You are currently viewing Νίκος Χαρτοματσίδης: Η κηδεία του κόμη (του Οργκάθ), Φιλιππούπολη δεκαετία του 1960

Νίκος Χαρτοματσίδης: Η κηδεία του κόμη (του Οργκάθ), Φιλιππούπολη δεκαετία του 1960

Και μόνο διαβάζοντας τον τίτλο ο αναγνώστης έχει αρχίσει να ζωγραφίζει με τη φαντασία του τις εικόνες που μπορεί να περιέχει το αφήγημα. Ο ομώνυμος πίνακας του Γκρέκο τις προσφέρει απλόχερα. Στο κάτω μέρος του ο ζωγράφος απεικονίζει την πένθιμη εικόνα του αποχαιρετισμού, τους ανθρώπους που συνοδεύον τον νεκρό, σίγουρα συγγενείς και φίλοι του.   Το σχήμα τους και τα χρώματά τους είναι σκοτεινά, τα πρόσωπα τους δείχνουν θλιμμένα και σκληρά. Εξαίρεση αποτελούν οι ιερείς στο κέντρο του πίνακα, που εναποθέτουν στο έδαφος, μπορεί και στον τάφο ο ζωγράφος δεν διευκρινίζει, το άψυχο σώμα του Κόμη.  Αυτοί δείχνουν παράλογα λαμπεροί,  μια νοητή προέκταση του φωτεινού παράδεισου που καταλαμβάνει το πάνω μέρος του πίνακα. Τα χρυσοποίκιλτα άμφια των ιερέων τονίζουν  την θαμπάδα του προσώπου και της πανοπλίας του νεκρού κόμη. Τα άσπρα περιλαίμια από φλαμανδική δαντέλα των παρευρισκόμενων κάνουν πιο έντονη με τη σειρά τους την αυστηρότητα και την θλίψη των προσώπων. Αυτά τα άσπρα σαν πιατέλες περιλαίμια ανασύρουν από τη μνήμη του γράφοντα την τόσο γνωστή φράση «τη κεφαλή επί πίνακι». Στο πάνω μέρος του πίνακα είναι ο Παράδεισος που υποδέχεται τον εκλιπόντα. Όλες οι φιγούρες όλα τα πρόσωπα είναι φωτεινά και με έκφραση ευλαβικής έκστασης στο αντίκρισμα της Παναγίας.  Ωραία ως εδώ.

Ο αφηγητής παρακαλάει τους αναγνώστες του να κρατήσουν στη φαντασία τους ζωντανές τις λεπτομέρειες από τη δημιουργία του Γκρέκο. Θα τις χρειαστούν στη συνέχεια.

 

 

Φιλιππούπολη δεκαετία του 1960

Ο μπάτε[1] Τσβετάν είναι ο ζωγράφος του εργοστασίου “Ροδόπη” στη Φιλιππούπολη, που είναι η μεγαλύτερη καπνοβιομηχανία της χώρας. Οι μεγάλοι, ακόμα και τα σημαίνοντα στελέχη του εργοστασίου, του απευθύνονται με σεβασμό προσφωνώντας τον «σύντροφε ζωγράφε» ή «σύντροφε Τσβετάν». Το ατελιέ του είναι στην πίσω αυλή του μεγάλου εργοστασίου. Εκεί στην πίσω αυλή μένουμε κι εμείς, σε ένα μικρό διαμέρισμα, ένα δωματιάκι και μια κουζίνα, που είχε παραχωρήσει η διοίκηση του εργοστασίου στον παππού μου τον Μιλτιάδη. Δούλευε σαν νυχτοφύλακας εκεί. Και ο μπαμπάς δουλεύει στην καπνοβιομηχανία. Είναι υπεύθυνος του συνεργείου οικοδομικών εργασιών.

