Στοχαστικές διαδρομές στην πεζογραφία της Ζωής Μπόζεμπεργκ
Υπάρχουν βιβλία που σε προσελκύουν με το αίνιγμα του τίτλου τους προτού καν τα ανοίξεις. Το πρόσφατο βιβλίο της Ζωής Μπόζεμπεργκ, Η διαγώνιος του τετραγώνου (Νησίδες, 2025), με παρέπεμψε αρχικά περισσότερο σε γεωμετρική μελέτη παρά σε λογοτεχνικό έργο. Αυτή η περιέργεια, όμως, στάθηκε η αφορμή για μια αναγνωστική εμπειρία που με κράτησε καθηλωμένη μέχρι την τελευταία σελίδα.
Η γοητεία του βιβλίου ήταν τέτοια, που με ώθησε να αναζητήσω και τα δύο προηγούμενα έργα της συγγραφέως. Διαβάζοντάς τα με την ίδια προσήλωση, διέκρινα μια σταθερή λογοτεχνική ταυτότητα: πλούσια γλώσσα, βαθιά αρχαιογνωσία, διακειμενικότητα και φιλοσοφικό υπόβαθρο. Με αυτές τις σκέψεις ως οδηγό, μοιράζομαι μαζί σας τις εντυπώσεις μου από έναν κόσμο όπου η στοχαστικότητα συναντά την καθαρή αφηγηματική απόλαυση.
Πίσω από τον μαθηματικό τίτλο του παραπάνω βιβλίου κρύβεται μια βαθιά ανατομία των ανθρώπινων σχέσεων – ερωτικών και μη. Η Μπόζεμπεργκ διεισδύει στον σκοτεινό κόσμο των καταπιεστικών, χειριστικών ανθρώπων, εξερευνώντας τη δυναμική ανάμεσα στον εξουσιαστή και το αδύναμο θύμα που παγιδεύεται στα δίχτυα του.
Στο κέντρο του μυθιστορήματος βρίσκονται δύο γυναίκες, η Σάσα και η Βούλα, θύματα του ίδιου άντρα, του Γιάννη. Η πρώτη από τις δύο ηρωίδες, η Σάσα, νιώθει να καταπιέζεται από ένα παρελθόν που, αν και ανύπαρκτο πια, παραμένει επίμονα παρόν, αλλά και από την προοπτική ενός μέλλοντος που δεν έχει έρθει ακόμα.
Η οικογένειά της –ιδίως η προβληματική μητέρα, εγκλωβισμένη στις υποτιθέμενες αρρώστιες της, και ο αδιάφορος πατέρας– δεν στάθηκε ικανή να κατανοήσει τις φοβίες και τη δειλία της. Αλλά και η μεγαλύτερη αδελφή, η Χρυσάνθη, μια φιλόλογος εξωστρεφής και δυναμική, παρέμενε επικεντρωμένη στα προβλήματα της δικής της ηλικίας, χωρίς να προσεγγίσει την εσωστρεφή Σάσα. Έτσι, κανείς δεν πρόσεξε τα σημάδια της κακοποίησης. «Ήμασταν όλοι τυφλοί», θα πει η Χρυσάνθη, όταν «ανεπανόρθωτα αργά» θα μάθει την αλήθεια (σελ. 280).
Η Σάσα, βουλιάζοντας στην απελπισία και τη σιωπή, πέφτει αργότερα θύμα, αρχικά του εξουσιαστικού Ορέστη, συμφοιτητή της, και στη συνέχεια του Γιάννη. Ο Ορέστης, ορφανός από μητέρα, μεγάλωσε με μια θεία–γυναίκα χωρίς ηθικούς φραγμούς, με μοναδικό γνώμονα το συμφέρον. Από εκείνη πήρε τις «αρχές» που σφράγισαν τον χαρακτήρα του. Δικηγόρος, δραστήριος και επιτυχημένος, αλλά ταυτόχρονα εκμεταλλευτής και αδιάντροπος, φερόταν στη Σάσα περιφρονητικά. Εκείνη, όμως, τον ερωτεύτηκε, τον παντρεύτηκε και δέχτηκε με εγκαρτέρηση την άθλια συμπεριφορά και τις ολοφάνερες απιστίες του.
