You are currently viewing Ανθούλα Δανιήλ: Η Δημοτική Αθηναϊκή Μαντολινάτα «Διονύσιος Λαυράγκας»   Αφιέρωσε μια βραδιά στον Μιχάλη Σουγιούλ, στις 21/2/26  Στο Δημοτικό Μουσικό Θέατρο Ολύμπια «Μαρία Κάλλας»

Ανθούλα Δανιήλ: Η Δημοτική Αθηναϊκή Μαντολινάτα «Διονύσιος Λαυράγκας»  Αφιέρωσε μια βραδιά στον Μιχάλη Σουγιούλ, στις 21/2/26 Στο Δημοτικό Μουσικό Θέατρο Ολύμπια «Μαρία Κάλλας»

Η βραδιά δεν ήταν απλώς τραγουδιστική αλλά μουσικοχορευτική  και είχε τον τίτλο ενός από τα πιο εμβληματικά τραγούδια του μεγάλου δημιουργού

Ας ερχόσουν για λίγο

Τη βραδιά την αφιερωμένη στον Μιχάλη Σουγιούλ προλόγισε ο μέγιστος Ανδρέας Μαζαράκης που είχε και την Καλλιτεχνική επιμέλεια. Ο Μαζαράκης ήταν πολύ συγκινημένος και τη συγκίνησή του την πέρασε και στο κοινό που χειροκρότησε θερμά.

Το αφιέρωμα περιελάμβανε τα τραγούδια που έχουν τραγουδήσει οι γονείς μας κι εμείς μαζί τους. Έτσι η βραδιά εξελίχτηκε σε μια βραδιά μνήμης των αγαπημένων μας μέσα από τον Μιχάλη Σουγιούλ, τον αγαπημένο της γενιάς  του. Για τους κοντινούς ήταν ο «Μιχαλάκης». Και για τους νεότερους εκείνης της εποχής «Ο Κυρ-Μιχαλάκης».

Το πραγματικό του επώνυμο ή Σουγιουλτζόγλου. Γεννήθηκε στο Αϊδίνι της Μικράς Ασίας το 1900 ή 1904 ή 1906 και πέθανε από εγκεφαλικό στην Αθήνα το 1958. Ανήκε σε πλούσια οικογένεια δερματεμπόρων. Αρχικά ήταν αυτοδίδακτος στο πιάνο, αλλά μετά ταξίδεψε στη Μασσαλία για μουσικές σπουδές και περιόδευσε σε όλη την Ευρώπη ως μέλος αργεντίνικης ορχήστρας. Η γνωστή φωτογράφος Έλλη Σουγιουλτζόγλου- Σεϊδάρη, γνωστή ως Nelly’s, ήταν συγγενής του.

Από το 1920 η οικογένεια ήρθε στην Αθήνα και από το 1931 μετέτρεψε το όνομά του σε Σουγιούλ. Ασχολήθηκε με την ελαφρά ελληνική μουσική, έγραψε πάνω από 700 τραγούδια –ταγκό, βαλς, καντάδες, δημοτικά, πατριωτικά- και μουσική για τον κινηματογράφο και το θέατρο. Δικά του είναι και πολλά από τα γνωστά ως αρχοντορεμπέτικα. Εργάστηκε ως μαέστρος σε πολλά νυχτερινά κέντρα,  ήταν μέλος της Εταιρείας Θεατρικών συγγραφέων και Διευθυντής Ακρόασης της Ελληνικής Ραδιοφωνίας και μεγάλων δισκογραφικών εταιρειών.

Σε δική του μουσική ήταν η περίφημη «Ζεχρά», τραγούδι, το οποίο σε στίχους  του Μίμη Τραϊφόρου τραγούδησε η Σοφία Βέμπο και έγινε η πιο βαθιά συγκινητική ευχή και ελπίδα της κάθε Ελληνίδας μάνας για τα παιδιά τους που έφευγαν στον Πόλεμο και για την πατρίδα που αγωνιζόταν για την ύπαρξή της· «Παιδιά της Ελλάδος Παιδιά». Ένα τραγούδι που με την αλλαγή των στίχων, από ερωτικό  έγινε εθνικό και η μουσική του από αισθησιακή έγινε ιεροτελεστική.

Στα περίφημα αρχοντορεμπέτικα συνεργάστηκε με τον Αλέκο Σακελλάριο και τον Χρήστο Γιαννακόπουλο, τραγούδια με λαϊκούς, κατά κάποιον τρόπο  στίχους, χιούμορ και επηρεασμένη από τη Δύση μουσική, σε ένα είδος μικτό αλλά νόμιμο…

Πρώτο τραγούδι αυτής της κατηγορίας ήταν το περίφημο χασάπικο «Το τραμ το τελευταίο», όπου δεν είναι μόνο η φτώχεια και το μεθύσι που περιγράφουν οι στίχοι αλλά και ο χρόνος της νιότης που φεύγει γρήγορα.

