You are currently viewing Μηνάς Θεοδώρου: Ανιχνευτικές ψηλαφήσεις  για την ποιητική συλλογή ‘Ψυχικές συντεταγμένες’  του Γιάννη Στανωτά Εκδόσεις ‘Σ.Ι. ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΣ’
Stanotas_Sidetagmenes_cover 2.cdr

Μηνάς Θεοδώρου: Ανιχνευτικές ψηλαφήσεις για την ποιητική συλλογή ‘Ψυχικές συντεταγμένες’ του Γιάννη Στανωτά Εκδόσεις ‘Σ.Ι. ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΣ’

Δύσκολο να καταδυθείς σε ποιητικούς κόσμους που δεν σε περιέχουν. Το οξυγόνο που διαθέτεις, ουδέποτε αποδεικνύεται αρκετό ετούτη τη δουλειά, μ’ επιτυχία αντικειμενική, να την ολοκληρώσεις. Ν’ απομακρύνεις τα φύκια που την διεισδυτική ορατότητα σου στερούν, τις εξάρσεις των ενατενίσεων να εντοπίσεις, ναυάγια ν’ ανιχνεύσεις, να αισθανθείς δόλιους τραυματισμούς, να αποκωδικοποιήσεις καλυπτόμενους οραματισμούς, κι ακολουθώντας διαδρομές που τρεμάμενες ακτίνες φωτός σαν γνήσιοι ιχνηλάτες τη διαδρομή υποδεικνύουν, τα μαργαριτοφόρα όστρακα, τα σεντέφια και τα κοράλλια της παλλόμενης ευαισθησίας ν’ ανακαλύψεις, στο δίχτυ της παγίδευσης να τα εγκλωβίσεις, και άθικτα στην επιφάνεια να τα ανασύρεις. Χρόνος επώασης χρειάζεται ικανός, ώστε ο εργολαβικός συνεταιρισμός νου και ψυχής το έργο που ανέλαβε να το διεκπεραιώσει, και την δική του εκδοχή να καταθέσει. Σιγά-σιγά μα και προσεκτικά τα δεδομένα να τα προσεγγίσει, και τους αθέατους ιδεασμούς -που γονιμοποιούν το λόγο, τον σχηματοποιούν με λέξεις και το σημαινόμενο υποδεικνύουν- αποκαλυπτικά, με απαστράπτον φως να καταυγάσει.

Αυτές οι σκέψεις μου ήρθαν στο μυαλό, διαβάζοντας την συλλογή ποιημάτων «Ψυχικές συντεταγμένες» που ο, πρωτοεμφανιζόμενος στον χώρο, Καστανιτσιώτης ποιητής Γιάννης Στανωτάς είχε την καλοσύνη να μου χαρίσει με μια αφιέρωση αλληγορικής υφής, όμοια με αυτήν που διατρέχει όλη την ποιητική του προσπάθεια. Πρόκειται για μια καλαίσθητη συλλογή -φροντισμένη από τον εκδοτικό οίκο «Σ.Ι. ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΣ»- 22 ποιημάτων, πεζού ύφους, που παρατίθενται ως λεκτικοί χείμαρροι αγνού λόγου, δεν υπακούουν σε νόρμες κι εκφέρονται ως πιστοποίηση της αλήθειας της διαδρομής του. Σ’ αυτή τη διάσταση λοιπόν θα προσπαθήσω τον σημασιολογικό τους πυρήνα να τον προσεγγίσω, χρωματίζοντας με την ίριδα των προσωπικών μου διεγέρσεων, πάντοτε με τον προσήκοντα σεβασμό στο μόχθο της νόησης και του θυμικού του δημιουργού.

