Παραλλαγές του καθημερινού ρατσισμού
«Στη ζωή σου να μη μετράς τους ανθρώπους με αυτά τα βιβλιαράκια. Εσύ, αγόρι μου, την ψυχή τους να κοιτάς και όχι τα διαβατήρια», λέει η Μικρασιάτισσα γιαγιά στον εγγονό της, στις τελευταίες σειράς του τελευταίου απ’ τα εννιά διηγήματα της συλλογής, απ’ το οποίο πήρε το όνομά της.
Αυτό κάνει ο Γιώργος Μπουγελέκας στα περισσότερα από τα διηγήματα της συλλογής διηγημάτων του με τίτλο «Διαβατήρια», που κυκλοφόρησε το 2011 από τις εκδόσεις Δωδώνη και το 2019 σε 3η έκδοση από τις εκδόσεις Κέδρος.
Στο διάστημα αυτό θα εκδοθούν δύο ακόμη λογοτεχνικά βιβλία του: Το «Ονειρική παρουσία» από τις εκδόσεις Ταξιδευτής το 2014 και το «Ο εγγονός της Άννας», επίσης από τις εκδόσεις Κέδρος το 2017. Μετά την 3η έκδοση του «Διαβατήρια» θα ακολουθήσει το μυθιστόρημά του με τίτλο «Η επιστροφή του Ματαρόα» (εκδόσεις Γκόνη 2024).
Κεντρικό θέμα στα περισσότερα από τα διηγήματα αυτής της συλλογής, που είναι η πρώτη παρουσία του Γιώργου Μπουγελέκα στα ελληνικά γράμματα, είναι ο υφέρπων στην ελληνική κοινωνία ρατσισμός, οι σκοτεινές πτυχές της συμπεριφοράς των νεοελλήνων απέναντι στους «ξένους». Όχι βέβαια όλων και όχι σε όλους. Μόνο για τους μετανάστες και τους πρόσφυγες «που δεν έχουν στον ήλιο μοίρα», σε αντίθεση με την δουλοπρεπή συμπεριφορά απέναντι στους τουρίστες, τους ξένους «επενδυτές» και τους ξένους «σελέμπριτι», που κατακλύζουν καθημερινά τις τηλεοπτικές οθόνες.
Ας κάνουμε, όμως μια σύντομη περιδιάβαση στα διηγήματα της συλλογής.
Στο πρώτο διήγημα με τίτλο «Στο νοίκι», είναι χαρακτηριστικός ο διάλογος ανάμεσα στο ανδρόγυνο των ιδιοκτητών διαμερίσματος για την επιλογή ενοικιαστή:
«Την ιδεολογική μου τοποθέτηση τη γνωρίζεις». Λέει ο σύζυγος. Και συνεχίζει: Το πρόβλημά μου είναι οι συγγενείς. Φοβάμαι τις αντιδράσεις τους. Το ίδιο και τη γειτονιά. Μα καλά, θα πουν, δε βρήκε κανέναν άλλο να νοικιάσει το σπίτι του; Σε Αλβανούς το έδωσε;»
«-Χωρίς να έχει καμιά σημασία», του απαντάει η γυναίκα του, «για Πολωνούς πρόκειται».
«Ό,τι και να είναι, μετανάστες είναι!»
Αυτό εννοώ όταν γράφω «υφέρπων ρατσισμός»
Πιο ξεκάθαρος είναι ο διαχωρισμός ανάμεσα σε μη ρατσιστές και σε ρατσιστές στο δεύτερο διήγημα με τίτλο «Το συνεργείο». Συνταξιούχοι και οι δύο, χρησιμοποιούν ένα οικοδομικό συνεργείο Αλβανών χωρίς άδεια παραμονής στην Ελλάδα. Ο πρώτος, τίμιος και δίκαιος, τους συμπεριφέρεται ανθρωπινά και τους πληρώνει κανονικά την αμοιβή που του ζήτησαν. Ο δεύτερος, αφού τους κάνει σκληρό παζάρι για την αμοιβή τους, τους αναθέτει να του χτίσουν μια αποθήκη, χωρίς να τους προσφέρει όχι μόνο φαγητό, αλλά ούτε νερό. Κι όταν τελειώσουν, για να μην τους πληρώσει για τη μια βδομάδα εργασία τους από νύχτα σε νύχτα, τους καταγγέλλει, ανώνυμα βέβαια, στο αστυνομικό τμήμα της περιοχής.