Αυτό το καλοκαίρι όσο διαρκούν οι σχολικές διακοπές είμαι ο βοηθός του μπάτε  Τσβετάν, αυτός με όρισε, και μου επιτρέπεται να μπαίνω στο ατελιέ του. Βοηθάω όπως μπορώ. Πλένω τα πινέλα καθαρίζω σκουπίζω και με τις ώρες τον παρακολουθώ να ζωγραφίζει. Τι ζωγραφίζει; Τις περισσότερες φορές, ας με συγχωρέσει που θα το πω, σαχλαμάρες. Προπαγανδιστικά πλακάτ και πανό για τους τοίχους του εργοστασίου ή αυτά που κρατάνε οι εργάτες του καπνομάγαζου στις παρελάσεις των μεγάλων γιορτών στην πόλη. Τι παριστάνουν τα δημιουργήματα του; Εργάτες που κρατούν ψηλά την κόκκινη σημαία και  υπόσχονται πως θα υπερκαλύψουν το πενταετές πλάνο, εργάτριες σίγουρες για τον εαυτό τους να ατενίζουν τι άλλο, το μέλλον. Πύραυλοι να κατευθύνονται στο ανεξερεύνητο διάστημα και στρατιώτες με τη στολή της Πρώτης στρατιάς ιππικού του Ρώσικου Εμφυλίου να μας διαβεβαιώνουν πως ο σοσιαλισμός θα νικήσει. Μια μέρα δεν άντεξα και τον ρώτησα γιατί όλες οι γυναίκες στα πλακάτ του φοράνε μαντήλες. «Θέμα οικονομίας φίλε μου, τα μαλλιά των γυναικών είναι μπελάς». Δεν κατάλαβα τι εννοούσε αλλά για να το λέει ο μπάτε Τσβετάν…

Εγώ θα προτιμούσα να ζωγράφιζε άλλα πράγματα. Θα το ήθελα πολύ αυτός να είχε ζωγραφίσει τις διαφημιστικές πινακίδες  στα σινεμά για ταινίες με ινδιάνους. Θα τις μάζευα και  θα τις ακουμπούσα στον τοίχο του καπνομάγαζου. Έτσι θα έφτιαχνα με αυτούς τους πίνακες ένα πανόραμα σαν αυτό που υπάρχει στην Μόσχα για τη μάχη του Μποροντινό του 1812, μας είχε δείξει η δασκάλα μας στο σχολείο καρτ ποστάλ απ΄ αυτό το πανόραμα.  Το είπα στον μπάτε Τσβετάν και γέλασε με την καρδιά του. Μετά από μέρες μου χάρισε μια ζωγραφιά ακουαρέλα με έναν ινδιάνο φύλαρχο με όλα τα φτερά αετού στο κεφάλι του. Τον έχω κρεμάσει στην κουζίνα μας. Στο δωμάτιο δεν θα μου το επέτρεπαν ποτέ. Αν και τώρα που το σκέφτομαι μπορεί και να μην του αρέσει να ζωγραφίζει ινδιάνους. Στις ταινίες όλοι τους συχνά είναι με λυμένα μακριά μαλλιά. Άσε καλύτερα, μήπως προσπαθώντας να αποφύγει τους μπελάδες των μαλλιών, τους ζωγραφίσει όλους με μαντήλες.

Συχνά στο ατελιέ του μπάτε Τσβετάν έρχονται ο διευθυντής και ο κομματικός γραμματέας της καπνοβιομηχανίας. Για ώρα κοιτάζουν τα δημιουργήματα του μπάτε Τσβετάν και όχι σπάνια με ενθουσιασμό, ειδικά ο κομματικός γραμματέας, αναφωνούν κάτι που για εμένα παραμένει ακατανόητο. «Θα σκάσει από την ζήλια του ο σύντροφος Γκέσεβ». Κοιτάζω προσεχτικά τα δημιουργήματα του μπάτε Τσβετάν χωρίς να μπορώ να καταλάβω τι ακριβώς σε αυτά τα πλακάτ θα έκανε κάποιον, ακόμα και αυτόν τον Γκέσεβ, να σκάσει από τη ζήλια του. Όταν  μένουμε μόνοι επιφυλακτικά ρωτάω τον μπάτε Τσβετάν. Δεν μου θυμώνει. Μάλιστα συμφωνεί μαζί μου. «Είναι συνηθισμένα βαρετά πλακάτ φίλε μου» ναι, με είπε φίλο του  «και αυτός ο Γκέσεβ είναι ο κομματικός γραμματέας του άλλου μεγάλου εργοστασίου της πόλης μας. Ανταγωνίζονται  ποιο εργοστάσιο  θα κατέβει με τα καλύτερα πλακάτ στις παρελάσεις των μεγάλων επετείων. Παιδιαρίσματα.»

