Ο Αλέκος Φλωράκης, ποιητής της γενιάς του ’70, εθνολόγος και ερευνητής, έχει μια μακρά και σταθερή πορεία στην ελληνική λογοτεχνία. Μετά τον συγκεντρωτικό τόμο Τα ορατά και τα αόρατα. Ποιήματα 1968–2018 (Γαβριηλίδης, 2020) και τη μονογραφία για τον Πάνο Καπώνη στη σειρά «Η Γενιά του ’70» (Αθήνα, 2023), το 2025 παρουσιάζει από τις εκδόσεις Κουκκίδα τη νέα του ποιητική συλλογή Εν παραβολαίς αινιγμάτων.
Στα ποιήματα της συλλογής επανέρχονται ορισμένες εικόνες: η πέτρα, το φως, η σιωπή, ο άνεμος, το νερό, το ρολόι. Αυτά τα στοιχεία εμφανίζονται ξανά και ξανά, κάθε φορά με μια λίγο διαφορετική σημασία, δημιουργώντας ένα ιδιαίτερο ποιητικό τοπίο. Στο ποίημα Ο Νεκροθάφτης γράφει “Τα κοιμητήρια είναι για τους ζωντανούς”/κάπου (μα πού;) το έχει διαβάσει/ Ίσως σε ένα παλιότερο του ποίημα. Η φράση «Τα κοιμητήρια είναι για τους ζωντανούς» μετατρέπει τον χώρο του θανάτου σε τόπο αυτογνωσίας. Η μνήμη ανήκει σε όσους μένουν πίσω· άρα και η ευθύνη της ανάγνωσης. Το κοιμητήριο γίνεται μεταφορά της ίδιας της γραφής: τα ποιήματα «αναπαύονται», αλλά κάθε ανάγνωση τα ανασταίνει. Στο ποίημα η «Ξηρασία», Μας τσάκωσε αυτή η ξηρασία/ τα ζώα πεθαίνουν, τα σπαρτά ξεραίνονται/ ο άνεμος -λίβας πυρώνει τις πέτρες./ Μας τσάκισε/ το πρόσωπο γέμισε ραγάδες, ξηροδερμία/ ξηροφθαλμία εν μέσω δακρύων/απαιτείται επειγόντως βροχή/ απευθυνθήκαμε σε μετεωρολόγους,/ανεβήκαμε λιτανεύοντας/στην κορυφή του Αι Λια…. η φυσική εικόνα μετασχηματίζεται σε υπαρξιακή αλληγορία. Η γη που ραγίζει αντανακλά το ανθρώπινο πρόσωπο. Η προσφυγή τόσο στους μετεωρολόγους όσο και στη λιτανεία στον Αϊ-Λια αποτυπώνει την ταυτόχρονη ανάγκη για επιστημονική βεβαιότητα και μεταφυσική παρηγορία. Η ξηρασία δεν είναι μόνο κλιματική συνθήκη. Είναι ηθική και πνευματική απογύμνωση. Στο ποίημα «Κρήνη Καλλίναος» εμφανίζεται ένα ενδιαφέρον παράδοξο: υπάρχει άφθονο νερό, όμως η δίψα παραμένει. Το νερό της πισίνας, του τζακούζι και της σάουνας δεν μπορεί να τη σβήσει. Η συλλογή σχολιάζει έτσι μια κοινωνία πληθωρισμού μέσων και ένδειας νοήματος. Η δίψα γίνεται συνείδηση κενού. Σε κυριολεκτικό επίπεδο, περιγράφει μια φυσική καταστροφή: ζώα πεθαίνουν, σπαρτά ξεραίνονται, ο λίβας πυρώνει τη γη.
Στο ποίημα «Το ρολόι», ο χρόνος δεν παρουσιάζεται ως ουδέτερη μέτρηση αλλά ως υπαρξιακή πίεση. Η μνήμη και η φθορά διασταυρώνονται σε μια αίσθηση αναπόδραστου. Η συνάφεια που μπορεί να αναγνωρίσει κανείς με την ταινία “Η απίστευτη ιστορία του Μπέντζαμιν Μπάτον” δεν αφορά την πλοκή, αλλά το κεντρικό ερώτημα: μπορεί ο χρόνος να αντιστραφεί ή έστω να κατανοηθεί; Ή μήπως η ανθρώπινη εμπειρία είναι πάντοτε ένα βήμα πίσω από το ρολόι που μετρά;
Το εξώφυλλο της συλλογής είναι έργο του εικαστικού Ματθαίου Φλωράκη, αδελφού του ποιητή. Με στοιχεία σουρεαλισμού και συμβολισμού, την καρδιά, το μάτι, το παράθυρο και τον φθαρμένο τοίχο, δημιουργεί μια ατμόσφαιρα εσωτερική και στοχαστική, που ταιριάζει με το πνεύμα της ποίησης.
Η γλώσσα του Φλωράκη είναι λιτή και συγκρατημένη. Δεν βασίζεται σε μεγάλες ρητορικές εξάρσεις, αλλά σε μικρές, ουσιαστικές εικόνες. Οι παύσεις και οι σιωπές μέσα στα ποιήματα αφήνουν χώρο στον αναγνώστη να σκεφτεί και να συμμετάσχει. Ο βιβλικός τόνος που υποδηλώνει ο τίτλος δεν οδηγεί σε μια αυστηρά θρησκευτική κατεύθυνση. Αντίθετα, στα ποιήματα συνυπάρχουν πίστη και αμφιβολία. Δεν δίνονται έτοιμες απαντήσεις ενώ παραμένουν ερωτήματα.
Το Εν παραβολαίς αινιγμάτων δεν είναι μια συλλογή που διαβάζεται βιαστικά. Είναι ένα βιβλίο στο οποίο ο αναγνώστης επιστρέφει. Και κάθε επιστροφή ανοίγει ένα ακόμη μικρό αίνιγμα. Καλοτάξιδη να είναι η νέα σας ποιητική συλλογή.
Μάγδα Παπαδημητρίου-Σαμοθράκη