«Ξέρετε», τους λέει, «εδώ στα χωριά μας δουλεύει ένα συνεργείο Αλβανών λαθρομεταναστών. Χωρίς διαβατήρια, χωρίς χαρτιά, χωρίς τίποτα. Μαθεύτηκε ότι εκβιάζουν τους δικούς μας για να τους προτιμήσουν. Δεν νομίζετε ότι πρέπει να κατηφορίσετε μια βόλτα να προστατεύσετε κι εμάς τους ντόπιους; Είμαστε έρμαια αυτών των κατσαπλιάδων».
Κι οι μπάτσοι, βέβαια, άλλο που δεν ήθελαν. Με βάση την «ανώνυμη καταγγελία» τους συνέλαβαν αμέσως, και μετά από το σχετικό μπερντάκι, τους πήραν φωτογραφίες και αποτυπώματα, και τους απέλασαν
Καιρός ήταν να καταγραφούν και στη λογοτεχνία τέτοιες ρατσιστικές συμπεριφορές που συναντάμε συχνά εδώ και αρκετές δεκαετίες.
Το ίδιο ισχύει και για το τρίτο διήγημα με τίτλο «Ο αριστούχος», όπου οι μαθητές ενός ιδιωτικού σχολείου πρωτοστατούν, με βρισιές, απειλές και εκβιασμούς, στο να μην είναι σημαιοφόρος του σχολείου ο αριστούχος αλβανικής καταγωγής συμμαθητής τους, με την ανοχή των «μετριοπαθών» συμμαθητών τους, των καθηγητών, και του Συλλόγου Γονέων και Κηδεμόνων.
Θα παρακάμψω κάποια διηγήματα με άλλα κοινωνικά, πολιτικά και εκπαιδευτικά – παιδαγωγικά θέματα -καθώς ο συγγραφέας είναι καθηγητής Μαθηματικών στη Μέση Εκπαίδευση- και θα επιμείνω στο θέμα του ρατσισμού.
Το διήγημα με τον τίτλο «NOTTURNO», δηλαδή «Νυχτερινό», έχει ευτυχώς, αίσιο τέλος. Ένας έφηβος που παίζει πιάνο, φέρνει στο σπίτι μια συμμαθήτρια και έναν συμμαθητή του, αδέρφια με καταγωγή από την Αλβανία, που παίζουν βιολί και τσέλο, για να κάνουν πρόβες, προετοιμάζοντας τη συμμετοχή τους σε μια σχολική γιορτή.
Τότε η μητέρα του λέγοντας «Ακούς εκεί να μου φέρει στο σπίτι Αλβανούς!», τα διώχνει και απαγορεύει στο γιό της να συνεχίσει τις πρόβες μαζί τους.
Μετά την μεγάλη επιτυχία της συναυλίας τους, όμως, στη σχολική γιορτή, αφού τα παιδιά είχαν κάνει κρυφά τις πρόβες που χρειάζονταν, σκέφτηκε:
«Θα πρέπει να είναι εξαιρετική αυτή η καθαρίστρια η μάνα τους, αφού τους δίδαξε τόσο καλά».
Διακριτικός αυτή τη φορά ο συγγραφέας για τον υφέρποντα ρατσισμό της.
Στο έκτο διήγημα της συλλογής με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Λυκόφως» το θέμα είναι ένα φαινόμενο που συναντάμε συχνά τα τελευταία χρόνια: Ένας μοναχικός συνταξιούχος, ο κύριος Ντίνος, κάνει δεσμό και σκοπεύει να παντρευτεί με την αλλοδαπή που έχει προσλάβει για τη φροντίδα του.