Αντίθετα, η δεύτερη βασική ηρωίδα, η Βούλα, πέφτει μεν στα δίχτυα του χειριστικού Γιάννη, ο οποίος παρασιτεί σε βάρος της, και κινδυνεύει να χάσει τον εαυτό της, αλλά τελικά κατορθώνει να απαλλαγεί. Η παιδική της ηλικία τής είχε δώσει τα απαραίτητα «αντισώματα» για να παλέψει και να ξεπεράσει τα εμπόδια.
Ο Γιάννης, αντιλαμβανόμενος ότι η σχέση τους καταρρέει, εντοπίζει άμεσα το επόμενο θύμα του, τη Σάσα, εμφανιζόμενος ως ο υποτιθέμενος «σωτήρας» της από τον Ορέστη. Προκειμένου, μάλιστα, να διασφαλίσει την απόλυτη υποταγή της, την απομονώνει σταδιακά από το υποστηρικτικό της περιβάλλον, τις φίλες και την αδελφή της.
Ο Γιάννης, όμορφος και έξυπνος, μοναχοπαίδι δυο ανθρώπων που οδηγήθηκαν στο γάμο μόνο από υπολογισμό, δεν ήταν περίεργο που έγινε υποκριτής,χειριστικός και εκμεταλλευτής. Όταν σε νεαρή ηλικία πιάστηκε σε ερωτικές περιπτύξεις με ένα γειτονόπουλο, οι γονείς του έσπευσαν να αλλάξουν γειτονιά, επινοώντας ιστορίες για να κρύψουν από τον «κόσμο» την «ντροπή» του γιου τους.Αυτός εκμεταλλεύεται ασύστολα όποιον ή όποια σχετίζεται μαζί του, όπως τον νεαρό και άπειρο φοιτητή Βαγγέλη, για τον οποίο ήταν ο μεγάλος έρωτας. Ακολουθεί η Βούλα, έπειτα η Σάσα και, όταν τελειώσει και αυτός ο γάμος, θα βρει χωρίς αργοπορία την επόμενη, την Τζούλη. Απέκτησε μάλιστα και ένα παιδί με τη Βούλα, αλλά ο ρόλος του πατέρα μόνο ελάχιστα και ευκαιριακά τον απασχόλησε.
Ο Γιάννης, ανήκει στην πλευρά των εξουσιαστών, ενώ οι δύο γυναίκες σε εκείνη των εξουσιαζόμενων. Η μία, η Σάσα, θα υπομείνει τη μοίρα της ως το τέλος. Η άλλη, η Βούλα, θα βρει τη δύναμη να αγωνιστεί και να ξεφύγει· θα αποφασίσει πως δεν θα υποδουλωθεί ποτέ ξανά, με το ταξίδι της στο Καστελλόριζο να σηματοδοτεί μια νέα αρχή στη ζωή της. Το τρίτο θύμα του Γιάννη, ο Βαγγέλης, θα καταφέρει να επιζήσει μακριά του, κουβαλώντας όμως το τραύμα που εκείνος του προκάλεσε.Κυρίως, όμως, στη θέση των εξουσιαζόμενων βρίσκονται οι γυναίκες, καθώς μέσα στη μυθοπλασία επιβιώνουν ακόμα βαθιά ριζωμένες αντιλήψεις για τη γυναικεία «κατωτερότητα». Φυσικά, το σχήμα δεν είναι μονοδιάστατο: υπάρχουν γυναίκες σε ρόλο εξουσιαστή.
Παράλληλα, αναδεικνύονται χαρακτήρες έντιμοι και ειλικρινείς, που αναγνωρίζουν και επανορθώνουν τα λάθη τους, όπως η Χρυσάνθη, ή ήρωες σιωπηλοί, που συμπάσχουν και συντρέχουν τον συνάνθρωπο, με πρότυπο τη γιαγιά της Βούλας. Στον αντίποδα η συγγραφέας τοποθετεί χαρακτήρες που ζουν σε έναν πλαστό, δικό τους κόσμο, όπως ο πατέρας του Γιάννη, ή άλλοι που επιδιώκουν να φαίνονται έντιμοι οικογενειάρχες, ενώ είναι παλιάνθρωποι και υποκριτές, όπως ο παιδόφιλος Θωμάς.