Μου αρέσει το ατελιέ του μπάτε Τσβετάν. Το συνεργείο του μπαμπά το έστησε στην πίσω αυλή του εργοστασίου, κολλητά στα μικρά διαμερίσματα, το δικό μας και  του παππού Διαμαντή. Είναι μια κατασκευή από μεταλλικές βέργες και γυαλί. «Για να μπαίνει άπλετο το φως. Πώς αλλιώς θα μπορέσει να δημιουργήσει ο ζωγράφος μας. Δεν συμφωνείς;» είχε πει στον μπαμπά ο κομματικός γραμματέας που επέβλεπε προσωπικά τις εργασίες του στησίματος του ατελιέ. Δεν ξέρω, όταν το κοιτάζω από την αυλή εμένα πάντως μου θυμίζει ενυδρείο.

Εκείνη τη μέρα και ο παππούς Διαμαντής επέβλεπε τις εργασίες. Είναι νυχτοφύλακας στο καπνομάγαζο και το συνεργείο του μπαμπά με τους θορύβους που έκανε δεν τον άφησε να κοιμηθεί. Έκανε παρέα στον κομματικό γραμματέα, παρατηρούσαν τους εργάτες που δούλευαν, κάπνιζαν τα σέρτικα άφιλτρα τσιγάρα του εργοστασίου  «Άρδα» και κουνούσαν επιδοκιμαστικά το κεφάλι τους. Ο κομματικός γραμματέας σέβεται τον  παππού Διαμαντή. Μπορεί να δουλεύει στο εργοστάσιο σαν νυχτοφύλακας μα ο παππούς ήταν αντάρτης, και στα δύο αντάρτικα κάτω στην Ελλάδα, και έχει φάει με το κουταλάκι τα βουνά της Ροδόπης.

Ο παππούς Διαμαντής δεν είναι ακριβώς παππούς μου. Παιδικός κολλητός φίλος του μακαρίτη του παππού μου Μιλτιάδη είναι. Μαζί  έχουν πάει σε τέσσερεις πολέμους και δύο αντάρτικα. Μέχρι και στην Ουκρανία έχουν φτάσει με τον ελληνικό στρατό. Τώρα τι γύρευε ο ελληνικός στρατός στην Ουκρανία εμένα μη με ρωτάτε. Όταν μιλάει για τον παππού ποτέ δεν τον λέει Μιλτιάδη ή Μίλτο που ήταν το όνομα του,  μα μόνο Κόμη. Συχνά τον ρωτάω γιατί. Η απάντηση του, όπως και οι περισσότερες απαντήσεις των μεγάλων, με μπερδεύει περισσότερο. «Το έχω συνηθίσει παιδί μου, αυτό ήταν το αντάρτικό του όνομα.» Κόμης; Παράξενο όνομα για αντάρτη. Να ήταν κανένα  Όλυμπος, Βράχος  ή όπως αυτό του μπαμπά Έλατος να το καταλάβω. Ρωτάω και τον μπαμπά  και με το τσιγκέλι του βγάζω την ιστορία «Στην  εκστρατεία της Κριμαίας του το κολλήσανε οι άλλοι φαντάροι της διμοιρίας του. Σε κάποιο αρχοντικό οι φίλοι του είδαν ένα πορτρέτο ενός κόμη και τους καρφώθηκε πως ο παππούς σου του έμοιαζε πολύ. Νεανικές σαχλαμάρες.» Το Κόμης συνεχίζει να μου ακούγεται παράξενο για αντάρτικο όνομα.

