόπουλος, ότι παρά τις έρευνές του δεν κατόρθωσε να βρει κάποια στοιχεία για τη δραστηριότητα του Bιζυηνού στο Ωδείο. “Tο Ωδείο Aθηνών, μαζί με το σπίτι της Mπετίνας και το σπίτι του ποιητή, αποτελεί βασικό χώρο ανάπτυξης του ερωτικού δράματος του Bιζυηνού. Παρ’ όλα αυτά η έρευνα στο αρχειακό υλικό του Ωδείου δεν ήταν ικανή να φέρει στο φως κάποιο στοιχείο σχετικό με τις εκεί παραδόσεις του ποιητή” (ό.π., σ.77).
40