Από τη ζωή των ηρώων αναδεικνύεται η σημασία της παιδικής ηλικίας στην ψυχική συγκρότηση και οι συνέπειες που έχουν τα τραύματα,ιδίως από σεξουαλική κακοποίηση. Είναι χαρακτηριστικά τα λόγια της Σάσας «η παιδική ηλικία κρατάει μέχρι να πεθάνεις»(σελ. 266).
Το μυθιστόρημα διαρθρώνεται σε 37 κεφάλαια, με ευρηματικούς τίτλους που προοικονομούν ή χαρακτηρίζουν το περιεχόμενο, συχνά με μια δόση λεπτής ειρωνείας (όπως οι «γαμήλιοι (!) καφέδες»). Στις αρετές του έργου –πέρα από το σταθερό λογοτεχνικό στίγμα της συγγραφέως– ξεχωρίζουν οι γλαφυρές, σχεδόν ποιητικές, εικόνες και οι ζωντανοί, φυσικοί διάλογοι. Η αφήγηση είναι στο μεγαλύτερο μέρος της τριτοπρόσωπη και ο αφηγητής παντογνώστης. Οι εξομολογήσεις των ηρώων γίνονται σε πρώτο πρόσωπο.
Τον αινιγματικό τίτλο του μυθιστορήματος επεξηγούν οι σκέψεις της Βούλας, καθώς προσπαθεί να αναλύσει στην κόρη της ένα θεώρημα της γεωμετρίας. Εκεί, παραλληλίζει τον Γιάννη με τη διαγώνιο του τετραγώνου, η οποία είναι ασύμμετρη προς τις πλευρές του· έτσι κι αυτός, παραμένει «ασύμμετρος» με όλους τους ανθρώπους με τους οποίους συνδέθηκε (σελ. 188). Η Βούλα, αργότερα, ώριμη και ελεύθερη, θα αναιρέσει τη σκέψη αυτή. Ωστόσο, μπορεί κανείς να παρατηρήσει ότι το κέντρο συμμετρίας ενός τετραγώνου είναι το κέντρο της διαγωνίου. Είναι άραγε τυχαίο; Μήπως αυτό υποδηλώνει κάτι για την «ισορροπία» ανάμεσα στη διαγώνιο και στις πλευρές, ανάμεσα στα θύματα και στον θύτη;
Η Ζωή Μπόζεμπεργκ φωτίζει με το βιβλίο αυτό την ψυχοσύνθεση θυτών και θυμάτων και δίνει στον αναγνώστη την ώθηση να θέσει τα δικά του ερωτήματα, επιχειρώντας να βρει τις απαντήσεις στη Διαγώνιο του τετραγώνου.
Το δεύτερο βιβλίο της Ζωής Μπόζεμπεργκ, Παλιοί δεσμοί, νέοι τόποι (Στερέωμα, 2020), εκτείνεται σε ένα πολυσχιδές δίκτυο ανθρώπων και γεωγραφικών σημείων. Χαρακτήρες, σχέσεις και ιστορίες εξακτινώνονται με επίκεντρο τη Θεσσαλονίκη και την κεντρική ηρωίδα, την Ευγενία, αγκαλιάζοντας ένα μεγάλο μέρος της Ελλάδας αλλά και τις αλησμόνητες πατρίδες. Η αφήγηση καλύπτει μια περίοδο εξήντα ετών, η οποία επεκτείνεται μέσω αναδρομών ακόμα βαθύτερα στο παρελθόν.Η διαδρομή της Ευγενίας και της πατρικής της οικογένειας μέσα στον χώρο, οι συναντήσεις και οι δεσμοί με άλλους ανθρώπους, καθώς και οι επιμέρους πορείες συγγενών, φίλων και των παιδιών τους, συνθέτουν τον καμβά ενός πολυπρόσωπου και ζωντανού πίνακα.