Στις γιορτές για την επέτειο του «Όχι» των πολιτικών προσφύγων βάζουν τον παππού Διαμαντή να κάθεται στο προεδρείο της εκδήλωσης σαν τιμώμενο πρόσωπο,  ήρωα του αλβανικού Έπους. Είχαν παρασημοφορηθεί με τον παππού μου τον Κόμη για τα ανδραγαθήματα τους . Τον βλέπω να κάθεται σαν σε καρφιά,  κορδωμένο με το καλό του το κουστούμι. Το φοράει μόνο στις γιορτές των προσφύγων και όταν πάει να φωτογραφηθεί για να στείλει τις φωτογραφίες στα παιδιά του στην Ελλάδα.  Ό,τι ξέρω για τον παππού Κόμη αυτός μου τα έχει πει. Ο μπαμπάς λέει πως δεν έχει χρόνο για να μου λέει τέτοιες ιστορίες και καλύτερα να κοιτάζω τα μαθήματα μου. Και όταν επιμένω να τον  ρωτάω για το αντάρτικο μου απαντάει χωρίς να κρύβει τη στεναχώρια  στη φωνή του «ρώτα τον παππού σου τον Διαμαντή αυτός λέει τις ιστορίες καλύτερα. Εγώ τι να σου πω; Πάνε περάσανε αυτά. Ναι, τον Διαμαντή ρώτα». Σίγουρα κάποτε θα τον ρωτήσω. Νιώθω πως κάποτε πρέπει να τα μάθω και εγώ. Αλλιώς; Αλλιώς αυτές οι ιστορίες θα χαθούνε και θα μείνουμε χωρίς ήρωες και τότε θα μας πασάρουνε για ήρωα τον κάθε απίθανο .

Εκτός από εμένα και ο παππούς Διαμαντής  είναι φίλος με τον μπάτε Τσβετάν. Συχνά τα μεσημέρια μπαίνει στο ατελιέ κρατώντας έναν μικρό δίσκο με δύο ποτήρια παγωμένου τσίπουρου και πιατάκια με μεζέ μελιτζανοσαλάτα, κασκαβάλι, παστές σαρδέλες και χονδρές φέτες ψωμί. Καταλαβαίνω καλά πότε θα μας επισκεφθεί. Βγαίνει στην αυλή  στήνει ένα μικρό μαγκάλι και πάνω του ψήνει τις μελιτζάνες και τις πιπεριές για την σαλάτα. Ετοιμάζει και για μένα μια φέτα ψωμί με απλωμένη πάνω της μια γενναία δόση μελιτζανοσαλάτας. Τους βλέπω πως για ώρες, ακόμα και μετά την ώρα που πρέπει να σχολάσει ο μπάτε Τσβετάν, κάθονται και κουβεντιάζουν, έχουν ανοίξει ένα από τα φύλλα της τζαμαρίας και από το ατελιέ του μπάτε Τσβετάν βγαίνει το βαρύ άρωμα των τσιγάρων.

Και ο παππούς μου ο Κόμης, πριν πεθάνει, ήταν φίλος με τον μπάτε Τσβετάν, τότε το ατελιέ ήταν ένα απλό υπόστεγο. Ο ζωγράφος συχνά μου λέει ιστορίες για τις κουβέντες που είχαν μαζί καθισμένοι στη λιακάδα της αυλής.  Ο μπάτε Τσβετάν μου έχει δείξει και σκίτσα που έχει κάνει του παππού Κόμη. Σε αυτά τα σκίτσα δείχνει τόσο διαφορετικός από τις φωτογραφίες του που έχουμε σε ένα άλμπουμ στο σπίτι, είναι σαν ζωντανός έτοιμος να μιλήσει και να πει τον πόνο του. Στα σκίτσα αυτά δείχνει να πονάει. Το είπα στον μπάτε Τσβετάν και δεν ξέρω γιατί, με ευχαρίστησε. Ούτε αυτός όμως μου λέει πολλά για το παρελθόν του παππού μου. Μόνο πως ήταν άρρωστος, πολύ βαριά άρρωστος. Πέθανε όταν ήμουν ενάμιση χρονών. Συχνά μου επαναλαμβάνει πως όταν με κυνηγούσαν οι γάτες της αυλής, μόλις που θα είχα περπατήσει, θυμάται πως έτρεχα στον παππού μου για προστασία. Φορούσα λέει ένα παρδαλό φορμάκι, μάλλον αποφόρι της μεγάλης αδερφής μου της Ζηνοβίας . Δεν τον πιστεύω. Δεν το θυμάμαι αυτό το περιστατικό. Θέλω να διορθώσω κάποια πράγματα στην αφήγηση του,  δεν νομίζω εγώ να φόραγα ποτέ εθελοντικά παρδαλό φορμάκι. Για τις  γάτες της αυλής το μόνο που έχω να πω είναι πως τώρα έχουν πολλούς και ουσιαστικούς λόγους να με αποφεύγουν…