Ο Σουγιούλ συνεργάστηκε με τα μεγαλύτερα ονόματα του τραγουδιού της εποχής του όπως: Σοφία Βέμπο (πρώτα-πρώτα, με την οποία περιόδευσε στο αλβανικό Μέτωπο για να ενισχύσει τους στρατιώτες μας),  Δανάη, Καίτη Μπελίντα, Κάκια Μένδρη, Στέλλα Γκρέκα, Μάγια Μελάγια, Νίκο Γούναρη, Τώνη Μαρούδα, Άννα και Μαρία Καλουτά κ.ά.

 

Από τα εφτακόσια τραγούδια από την Μαντολινάτα και τραγουδήθηκαν από τους καλλιτέχνες εκείνα που έχουν χαραχτεί στη μνήμη και στην καρδιά μας που τα τραγούδησαν και τα χόρεψαν οι γονείς μας στα οικογενειακά τραπέζια και τραγουδήσαμε κι εμείς στο θέατρο, με αφορμή  αυτό το Αφιέρωμα.

Άσ’ τα τα μαλλάκια σου, Το τραμ το τελευταίο, Χαράμι, Ο μήνας έχει εννιά, Πάμε σαν άλλοτε, Άσε τον παλιόκοσμο να λέει, Ξενιτιά, Ζεχρά, Μπέμπα, Χαράμι, Μονά ζυγά, Λίγες καρδιές αγαπούνε, Πάμε σαν άλλοτε

Αθήνα και πάλι Αθήνα, Θα καθόμουνα πλάι σου, Κοριτσάρα μου, Άλα της, Σβήστε με απ’ το χάρτη, Που να ’σαι τώρα, Ξενομανία, Άστα τα μαλλάκια σου, Κάτι με τραβάει κοντά σου, Απόψε το κορίτσι, Θα γυρίσει ο τροχός, Ας ερχόσουν για λίγο, Άρχισαν τα όργανα, Άλα, άνοιξε κι άλλη μπουκάλα, Ο κόσμος έγινε για μας.

Πολλά από τα τραγούδια συνοδεύτηκαν από ωραία χορευτικά. Οι χορευτές χόρεψαν το βαλσάκι αλλά όχι και το ταγκό των γονέων μας, αλλά το εκμοντερνισμένο «τάγκο», αυτό με τις βίαιες τεθλασμένες και τις ευλύγιστες περιπλοκάδες στα πόδια των χορευτών. Ένας ασίκης χορευτής χόρεψε ένα ζεϊμπέκικο,  χορεύτηκαν και άλλα, όλα πολύ ωραία. Και μαζί έπαιζε η περίφημη Μαντολινάτα με το βαρύ όνομα «Διονύσιος Λαυράγκας».

Ο κόσμος που συνέρρευσε – η συναυλία ήταν sold out-  όλοι, ανάλογα με τη δυναμική των πνευμόνων τους, συμμετείχαν στα τραγούδια. Οι επευφημίες ήταν θερμότατες και το χειροκρότημα επίσης. Έλειπε μόνο   η νεολαία  που θα ξεφώνιζε από τα θεωρεία και σφύριζε ως το ’χει συνήθειό της.

Έτσι, μέσα στην Αποκριά, η συναυλία μας έδωσε την ευκαιρία να γιορτάσουμε, να θυμηθούμε, να νοσταλγήσουμε, να συγκινηθούμε και να δακρύσουμε με την ωραία μουσική και τους παιχνιδιάρικους αλλά και φιλοσοφημένους στίχους αφού είναι γνωστό πως  «Μια ζωή την έχουμε» και άλλη δεν υπάρχει.

Μιχάλη Σουγιούλ, Κυρ-Μιχαλάκη, σε ευχαριστούμε για τόσα πολλά που μας προσέφερες μέσα στη σύντομη πολύτιμη ζωή σου.

 

*Ρώτησα μια μέρα τον ενενηκοντούτη θείο μου, τον Μίμη, που σπούδαζε στα νιάτα του ακορντεόν: «Ποιον είχες δάσκαλο στο Ωδείο, θείε»; Κι εκείνος αφού σκέφτηκε μου απάντησε: «Δεν θυμάμαι, αλλά τον λέγαμε Κυρ-Μιχαλάκη». «Τον Σουγιούλ;», ξαναρώτησα με έκπληξη και απορία. «Ναι, ναι, αυτόν!!!».

 

                          Ανθούλα Δανιήλ

 

 

Αφήστε μια απάντηση

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.