Και θα ξεκινήσω από κάτι που μου άρεσε πολύ από τον πρόλογο, όπου ο ποιητής μας προϊδεάζει για τη στόχευση του λόγου του, περιγράφοντας το σύνολο των ποιημάτων σαν ‘μια σφιγμένη γροθιά που στρέφεται ενάντια στη βάναυση υποταγή μιας καθεστωτικής καθημερινότητας’ αναγορεύοντάς τα παράλληλα σαν ‘δείκτη καθοδήγησης για την υπέρβαση, στην προσέγγιση της αγάπης, της αδελφοσύνης, της αλληλεγγύης και του σεβασμού της προσωπικότητας’. Πως αλλιώς -ρητορικά ερωτώ συγκατανεύοντας στην άποψή του- αν η ποίηση λυτρωτικά δεν απελευθερώνει. Το πιστοποιεί ο Ελύτης σαν αδιαπραγμάτευτη διαπίστωση (Ποίηση σημαίνει αντιδουλικότητα, αδιαλλαξία, ανεξαρτησία/Η ποίηση δεν είναι Τράπεζα) και το υπαινίσσεται η Δημουλά ως μεταφορά (Η θέση της ποίησης στην εποχή μας και στην κάθε εποχή, πιστεύω, είναι όποια και η θέση ενός ψιλόβροχου σε μια εκτεταμένη και παρατεινόμενη ξηρασία). Αδιάψευστος ο λόγος τους, επιβεβαιώνεται εν τοις πράγμασι από τους καθημερινούς τραυματισμούς και τα ασμένως αναζητούμενα στηρίγματα λύτρωσης. Και ειλικρινά πιστεύω πως δεν έχει σημασία ο χρόνος γραφής ενός ποιήματος, αφού -όπως φαίνεται- η εναγωνίως σφαδάζουσα απαίτηση της ανθρωπότητας για τις -παντοτινά ίδιες- ποιοτικές ανάγκες της ζωής ή δεν έχει ικανοποιηθεί ή η ικανοποίησή της, στάγδην παρέχεται, από τους σκυθρωπούς δεσμοφύλακές της. Και η ‘λευτεριά’ αγαπημένη λέξη -ως ιδέα αλλά και ως πράξη, πολλαπλώς αναφερόμενη στα ποιήματα της συλλογής του Στανωτά- διαρκώς αναβάλλει την ουσιώδη άφιξη της, αρκούμενη σε λεκτικές υπερβάσεις μυθιστορηματικών αφηγήσεων. Άσκοπο όμως ν’ απογοητευόμαστε, μιας κι η εναλλακτική είναι στα μάτια μας μπροστά. Χρέος δικό μας να την δούμε και αδιαπραγμάτευτα να την ενστερνισθούμε. ‘Η ερημιά της ελπίδας έχει όλους μας παρηγοριά’ είναι η ευαίσθητη προτροπή του ποιητή, που οφείλουμε με εγνωσμένη τυφλότητα να ακολουθήσουμε. Τότε, ίσως σωθούμε.

Στο ίδιο μήκος κύματος, το εναρκτήριο ποίημα της συλλογής ‘Αγωνίες, κιγκλιδώματα, πορεία…’, εστιάζει στην αναγκαιότητα της συντροφικότητας ‘Τα χέρια μας σ’ αυτό το διάβα, χτυπούν πόρτες διπλανές,/ψάχνουν άλλα χέρια να πιαστούν,/χαμόγελα να κρεμάσουν τις ελπίδες τους/και να λύσουν γόρδιους δεσμούς’, πιστοποιεί αδιέξοδα ‘Μάταια όμως, πόρτες αφόρητα κλειστές’, αναγορεύει ως λύτρωση ‘…μια λευτεριά που ‘ναι δεμένα πάνω της τα όνειρά μας’, ενώ στον ακροτελεύτιο στίχο του ποιήματος βροντοφωνάζει πως ‘…οχυρώσεις και αναχώματα εμείς, για την ανάσχεση της φθοράς’, προσκαλώντας σε ανένδοτο αγώνα συστράτευσης κατά της ανίατης ασθένειας του συνεχούς και άνευ ορίων ευτελισμού της ανθρώπινης ύπαρξης που, κατά την γνώμη μου, είναι το μοναδικό αντίδοτο αντιμετώπισής της, μιας και από σωτήρες έχουμε οριστικά ξεμείνει. Σ’ έναν ανένδοτο που σίγουρα θα εξοφληθεί με αίμα, ίσως όμως και να λυτρώσει. Κι αυτό, το γνωρίζει καλά ο ποιητής και το καταθέτει στο επόμενο ποίημά του με τίτλο ‘Με τα καρφιά της ελπίδας’, όπου με θάρρος διαπιστώνει πως ‘Χιλιάδες καρφιά φτιάχνουν μια λευτεριά/Αυτά μας λείπουν σήμερα’, άποψη με την οποία δεν μπορώ παρά να συνταχθώ, αφού η Ανάσταση προϋποθέτει την Σταύρωση. Κι αυτό, επειδή τα σκουριασμένα καρφιά ‘…ανοίγουν χώρους που ρισκάρεις τη σιγουριά σου…’ αλλά παράλληλα σε ωθούν ‘να αγκαλιάσεις την ελπίδα, να ξεφύγεις από σκλάβος της συνήθειας και ν’ ανοίξεις τις παλάμες σου στην καρπερή βροχή’ ακαταλήπτως συντασσόμενα σε μια ασύμπτωτη πλεύση με τα λευκά περιστέρια της προσδοκίας που διεκδικούν την έλευση του ποθούμενου.