Όσο κάνω τις δουλειές στο ατελιέ ο μπάτε Τσβετάν με σκιτσάρει.  Και τα σκίτσα αυτά μαζί με τα σκίτσα του παππού Κόμη, του παππού Διαμαντή, του μπαμπά, της μαμάς και της μεγάλης μου αδερφής της Ζηνοβίας είναι κρεμασμένα παντού στο ατελιέ. Εγώ ξέρω πως ο μπάτε Τσβετάν ετοιμάζει έναν μεγάλο πίνακα, μου έχει μιλήσει γι αυτόν, και τα σκίτσα που κρέμονται παντού στο ατελιέ του είναι σπουδές, ούτε που ήξερα πως ονομάζονται έτσι, γι αυτόν τον πίνακα. Μου έχει δείξει και τον πίνακα που τον έχει εμπνεύσει. Έχω αποστηθίσει το όνομα  αυτού του πίνακα «Η κηδεία του κόμη του Οργκάθ» και τον ζωγράφο του τον  Ελ Γκρέκο. Και αυτός ήταν πρόσφυγας Έλληνας αν και ζούσε τα παλιά χρόνια στην Ισπανία. Εντάξει μπορεί και να μην ήταν πρόσφυγας. Εγώ όμως έτσι τον φαντάζομαι. Ο μπάτε Τσβετάν μου έχει μιλήσει πολύ για αυτόν τον πίνακα. Μου έχει εξηγήσει γιατί ο ζωγράφος έχει χρησιμοποιήσει τα συγκεκριμένα χρώματα για το νόημα στις θέσεις των εικονιζόμενων, για την θλιβερή επίγεια ζωή και για την φωτεινότητα του παραδείσου. Αυτό με τον παράδεισο δεν ήταν και τόσο εύκολο να το κατανοήσω. Από τις κουβέντες των μεγάλων δεν μπορώ να βγάλω άκρη αν υπάρχει ή όχι. Δεν μπορώ και να ρωτήσω κανένα. Ειδικά στο σχολείο. Στον πίνακα του Γκρέκο δείχνει να είναι όντως ένας τόπος φωτεινός αν και πολύ πυκνοκατοικημένος οι φιγούρες που εικονίζονται είναι στριμωχτά η μία πάνω στην άλλη.

Έχει έρθει το τέλος του καλοκαιριού. Τα μεγάλα πανό για τους εορτασμούς της 9ης Σεπτεμβρίου[2] είναι από καιρό έτοιμα. Ενθουσίασαν τον κομματικό γραμματέα του εργοστασίου  και τώρα περιμένουν την παρέλαση ακουμπισμένα στον τοίχο του καπνομάγαζου, καλυμμένα  καλού κακού με τεράστιους μουσαμάδες, από φόβο μήπως βρέξει. Έτσι λένε. Μα στην πραγματικότητα τα προστατεύουν μην τα δούνε και τα αντιγράψουν οι άνθρωποι του Γκέσεβ. Στο ατελιέ επικρατεί κλίμα δημιουργικής αναμονής. Επαναλαμβάνω τα λόγια του μπάτε Τσβετάν. Μου αρέσει να επαναλαμβάνω τα λόγια των μεγάλων ακόμα και όταν δεν τα καταλαβαίνω, μου φαίνεται πως έτσι δείχνω μεγαλύτερος. Και η λέξη παράδεισος συνεχίζει να με μπερδεύει, οι μεγάλοι την χρησιμοποιούν τόσο συχνά. Έχω αποστηθίσει αρκετές φράσεις με αυτή την λέξη και καμία δεν καταφέρνει να μου εξηγήσει το νόημα της. Ποιος ξέρει μπορεί και να μην υπάρχει. Το συνηθισμένο παιχνίδι των μεγάλων να ονειρεύονται ξύπνιοι.