Η οικογένεια της Ευγενίας –γονείς και πέντε παιδιά– ξεριζώθηκε από την Κωνσταντινούπολη λίγο μετά το ’22, καθώς ένιωθαν να απειλούνται. Η φτώχεια και οι κακουχίες της προσφυγιάς θα οδηγήσουν στον πρόωρο θάνατο της μητέρας, ρίχνοντας ένα δυσβάστακτο βάρος στους ώμους του πατέρα και των μεγαλύτερων αδελφών. Η Ευγενία, από τα μικρότερα μέλη της οικογένειας, καταφέρνει να τελειώσει το γυμνάσιο και να εργαστεί ως λογίστρια. Το 1937 παντρεύεται από έρωτα τον Στρατή, επίσης πρόσφυγα, αποκτούν δύο κορίτσια, τη Μαίρη και τη Χριστίνα, και ονειρεύονται την απόκτηση ενός δικού τους σπιτιού. Όμως, ο πόλεμος θα ανατρέψει βίαια τα σχέδια όλων.
Η Ευγενία κρατά ανέπαφη στη μνήμη της τη ζωή στην Πόλη· μια νοσταλγία που τη γυρίζει διαρκώς πίσω στις στιγμές ξεγνοιασιάς και ευμάρειας που έζησε εκεί. Αυτήν ακριβώς την ατμόσφαιρα του πατρικού της πασχίζει να ανασυστήσει και στο δικό της σπιτικό. Μένει, όμως, προσκολλημένη σε ένα εξιδανικευμένο παρελθόν, συγκρίνοντάς το ακατάπαυστα με το μίζερο παρόν – το οποίο γίνεται ακόμα δυσκολότερο όταν χάνει τη δουλειά της και παραιτείται από την προσπάθεια αναζήτησης νέας εργασίας.
Αυτή την εμμονή στο παρελθόν επικρίνει έντονα η κόρη της, η Μαίρη, η οποία,λόγω των οικονομικών δυσκολιών, στερείται το δικαίωμα στις σπουδές. Η Ευγενία, ωστόσο, επιλέγει να εστιάζει στην ανθρώπινη επαφή: απλώνει το χέρι σε όποιον έχει ανάγκη, προσφέρει παρηγοριά και πολεμά καθημερινά τη μοναξιά. Στις συχνές μετακομίσεις τους στη Θεσσαλονίκη, η Ευγενία και ο Στρατής συνδέονται με νέους ανθρώπους και δημιουργούν σταθερές φιλίες. Αυτές οι σχέσεις εντάσσουν στην αφήγηση την οπτική των «άλλων», διευρύνοντας τα όριά της στον χρόνο, σε νέα πρόσωπα και νέους τόπους.
Μέσα από τη ζωή του φιλικού τους κύκλου αναδύεται ανάγλυφα η μετεμφυλιακή Ελλάδα με τις βαθιές πληγές της: ο αντικομμουνισμός, ο κατατρεγμός των ηττημένων και οι έντονες ταξικές αντιθέσεις. Στον αντίποδα αυτών των δυσκολιών, οι νεότερες ηρωίδες, όπως η Κλειώ και η Χρυσούλα (και λιγότερο η Χριστίνα), τα καταφέρνουν καλύτερα στη ζωή, καθώς ξεκινούν με καλύτερες προϋποθέσεις (π.χ. δωρεάν παιδεία).
Η πορεία της Μαίρης διαγράφεται διαφορετική: τελειώνει μια τεχνική σχολή κι εργάζεται ως σχεδιάστρια. Παγιδεύεται, όμως, σε μια ολέθρια σχέση με τον εργοδότη της, έναν πολιτικό μηχανικό νάρκισσο και εκμεταλλευτή. Στο όνομα μιας δήθεν «ελευθερίας» –την οποία εκείνος διακηρύσσει και η ίδια ενστερνίζεται– η Μαίρη χαραμίζει τα όνειρα και την αξιοπρέπειά της.
Η ιστορική διαδρομή της Ελλάδας (από το 1922 έως το 1980) και τα διαχρονικά προβλήματα της ελληνικής κοινωνίας εντάσσονται οργανικά στην εξέλιξη της μυθοπλασίας. Η προσφυγιά, οι διωγμοί των Ελλήνων από την Πόλη και την Ανατολική Θράκη, οι γενοκτονίες των Αρμενίων και των Ποντίων, η τραγωδία των Εβραίων της Θεσσαλονίκης, αλλά και οι πληγές της βουλγαρικής και γερμανικής Κατοχής –με αποκορύφωμα τη σφαγή στο Δοξάτο το 1941– εμπλέκονται άμεσα στις ζωές των ηρώων. Η αφήγηση δεν σταματά εκεί: η μετανάστευση του ’60 στη Γερμανία, η αστικοποίηση μέσω της αντιπαροχής, η δικτατορία, το Κυπριακό και η τουρκική εισβολή, μέχρι και ο μεγάλος σεισμός της Θεσσαλονίκης το 1978, διαμορφώνουν το πλαίσιο μέσα στο οποίο οι χαρακτήρες δοκιμάζονται.