Συνεχίζοντας την πορεία της ποιητικής του προς τον υπέρτατο στόχο της πολύμορφης και πολυδιάστατης λευτεριάς που ποικιλοτρόπως λυτρώνει, δεσμεύει το βλέμμα του σε παλέτες ζωγραφικής αλληγορίας ‘Πάνω απ’ τη θάλασσα του Αιγαίου χορεύει το λιόφυτο,/διεγείρεται κυνηγώντας γλαροπούλια,/παίρνει το μπλε της θάλασσας και τ’ ουρανού/βουτάει στο αφρισμένο κύμα,/φυλάει στο στόμα τη λευτεριά του και στροβιλίζεται μαζί της’, αρνούμενος να εγκαταλείψει ‘Τη λευτεριά έρμαιο ιδιοτέλειας αγυρτών’, εμπιστεύεται ‘…το άβατο της ψυχής του ανθρώπου, ως φονικό εχθρό για το πυκνό σκοτάδι’ και αναγορεύει το ‘εμείς’ ως ‘ασπίδα ζωτικών συμφερόντων στις ιστορικές απειλές’, προσπερνά ‘κακές σκέψεις, αγκάθια του μυαλού, που ματώνουν την ψυχή και το κορμί μας’ και αναδεικνύει την αλήθεια ως ατίθασο άτι που ‘δεν ανέχεται καπίστρι’.

Και βέβαια όλα αυτά θα ήταν άχρηστα εάν δεν υπήρχαν ‘Οι άνθρωποί μας, οι δικοί μας άνθρωποι,/πυξίδα στο καράβι μας, καταμεσής στο πέλαγος’ -όλοι οι άνθρωποι θα έπρεπε, λέω εγώ- που λειτουργούν σαν ‘ασπίδα στα χαστούκια του ανέμου’˙ οι ομοτράπεζοί μας στο φαγοπότι της ζωής, που αφού καταναλώσουν ‘…αγάπη και κλάμα, θυμό και στοργή, δύναμη, θάρρος κι αμφιβολίες…’, θα ΄ρθει η στιγμή που θα απέλθουν αφήνοντας ‘Κάποιες καρέκλες ορφανές στα κατοπινά χρόνια…’, και παραχωρώντας την θέση τους ‘…σε άλλες που θα γεμίσουν νιότη κι όνειρα ζωής/θα ακουμπήσουν στις γόνιμες αναμνήσεις/και θα εκτιναχθούν στο μέλλον’. Μονόδρομος ετούτη η πορεία, μιας κι η ζωή ‘…θάλασσα άλλοτε ήρεμη κι άλλοτε σκληρή, μανιασμένη, αλλόκοτη…’ μπορεί μ’ επιτυχία να αντιμετωπισθεί μόνον όταν αποφασίσουμε ότι πρέπει ‘να σμίγουμε τα χέρια μας’ και να κατανοήσουμε ότι ‘όλοι είμαστε «οι δικοί μας άνθρωποι»’. Αλλά δεν είναι μόνο οι άνθρωποι μα και ‘…ο τόπος μας που πάνω του αγκομαχούν οι ανάσες μας και δρασκελίζουν τα παιδιά και τα ελάφια…’ που πρέπει να τον προφυλάξουμε ‘…πλέκοντας πάντα ασπίδα τα χέρια μας γύρω του…’. Ο συνδετικός κρίκος της κοινής μας καταγωγής που πρέπει πάση θυσία να προστατεύσουμε  αν θέλουμε  να δούμε ‘…τη ζωή να γίνεται δέντρο και άνοιξη…’ μιας ομαλώς ανακυκλούμενης διαδοχής. Ο μόνος τρόπος ώστε επωφελώς και ασφαλώς ν’ αποσβεσθούμε.