Σήμερα η δουλειά που έχει αναθέσει ο μπάτε Τσβετάν στον βοηθό του είναι να περάσει με αστάρι έναν μεγάλο καμβά σε τελάρο. Ο καμβάς είναι ψηλότερος μου και σχεδόν δέκα βήματα μακρύς. Δεν μου το έχει πει αλλά υποψιάζομαι πως θέλει να βάλει μπρος τον πίνακα για τον παππού Κόμη. Απλώνω το αστάρι στην επιφάνεια του καμβά με προσοχή. Βουτάω κάθε τόσο το μεγάλο πινέλο που μου έχει δώσει ο μπάτε Τσβετάν στο δοχείο και με αργές τελετουργικές κινήσεις το περνάω πάνω στον καμβά.  Συμβαίνει κάτι παράξενο, η κάθε δικιά μου πινελιά σαν να μου αποκαλύπτει και μια κρυμμένη φιγούρα στην επιφάνεια του καμβά. Μπορεί να είμαι επηρεασμένος από τον πίνακα του Γκρέκο, μπορεί όμως το πινέλο που μου έδωσε ο μπάτε Τσβετάν να είναι μαγικό, όπως το μολύβι του ήρωα ζωγράφου σε εκείνα τα κινούμενα σχέδια στην τηλεόραση.  Κάθε πέρασμα του πινέλου εμφανίζει και μία φιγούρα, στοιχισμένες και αυστηρά στην θέση που είχαν στον πίνακα του Γκρέκο. Αρχικά είναι ντυμένοι στα μαύρα  όπως οι φιγούρες στον πίνακα του μεγάλου ζωγράφου με τον άσπρο γιακά φλαμανδικής δαντέλας να αποκόβει το κεφάλι από το ντυμένο στα μαύρα σώμα, μα με το δεύτερο πέρασμα του πινέλου η φιγούρα αλλάζει αποχτάει χρώμα και τα πρόσωπα τους  μου είναι οικεία μάλιστα. Στο κέντρο κείται  ο  νεκρός με πονεμένη έκφραση, ο παππούς Κόμης. Άοπλος και χωρίς πανοπλία, με το άσπρο πουκάμισό του θαμπό σχεδόν γκρίζο. Ο παππούς Διαμαντής και ο μπαμπάς τον υποβαστούν και σαν να τον εναποθέτουν στο έδαφος . Αυτοί φορούν φωτεινά καθαρά άσπρα πουκάμισα. Χαμογελάω και αναρωτιέμαι πώς ο παππούς Διαμαντής έχει αποχωριστεί το σακάκι του κουστουμιού της φωτογράφησης. Πλάι τους όρθιοι εγώ η μαμά και η Ζήνα. Μόνο που είμαστε σαν σχεδιασμένοι με μολύβι όπως στα σκίτσα του μπάτε Τσβετάν. Με κάθε πέρασμα του πινέλου εμφανίζονται και άλλοι, που επίσης μου είναι γνωστά πρόσωπα. Μπορεί να  τους έχω δει στην λέσχη των πολιτικών προσφύγων μπορεί και σε φωτογραφίες και λιθογραφίες στην αίθουσα της τάξης των ελληνικών, στους διαδρόμους και στις αίθουσες στο βουλγάρικο σχολείο, μπορεί και στους δρόμους της πόλης, εμφανίζεται και ένα αγοράκι, φοράει παρδαλό φορμάκι που το κυνηγούν κάτι γάτες . Είναι ανακατεμένοι απλοί άνθρωποι και ήρωες από πίνακες γκραβούρες και πλακάτ, εργάτες, αντάρτες, κλέφτες και χαϊντούτοι[3] όλοι τους με τις μουστάκες και τα καριοφίλια, τις σπάθες, τα ποτούρια με τα σιρίτια και τις ολόλευκες φουστανέλες τους, γυναίκες με μαντήλες να θερίζουν μέσα στην κάψα του καλοκαιριού τραγουδούν θλιμμένα τραγούδια, ο ενθουσιασμένος κομματικός γραμματέας και ο κατσουφιασμένος σαν παιδί Γκέσεβ , οι κουστουμαρισμένοι υπάλληλοι  βαμμένοι με το χρώμα της καθημερινότητας. Δεν ξέρω αν υπάρχει τέτοιο χρώμα. Στην κάτω δεξιά γωνιά του τελάρου με το πέρασμα του πινέλου από το πουθενά εμφανίζεται η Λιούντα . Ξαφνιάζομαι. Ποιος ξέρει μπορεί και να είπα δυνατά το όνομα της γιατί ο μπάτε Τσβετάν με ρωτάει εύθυμα «Ποια είναι αυτή η Λιούντα;». Απαντάω προσπαθώντας να μην προδώσω την ταραχή μου. «Μία συμμαθήτρια μου» αποφεύγοντας να προσθέσω το συνηθισμένο σε αυτές τις περιπτώσεις «μακαρίτισσα» και τις άλλες λεπτομέρειες πως δύο χρονιές μοιραζόμασταν το ίδιο θρανίο. Συνεχίζει να με κοιτάει καθισμένη στην άκρη του καμβά γκρίζα σχεδόν  άυλη έτσι όπως την είδα, όταν πήγαμε όλη η τάξη να την αποχαιρετίσουμε στην αίθουσα τελετών του νεκροταφείου,  ωχρή με το κεφάλι της μπανταρισμένο μετά την επέμβαση  και με την κόκκινη πιονιέρικη μαντίλα στο λαιμό. Την κοιτάω για ώρα κι εγώ. Δεν θα έπρεπε να εμφανιστεί εδώ. Η θέση της θα έπρεπε να είναι πάνω στο φωτεινό μέρος του πίνακα. Σηκώνω το κεφάλι μου και το βλέμμα μου ερευνά το φωτεινό σημείο εκεί που στον πίνακα του Γκρέκο εικονίζεται ο παράδεισος. Το έχω περάσει ήδη ένα χέρι. Εκεί το πινέλο έχει χάσει τις μαγικές του δυνάμεις και δεν έχει αποκαλύψει καμία φιγούρα. Ο καμβάς παραμένει άσπρος και φωτεινός μα κενός. Φοβάμαι να συνεχίσω. Φοβάμαι να κοιτάξω ξανά προς την κάτω δεξιά γωνία του πίνακα. Νιώθω στον ώμο μου το χέρι του μπάτε Τσβετάν.

