Η γραφή της Μαρίας Κούρση στη συλλογή Ο χρόνος σε τίτλους αναδεικνύει την ποιητική ωριμότητα της δημιουργού. Τα ποιήματα κατακτούν τον αναγνώστη αθόρυβα, με την ακρίβεια και την καθαρότητα μιας φωνής που γνωρίζει καλά τον αισθητό, τον υπεραισθητό όσο τον συναισθηματικό κόσμο των ανθρώπων.
Με απλή κατανοητή γλώσσα επιλέγει σε κάθε στίχο της την κατάλληλη λέξη που θα φέρει το απόλυτα θετικό νοηματικό αποτέλεσμα. Άρτια δομημένη η μορφική διάταξη του λόγου της. Υποβάλλει τις λέξεις σε πρωταρχικά μέσα που εκφράζουν άψογα το θέμα αισθητικά όσο και αφηγηματικά την ανθρώπινη εμπειρία δημιουργώντας το νόημα που χρειάζεται η σωστή δομή των ποιημάτων που η ποιήτρια υπηρετεί με στοχαστική αφοσίωση.
Η νέα της συλλογή, ξεκινά με τον πρόλογο και με ένα ποίημα που ως προμετωπίδα έχει
Τη φράση: “Touzours recommancer”του Paul Valery.
Κοιμούνται τ’ άστρα τ’ ουρανού
Κοιμάται το φεγγάρι
O άνεμος ορέγεται
Της θάλασσας τη χάρη
Στην επιφάνεια του νερού
Ρηχά, κοντά στα δέντρα
η Άνοιξη ανέμελα πλενόταν
Στο λιβάδι. Ο άνεμος τη
μάλονε
Τα κύματα γελούσαν
Κι αυτή κοιτάζει τον φακό
φιλάρεσκα και λέει
Δροσερή
Και ταΐζω
Ωραίος ο τίτλος
Πριν συστηθούμε
Η συλλογή είναι χωρισμένη σε τέσσερις ενότητες,
Οκτώ τίτλοι κατηγορούνται
Τίτλοι υπεράσπισης
Τίτλοι κατηγορίας
Τίτλοι Αιθουσών
Η κάθε μία ενότητα αποτελείται από τροπικά επιρρήματα, όπως: Ενστικτωδώς. Ουδόλως. Ακραιφνώς… κτλ, όπου έκαστο επίρρημα είναι και ο τίτλος κάθε ποιήματος που ακολουθεί στις σελίδες της συλλογής, η οποία αποτελείται σε σύνολο από 59 σύντομα αλλά πυκνά,νοηματικά, ποιήματα.
Ευρηματική η ιδέα και το ύφος που παρακινεί το ενδιαφέρον από την πρώτη ματιά καθώς λειτουργεί σαν ένα σύστημα αντικριστών δωματίων όπου κάθε τίτλος είναι κι ένα παράθυρο και πίσω από αυτό υπάρχει ένα φωτεινό σημείο, μια μικρή αποκάλυψη.
Παράδειγμα το ποίημα με τίτλο «Ενστικτωδώς» και με υπότιτλο:
Πάνω στο σανίδι αυτού του βιβλίου
Συνεχώς κυκλοφορούν άνθρωποι
Ο Εξόδιος Αέρας με ξύπνησε
Απαλά
Άντε να σε δω τώρα τι
Θα κάνει
Μου είπε σιγοφεύγοντας
Μέσα από λέξεις που
Εκρήγνυνται
Θα περάσω / Του είπα
Ανάβοντας ξανά
Το πρώτο
Σπίρτο
Κάτω από τον Τίτλο
Που ασφαλώς δεν καίγεται
Η οικονομία της γλώσσας στην ποίηση είναι μια δύσκολη διαδικασία και η Κούρση την γνωρίζει πολύ καλά και γράφει με μια πειθαρχημένη λιτότητα που δεν στερείται συναισθηματικού όγκου και βάθους.
Γράφει ποιήματα, μικρά σε έκταση, που μοιάζουν με στιγμιαίες λάμψεις χωρίς να επιδιώκουν να εξαντλήσουν το θέμα τους, αλλά να φωτίσουν μικρές πτυχές του, σαν από μια μόνο λέξη να ξεκινάει μια νέα προοπτική που δεν είχαμε προσέξει.
Η οικονομία της γραφής ως μινιμαλιστική διάθεση είναι συνειδητή επιλογή της σαν φυσική έκφραση της για να αφήσει χώρο στον αναγνώστη να αναπνεύσει, να συμμετάσχει ενεργά η σκέψη του συμπληρώνοντας την δική του πιθανή κατάθεση.
Αυτή η τεχνική ενισχύει την αίσθηση ότι η ποιήτρια δεν επιβάλλει το νόημα, αλλά το αφήνει ελεύθερο, το προσφέρει στο μυαλό του αναγνώστη σαν νήμα και τον καλεί να το τραβήξει και να συνεχίσει.Πλούσια συλλογή σε θεματικούς άξονες βασισμένοι στον χρόνο, που δεν αντιμετωπίζεται ως αφηρημένη έννοια αλλά ως μηχανισμός μνήμης, κρίσης, αυτοπαρατήρησης και εμπειρίας.
