Όταν παρουσίασα το πρώτο βιβλίο της Ρίας Καλφακάκου « Τα Χρόνια της Νιότης μας» είχα θέσει στον εαυτό μου το εξής ερώτημα ,που το επαναλαμβάνω και σήμερα.
Πώς να μιλήσεις για μια συγγραφέα και το βιβλίο της, όταν για χρόνια υπήρξατε συνεργάτιδες στη Δημοτική παράταξη της Ανοιχτής Πόλης κι όταν αυτή αποτελεί το σύμβολο του αντιδικτατορικού αγώνα στην κατάληψη της Πολυτεχνικής Θεσσαλονίκης; Θα προσπαθήσω εντούτοις να σχολιάσω με αδρές γραμμές το καινούριο βιβλίο της Ρίας Καλφακάκου. Δύσκολο, πολύ δύσκολο γιατί εδώ υπεισέρχεται ο υποκειμενικός παράγοντας, που θολώνει την κρίση και προτάσσει τον συναισθηματισμό στο γράψιμο.
Το βιβλίο της Ρίας είναι ένας ύμνος στη Γυναίκα. Στην γυναίκα την καταπιεσμένη, την χειραφετημένη, την παρατημένη την παρεξηγημένη από τον κοινωνικό περίγυρο, τη γυναίκα που αψηφά τα κοινωνικά στερεότυπα, την γυναίκα την καπάτσα, την απονήρευτη, τη στριμμένη την καλοσυνάτη .
H συγγραφέας εστιάζει στον εσωτερικό κόσμο των ηρώων και στις λεπτές αποχρώσεις των ανθρώπινων σχέσεων. Η συλλογή αποτελείται από επιμέρους ιστορίες που αν και είναι αυτοτελείς συνδέονται θεματικά μέσα από κοινούς άξονες: την μοναξιά, την απιστία, την ανάγκη για επικοινωνία ,τη φθορά του χρόνου. Η Λόλα, που δίνει και τον τίτλο στο βιβλίο, λειτουργεί σαν κεντρικό και συγχρόνως συμβολικό πρόσωπο, μια και μέσα από την παρουσία της αναδεικνύονται ζητήματα ταυτότητας κι αυτογνωσίας. Η μνήμη λειτουργεί ως αφηγηματικός μοχλός και ο χρόνος δεν παρουσιάζεται μόνο ως φθορά, αλλά και ως πεδίο αναστοχασμού και πιθανής συμφιλίωσης. Και η μοναξιά αποκτά ιδιαίτερη σημασία στο βιβλίο της Ρίας. Οι χαρακτήρες, παρά την παρουσία άλλων προσώπων, βιώνουν συχνά βαθιά μοναξιά, η επικοινωνία είναι συχνά δύσκολη και γεννιέται πολλές φορές μια έντονη κι εκκωφαντική σιωπή που δεν είναι σιωπή, αλλά ουρλιαχτό, για να αφυπνίσει συνειδήσεις, να ξυπνήσει συναισθήματα αγάπης, έντασης, ψυχολογικής προσκόλλησης κι ενίοτε μίσους.
Η γραφή της Ρίας χαρακτηρίζεται από το λιτό της ύφος, την υπόγεια συγκίνηση, χωρίς μελοδραματισμούς, την ρεαλιστική απεικόνιση της καθημερινότητας . Η Ρία δεν επιδιώκει εντυπωσιακές πλοκές και μέσα από απλές ιστορίες αναδεικνύει σύνθετες αλήθειες για τον χρόνο, τον άνθρωπο και τη δυσκολία της ουσιαστικής επικοινωνίας κι επαφής.
Ο γνωστός Βρετανός σκηνοθέτης Κεν Λόουτς στη συζήτηση που είχε με τον Γάλλο συγγραφέα Εντουάρ Λουί στο βιβλίο « Διάλογος για την Τέχνη και την Πολιτική» μιλάει για τις ταινίες του που αναδεικνύουν την κοινωνική και πολιτική καταπίεση, για τους αποκλεισμένους, για τους εργαζόμενους που ζουν υπό δύσκολες συνθήκες, για την αντρική κυριαρχία. Γιατί, όπως λέει, όλος ο κόσμος ξέρει, αρκεί να πάρεις το μετρό ή να περπατήσεις στο δρόμο και να δεις την κοινωνική βία και τις οικονομικές ανισότητες.
Κι αυτό κάνει στο βιβλίο της η Ρία Καλφακάκου. Σαν φωνή αντίστασης και σαν γνήσιο πολιτικό υποκείμενο, τοποθετεί τις ηρωίδες και τους ήρωες της, πάνω στη θεατρική σκηνή με τα πάθη τους, τους εγωισμούς, τα μίση τους, τις υποκρισίες τους. Γιατί γνωρίζει, σαν πολιτικό ον, την κοινωνική διαλεκτική και συνδιαλέγεται με φλόγα, πάθος και δυναμική με τους ίδιους τους πρωταγωνιστές της. Μπροστά στα μάτια μας παρελαύνουν η Αποστολία, η Σοφία , η Ζηνοβία, ο Ηλίας, ο Τίμος, η Μαριώ, η Λόλα, η μαντμαζέλ Ζουλί, ο Τζώρτζης και παίζουν τους ρόλους που τους ανέθεσε η ίδια η ζωή κι εμείς οι αναγνώστες θλιβόμαστε με τα πάθη τους, γελάμε με τις γκάφες τους και χαιρόμαστε με τις χαρές τους. Αυτός άλλωστε είναι κι ο απώτερος στόχος της λογοτεχνίας. Να σε πάρει στα φτερά της, να σε συναρπάσει, να σε στριφογυρίσει και να σου χαρίσει ευχαρίστηση κι ηδονή. Κι αυτό το πέτυχε ολοκληρωτικά η Ρία. Την ευχαριστούμε κι ευχόμαστε καλοδιάβαστο και καλοτάξιδο το καινούριο βιβλίο της.
