ΤΟ ΣΚΕΠΤΟΜΕΝΟ ΓΟΥΡΟΥΝΙ
Μια φορά ήταν ένα σκεπτόμενο γουρούνι που ήξερε πολλά και το έλεγαν Τζο. Όλη μέρα κυλιόταν στις λάσπες κάνοντας βαθιές, πηχτές, σκούρες και κολλώδεις σκέψεις. «Ένα τίποτα είμαστε…» σκεφτόταν και χωνόταν πιο βαθιά στο βούρκο. «Πού πάμε;» σκεφτόταν αμέσως μετά, οπότε σταματούσε να κυλιέται κι έμενε ασάλευτο.
Τα άλλα ζώα της κλειστής κοινωνίας του αγροκτήματος τηρούσαν μιαν απόσταση ασφαλείας από το γουρούνι γιατί ήξερε και πολλά, και βρομούσε.
Κάπου κάπου όμως αντάλλασσαν καμιά κουβέντα μαζί του, όλα, ακόμα και ο κτηματίας – που τον έλεγαν επίσης Τζο.
«Δεν πάει άλλο…» έλεγε στο γουρούνι Τζο.
«Γρουμφ» συμφωνούσε το γουρούνι.
Ο κτηματίας επέστρεφε στη γυναίκα του (που δεν είχε την παραμικρή επικοινωνία μαζί της) αρκετά ξαλαφρωμένος.
«Δεν πάει άλλο…» του έλεγε η γυναίκα του.
«Γρουμφ» απαντούσε ο κτηματίας και την αποστόμωνε.
Μια μέρα, το σκεπτόμενο γουρούνι ξύπνησε σκεφτικό. Κάτι στον αέρα τού έλεγε πως η σημερινή μέρα θα ήταν η πιο σημαντική της ζωής του. Έκανε ένα μάλλον ανόρεχτο πλονζόν στη λάσπη και έμεινε ακίνητο, χωρίς να σκέφτεται τίποτα, για να μην προκαλέσει τη μοίρα.
Ο ήλιος φώτισε λαμπρός τα λαμπρά του οπίσθια και, μετά, σκοντάφτοντας σε μια καρπουζόφλουδα και σε κάποια ανομολόγητα λύματα, συγχύστηκε και άρχισε ένα ανέντιμο παιχνίδι φωτοσκιάσεων.
Το γουρούνι αποφάσισε να σκεφτεί κάτι και να προκαλέσει τη μοίρα. Σκέφτηκε πως θα ήθελε να κάνει μια μεγάλη αλλαγή στη ζωή του. Και κάτι για τον κόσμο.
Ο χασάπης ήρθε στις οκτώμισι.
Δεκαοκτώ άνθρωποι που έφαγαν από τα λουκάνικα του σκεπτόμενου γουρουνιού παρουσίασαν υψηλά επίπεδα χοληστερίνης και αναγκάστηκαν ν’ αλλάξουν τρόπο ζωής.
Ένας από αυτούς (που κατανάλωσε επιπλέον και τεράστιες ποσότητες από τη νοστιμότατη πηχτή του) ήταν ο δήμαρχος –πολιτικός με ήδη βεβαρημένο παρελθόν– ο οποίος και παραιτήθηκε για λόγους υγείας.
Ο διάδοχός του, ένας σοβαρός χορτοφάγος, άλλαξε πολλά πράγματα στην περιοχή.
Ηθικό δίδαγμα: Κάνε μεγάλες αλλαγές στη ζωή σου. Θα επιφέρουν οπωσδήποτε μικρές αλλαγές στη ζωή των άλλων και στον κόσμο.