Συγκινητική η αναφορά του και στις πυρκαγιές οι οποίες χρόνια τώρα, σιγά-σιγά αλλά σταθερά, μας στερούν το ζωογόνο οξυγόνο και αφήνουν ‘…τη γη σκεπασμένη μ’ ένα σεντόνι από στάχτες που στειρώνει κυνικά τη ζωή…’ που όμως δεν τις συνδέει με απογοήτευση αλλά με την αισιόδοξη προοπτική πως ‘Προσηλωμένοι μονάχα μπροστά προσπερνάμε!/ Αντιστεκόμαστε, αγνοούμε, αναθεωρούμε./Ξεπερνάμε το φόβο του κινδύνου./Ακολουθούμε το μουντό τώρα φως του ορίζοντα, που όλο και δυναμώνει και φωτίζει τις σκοτεινές ψυχές μας, για επιτακτικές πια κινηματικές εκλάμψεις’. Είναι η μοίρα του σκεπτόμενου και αγωνιζόμενου ανθρώπου που καταθέτει την πίστη του, την όποια πίστη του, ως ‘μια πέτρα παντέρημη, καταμεσής στον μαραμένο κάμπο του κόσμου…’ και την κατονομάζει σαν ‘το στασίδι της δικιάς του εκκλησιάς’ πάνω στο οποίο ακουμπά την άγρια αναμονή της οργιώδους  ανθοφορίας, ενώ παράλληλα εκδιώκει το φόβο και μέσα από τις στάχτες χαράσσει μια νέα φωτεινή προοπτική, αναγνωρίζοντας πως ‘οι στιγμές του χρόνου καλπάζουν ακάθεκτες’ και ζητούν επιτακτικά την πληρωμή τους, για να ‘γαληνέψουν οι ψυχές, να φέρουν δροσιά στο στόμα, φιλί στο μάγουλο και να ηχήσουν ξανά, ανακουφιστικά οι φωνές της γέννας!’. Τι όμορφες αντιστίξεις!

Κι αν μου ζητούσαν ένα ποίημα από τη συλλογή να επιλέξω και ως το κορυφαίο της να το αναγορεύσω, αυτό δεν θα ήταν άλλο από το τιτλοφορούμενο ως ‘Τα δυνατά μας όνειρα’, το οποίο και παραθέτω ολόκληρο αφήνοντάς το στην κρίση του αναγνώστη. ‘Τα όνειρά μας, χαμόγελο της πέτρας στα χάδια του ήλιου, τριαντάφυλλα που γεννοβολούν οι αγώνες/ Τα όνειρά μας, χέρια σφιγμένα που κλωσάν τον έρωτα, λόγχες βουτηγμένες στη θέληση/ Τα όνειρά μας, δέντρο βαθύρριζο, ψηλό, ενάντια στις δυνατές καταιγίδες, τα αγκαλιάζει στοργικά στο φύλλωμά του/ Τα όνειρά μας, ιριδισμοί της νιότης στον καθρέφτη του χρόνου, ζεστή αγάπη στα χνώτα, στους παγωμένους καιρούς μας’.

Επειδή όμως, καθώς λένε, η πολλή ανάλυση υπονομεύει την ουσία κι επιτείνει τη ντροπή του αθέατου εμποδίζοντάς το να φανερωθεί, τούτο θα πω και θα ολοκληρώσω αυτή τη μικρή κι, ενδεχομένως, ατελή προσέγγιση μου στο ποιητικό έργο του Γιάννη Στανωτά. Ανθρωποκεντρική κι ευαίσθητη η συλλογή ( ‘Πυρσός η ανατολή, διεγείρει τις φωνές της σκέψης … / Πόσες άραγε ανάσες σώπασαν στις ώρες της νύχτας; / Πόσες ψυχές συνόδεψαν τα νυχτοπούλια; / Χάθηκαν πάλι κάποια κομμάτια της ζωής μας…’), ξεκίνησε την πλεύση της στα λογοτεχνικά δρώμενα. Εύχομαι από καρδιάς τους στόχους της να κατακτήσει και με τον αγιασμό της παντός είδους ‘λευτεριάς’ το πανανθρώπινο το σύμπαν να ραντίσει.

 

 

Αθήνα 04/02/2026                                                                                                   Μηνάς Θεοδώρου

Αφήστε μια απάντηση

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.