Γεγονότα, όπως η στάση του Πατριάρχη Αθηναγόρα στο πογκρόμ του 1955 –που η Μαίρη το έζησε συμπτωματικά από κοντά–και η προδοσία των χουντικών στην Κύπρο, κρίνονται και σχολιάζονται από τον αφηγητή.
Το βιβλίο διακρίνεται σε 27 κεφάλαια˙ κυριαρχεί η τριτοπρόσωπη αφήγηση ενός παντογνώστη αφηγητή.Το έργο ξεχωρίζει για την εξαιρετική τοπιογραφία της Θεσσαλονίκης. Οι φυσικοί διάλογοι, το διάσπαρτο χιούμορ και οι γλαφυρές σκηνές της καθημερινότητας συνθέτουν ένα απολαυστικό ανάγνωσμα, που ισορροπεί ανάμεσα στο ατομικό δράμα και τη συλλογική μνήμη.
Στο πρώτο βιβλίο της Ζωής Μπόζεμπεργκ, Κόμπος (Στερέωμα, 2018), ο κεντρικός ήρωας, ο Άγης, ένας άντρας καλλιεργημένος και έξυπνος, αλλά βαθύτατα προβληματικός, σκιαγραφεί τον εαυτό του και το οικογενειακό του περιβάλλον.Πρόκειται για μια ιδιότυπα μητριαρχική, φαινομενικά «φυσιολογική», μεσοαστική οικογένεια, όπου οι υπόγειες ψυχοπαθολογικές σχέσεις υπονομεύουν συστηματικά την ψυχική υγεία του ήρωα. Ο Άγης καταπίνει την αγανάκτησή του, όμως αυτή σωματοποιείται: τα σωθικά του δένονται σε έναν κόμπο που ο ίδιος ψηλαφεί διαρκώς.
Το βιβλίο διαρθρώνεται σε 25 κεφάλαια. Στα 19 από αυτά παρακολουθούμε την πρωτοπρόσωπη αφήγηση-εξομολόγηση του ήρωα, ενώ στα υπόλοιπα 6 κεφάλαια, που παρουσιάζονται αριθμημένα,η αφήγηση είναι τριτοπρόσωπη. Σε αυτά μαθαίνουμε πώς τον έβλεπαν οι άλλοι, όπως η φίλη του και ψυχίατρος Βάλια.
Κέντρο της καταπιεστικής οικογένειας ήταν η μητέρα του Άγη και οι τρεις αδελφές της.Η παράδοξη τετράδα –που ορφάνεψε από μάνα νωρίς–είχε αναπτύξει ισχυρούς ψυχικούς δεσμούς και είχε υιοθετήσει μια δική της κατάταξη των άλλων: στην πρώτη γραμμή,ως προνομιούχα, τα θηλυκά της οικογένειας, στη δεύτερη τα αρσενικά εξ αίματος συγγενή, που θεωρούνταν υποδεέστερα, και στην τρίτη τα εξ αγχιστείας. Οι τέσσερις αδελφές και οι οικογένειές τους αποτελούσαν ένα δίχτυ από το οποίο αποκλείονταν, εντέχνως, οι άλλοι,ενώ οι σύζυγοι εγκλωβίζονταν σ’ αυτό, ενσωματώνονταν και τελικά γίνονταν ίδιοι με εκείνες.Έτσι, οι γονείς του Άγη συμφωνούσαν στην ψυχρότητα, στον εγωκεντρισμό και στην τσιγκουνιά.