Στις συνέπειες αυτής της απόφασής του αναφέρεται ο πιο στενός του φίλος: «Τα βρήκες λοιπόν με την οικιακή σου βοηθό, αφού το προτιμάς. Και καλά κάνεις, αν θέλεις τη γνώμη μου. Μ’ ένα σμπάρο δύο τρυγόνια. Και το σπίτι καθαρό και ο Ντίνος έχει εξυπηρέτηση στο χώρο του, όπως λένε και οι αγγελίες των αλλοδαπών θεραπαινίδων της Αφροδίτης. Όμως από αυτό, μέχρι του σημείου να κάνεις εξόδους με την αλλοδαπή ερωμένη σου, υπάρχει τεράστια απόσταση […] Είναι δυνατόν μετά από μια γυναίκα στο πλάι σου, σαν τη μακαρίτισσα, να καταλήξεις να βγαίνεις με την Πολωνέζα που σου καθαρίζει; Τα παιδιά σου δεν τα σκέφτεσαι;»
Ο συγγραφέας έχει τη διακριτικότητα να μην αναφέρει τους τρόπους που χρησιμοποίησαν τα παιδιά του για να την απομακρύνουν από κοντά του. Την ουσία τους, όμως, αποκαλύπτει ο τηλεφωνικός διάλογος με την κόρη του που διαβάζουμε στο τέλος του διηγήματος:
«-Τί έκανες; Θέλω να μάθω… Το καταλαβαίνεις ότι έχω δικαίωμα να μάθω;» της είπε και ο τόνος του ανέβηκε.
«-Τίποτα που να με κάνει να ντρέπομαι».
«-Αναρωτιέμαι, παιδί μου, αν υπάρχει κάτι τέτοιο για σένα…»
Αυτό, δυστυχώς, ισχύει για πολλούς απ’ τους συμπολίτες μας.
Στο τελευταίο διήγημα της συλλογής με τίτλο «Διαβατήριο» (σελ. 121-125), που μας πάει έναν αιώνα πίσω, συναντάμε τον πιο ακραίο ρατσισμό, απέναντι σε ομοεθνείς και ομόθρησκους σε αυτή την περίπτωση.
Η Μικρασιάτισσα γιαγιά, που γεννήθηκε τον Σεπτέμβρη του 1922 στο πλοίο της διαφυγής από τη Σμύρνη, αφηγείται για την «υποδοχή» τους στην Ελλάδα:
«Στον Πειραιά δεν βρήκαμε αδιαφορία, δεν είδαμε απάθεια. Μίσος και αντιπάθεια συναντήσαμε. Μέχρι να μας κλέψουνε πήγαν κάτι αετονύχηδες. Τους πήραμε είδηση.
-Να φύγετε από δω!…Τουρκόσποροι!… Αούτηδες!… Γιαουρτοβαφτισμένοι!… Παστρικές!. […]
Την κουβέντα την ξανάκουσα πολλές φορές από τότε. Την άκουσαν και τα παιδιά μου. Ακόμα βουίζει στ’ αυτιά μου: Τουρκόσποροι!».
Είναι μια απαράδεκτη συμπεριφορά απέναντι σε δικούς μας πρόσφυγες που έναν αιώνα τώρα προσπαθούμε να κρύψουμε και να ξεχάσουμε.
Και το διήγημα τελειώνει με τη φράση με την οποία ξεκίνησα αυτή την παρουσίαση.
Είναι, λοιπόν, βαθιές οι ρίζες του ρατσισμού στη χώρα μας, που κάποιες από τις παραλλαγές του μας αποκαλύπτει ο Γιώργος Κ. Μπουγελέκας στη συλλογή διηγημάτων του με τίτλο «Διαβατήρια».
Ο Γιώργος Βοϊκλής είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας.