Όλοι οι τίτλοι λειτουργούν σαν μικρά χρονικά σημεία με γεγονότα που χαράσσονται στη μνήμη, κάπως σαν στιγμές που παγώνουν την δραματική αξία για να αναλυθούν μέσα από μια πιο σίγουρη γνωστική ματιά ωριμότητας. Η επιλογή να δομηθεί η συλλογή γύρω από τίτλους που «κατηγορούνται», «υπερασπίζονται» ή «κατηγορούν» σκιαγραφούν μια σχεδόν δικαστική ατμόσφαιρα όπου ο χρόνος γίνεται μάρτυρας, κατήγορος και κατηγορούμενος ταυτόχρονα.
Η τέταρτη ενότητα, όπου πάλι κάθε επίρρημα γίνεται και τίτλος ποιήματος, αποκαλύπτει την εμμονή της Κούρση για τις λεπτές σημασίες τους. Το επίρρημα, ως λέξη που συνήθως περνά απαρατήρητη, εδώ αποκτά κεντρικό ρόλο, σαν να μας υπενθυμίζει ότι ο τρόπος που γίνεται κάτι είναι εξίσου σημαντικός με το ίδιο το γεγονός προερχόμενο από το παρελθόν όπου ο χρόνος εμφανίζεται ανεπαρκής να σκεπάσει με λήθη τις σκέψεις.
Το ποίημα:
Εξόχως
Εδώ και χρόνια
Πίσω από κάθε μισοφωτισμένο
Παράθυρο ακούω πάντα τη φωνή
Της Έλλης Λαμπέτη να διαβάζει
Κωνσταντίνο Καβάφη
Τα ωραία λάθη και τις φωνές που σίγησαν
Το ποιητικό ύφος της Κούρση μεταβολίζεται σε πράξη παρατήρησης με μια προσεκτική και ήρεμη οξύτητα που αφυπνίζει την περιέργεια. Δεν βρίσκει λέξεις ηχηρές για να υψώσει τόνους, αλλά αναβιβάζει την προσοχή στη συναισθηματική ταύτιση ποιητή αναγνώστη. Οι εικόνες που δημιουργούν τα ποιήματα της είναι καθαρές, συχνά καθημερινές, αλλά μέσα από το ύφος απόδοσης τους αποκτούν μια μεταφυσική διάσταση. Η Κούρση δεν επιδιώκει,σε καμιά συλλογή, τον εντυπωσιασμό. Δεν εξηγεί, δεν αναλύει υπερβολικά, δεν παρασύρεται σε λυρισμούς που θα αποδυνάμωναν την ένταση.
Αντίθετα με μια συνεπή ακρίβεια αφήνει το ανείπωτο να είναι πάντα παρόν, σαν υπόκωφη δόνηση με την οποία θα μπορεί να αντικρίσει την καθαρή ματιά του αναγνώστη της. Και αυτή η εντελέχεια εμπεριέχεται από μια σπάνια ευγένεια που ξέρει πότε και που ακριβώς να σταματήσει και κάνει τα ποιήματά της να μένουν στη μνήμες όσων τα διαβάζουν.
Βραβευμένη από την Ακαδημία Αθηνών, η Μαρία Κούρση έχει ήδη αποδείξει τη δυναμική του ποιητικού ταλέντου της. Στη νέα συλλογή «Ο χρόνος σε τίτλους» φαίνεται να προχωρά ένα βήμα ψηλότερα. Η ωριμότητα της γραφής της δεν είναι μόνο τεχνική, αλλά και υπαρξιακή. Η σχέση της με τον χρόνο γίνεται πιο στοχαστική, πιο εσωτερική, πιο απαιτητική. Για την ποιήτρια ο χρόνος έχει πολλές μορφές. Σύμβολο, μνήμη, πληγή, ελπίδα, όραμα, χώρος, φαντασία, λεπτομέρεια. Δεν τη φοβίζει, τον κοιτάζει κατάματα μέσα από τα ποιήματα της που λειτουργούν σαν μικρές καταγραφές μιας καθαρής συνείδησης.
Η συλλογή αυτή μοιάζει με ένα αρχείο υπαρξιακών στιγμών όπου ο χρόνος σε κάθε ποίημανα ορίζει το άπιαστο ως ποίηση υψηλής ποιότητας.
Το εξώφυλλο έχει κοσμήσει ο Δημήτρης Σεβαστάκης όπου μέσα στις απαλές γραμμές του διαφαίνεται το ανθρώπινο. Ένα δέντρο με κλαδιά σαν χέρια κι ένας κορμός μιας χορεύτριας μπαλέτου. Ανάμεσα στα φυλλώματα ξεπροβάλουν αριθμοί δίνοντας την αίσθηση του τυχαίου που όμως δεν είναι.