Ο Άγης ακολουθούσε πάντα τις επιθυμίες τους, άφωνος, αόρατος.Για τους γονείς του δεν υπήρχε, δεν τον αγάπησαν ποτέ, με συνέπεια να νιώθει ανάξιος να αγαπηθεί και να είναι ανίκανος να αγαπήσει. Από την αίσθηση αυτή δεν απαλλάχτηκε ούτε και όταν βρέθηκε για διδακτορικό στο Παρίσι. Εκεί γνώρισε τη Φοίβη, όμορφη, με τρόπους, έξυπνη. Ερωτεύτηκαν αλλά τον αγάπησε μόνο εκείνη.Τρία χρόνια έζησαν μαζί. Ο Άγης της φερόταν άσχημα, της έκανε σκηνές ζηλοτυπίας για την επιτυχία της στις σπουδές, προσπαθώντας να την υπονομεύσει, και απορούσε πώς εκείνη δεν καταλάβαινε τα κόλπα του, όταν απαιτούσε να του ζητάει συγγνώμη για τα «λάθη» της.
Τέλος, η Φοίβη φεύγει, όταν καταλαβαίνει ότι ο Άγης διαστρεβλώνει συστηματικά την πραγματικότητα.Εκείνος κλείνεται στο σπίτι, δεν ξαναβλέπει τον ψυχίατρό του και βυθίζεται περισσότερο στο μαύρο χάος, κοιτάζοντας τα δάχτυλά του που δένουν και ξαναδένουν τον κόμπο. Είναι ένας ήρωας μονόχνοτος, άρρωστος, που μιλάει για τον εαυτό του, ενώ βαδίζει πιο βαθιά στην τρέλα ή στον θάνατο.
Ο Άγης, στη σχέση του με τη Φοίβη,θυμίζει τους δεσμώτες του πλατωνικού σπηλαίου, όπου, αν κάποιος λυθεί και βγει στο φως, θέλει να γυρίσει ξανά στο σπήλαιο, γιατί το φως τού πληγώνει τα μάτια. Έτσι κι ο Άγης ζει σε μια διαρκή μαυρίλα κι όταν το φως –η Φοίβη–έρθει στη ζωή του,τη διώχνει, δεν θέλει το φως που τον πληγώνει˙ στρέφεται στον εαυτό του, στον κόμπο και στο σκοτάδι του.

Και στα τρία βιβλία θέμα είναι οι ανθρώπινες σχέσεις και ο καθοριστικός ρόλος του παιδικού τραύματος. Στο πρώτο οι σχέσεις υποταγής στην οικογένεια, στο τρίτο οι σχέσεις εξουσίας κυρίως ανάμεσα σε ζευγάρια, ενώ στο δεύτερο χαρακτηριστικό είναι το άπλωμα σ’ ένα δίκτυο ανθρώπων και τόπων και σε ποικιλία σχέσεων. Και στα τρία αναδεικνύεται και φωτίζεται με πολλούς τρόπους η σπουδαιότητα της οικογένειας στη διαμόρφωση του χαρακτήρα και την ψυχική ισορροπία του ατόμου.
Η Θεσσαλονίκη αποτελεί το φόντο της μυθοπλασίας,ενώ δεν λείπουν οι ξένοι τόποι –κυρίως για σπουδές– και οι περιγραφές άλλων περιοχών της Ελλάδας. Η σύγχρονη ιστορία είναι επίσης παρούσα και στα τρία βιβλία. Στο δεύτερο, όμως, έχει κυρίαρχο ρόλο, καθώς τα ιστορικά γεγονότα παρουσιάζονται μέσα από τη ζωή των ηρώων, σχολιάζονται και κάποτε κρίνονται οι πρωταγωνιστές τους. Αντίθετα, στο πρώτο και το τρίτο βιβλίο, μεγαλύτερη έκταση καταλαμβάνει η στοχαστική ανάλυση των χαρακτήρων.
Η Ζωή Μπόζεμπεργκ δεν καταγράφει απλώς ιστορίες· ανατέμνει την ανθρώπινη φύση και μετατρέπει τις ανθρώπινες ιστορίες σε συναρπαστικές αφηγήσεις. Μέσα από τους Παλιούς δεσμούς, τον Κόμπο και τη Διαγώνιο, μας προσφέρει έναν καθρέφτη όπου οι ρωγμές των ηρώων μοιάζουν συχνά με τις δικές μας. Συνολικά πρόκειται για βιβλία που αξίζει να διαβάσει κανείς.