– Έκανες καλή δουλειά σήμερα. Ώρα για ξεκούραση.

Τα καλοκαίρια αργεί να νυχτώσει. Καθόμαστε όλη η οικογένεια στο τραπέζι της αυλής. Μαζί μας είναι και ο παππούς Διαμαντής, σε λίγο αρχίζει η βάρδια του.  Έχω απέναντί μου το ατελιέ του μπάτε Τσβετάν. Έχει ξεχάσει να κατεβάσει τα στόρια και το βλέμμα μου συνέχεια πέφτει πάνω στον μεγάλο  καμβά που ασπρίζει μέσα στο σκοτάδι. Αλλάζω θέση. Προτιμώ να έχω μπροστά μου κάποιο από τα καλυμμένα με μουσαμάδες χαζά πλακάτ με τις μαντηλοφόρες γυναίκες και τους αποφασισμένους να νικήσουν εργάτες.

 

[1] μπάτε-μπάτκο βουλγάρικα: προσφώνηση μεγάλου αδερφού ή φίλου από μικρότερο σε ηλικία
[2]9 Σεπτεμβρίου 1944 η ημερομηνία που οι κομμουνιστές κατέλαβαν την εξουσία στην Βουλγαρία, γιορταζόταν σαν εθνική εορτή με παρελάσεις σε όλες τις πόλεις
[3] το βουλγάρικο ανάλογο των κλεφτών επί τουρκοκρατίας

 

Αφήστε μια απάντηση

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.