Χώρα μου, χώρα μου
Χώρα μου, γη μου, γη των προγόνων μου
Χώρα μου, χώρα μου
Χώρα μου, λαέ μου, αιώνιε λαέ
Με την σταθερή απόφαση των ανέμων και τα πυρά των όπλων
Και την αποφασιστικότητα του έθνους μου στη γη που αγωνίζεται
Η Παλαιστίνη είναι η πατρίδα μου, Η Παλαιστίνη είναι η φωτιά μου,
Η Παλαιστίνη είναι η εκδίκησή μου και η γη που αντέχει.
Με αυτούς τους στίχους ξεκινά ο παλαιστινιακός ύμνος, σε μουσική του Μίκη Θεοδωράκη . Για όσους και όσες δεν γνωρίζουν την ιστορία του, στη Βουλή των Παλαιστινίων στη Βηρυτό η ηγεσία της Palestine Liberation Organization άκουσε τη μουσική από μαγνητόφωνο και την επικύρωσε ως εθνικό ύμνο, δίνοντάς του τον τίτλο «Πορεία προς την Ιερουσαλήμ». Η ιστορία αυτής της μουσικής χειρονομίας αποτυπώνει ήδη κάτι βαθύτερο: την αλληλεγγύη ανάμεσα σε λαούς που αναγνωρίζουν ο ένας στον άλλο την εμπειρία της απώλειας, της εξορίας και της αντίστασης.Μέσα σε αυτό το ιστορικό και συναισθηματικό τοπίο εγγράφεται το έργο του Παλαιστίνιου συγγραφέα Ghassan Kanafani. Ο Καναφάνι υπήρξε μία από τις σημαντικότερες μορφές της παλαιστινιακής λογοτεχνίας του εικοστού αιώνα. Έγραψε περισσότερα από εξήντα πέντε διηγήματα, εννέα μυθιστορήματα, τρία θεατρικά έργα, ένα βιβλίο οδοιπορικό και πέντε μελέτες. Τα έργα του μεταφράστηκαν σε περισσότερες από δεκαοκτώ γλώσσες και συνέβαλαν αποφασιστικά στη διαμόρφωση μιας λογοτεχνίας που επιχειρεί να αρθρώσει το τραύμα της εξορίας. Η ζωή του διακόπηκε βίαια στις 8 Ιουλίου 1972 στον Λίβανο, όταν εκρηκτικός μηχανισμός που είχε τοποθετηθεί στο αυτοκίνητό του από τη μυστική υπηρεσία του Ισραήλ τον δολοφόνησε μαζί με την ανιψιά του Μάις, μόλις δεκαεπτά ετών. Ήταν τριάντα έξι χρόνων. Ο θάνατός του δεν υπήρξε μόνο μια πολιτική δολοφονία· ήταν και μια προσπάθεια φίμωσης μιας φωνής που είχε ήδη μετατραπεί σε λογοτεχνικό σύμβολο αντίστασης.
Η πρώτη συλλογή του, «Διηγήματα από τη γη των πικραμένων πορτοκαλιών», ανήκει στον πυρήνα της παλαιστινιακής λογοτεχνίας της απώλειας. Ωστόσο το έργο δεν περιορίζεται σε έναν καταγγελτικό ρεαλισμό. Αντίθετα, συγκροτεί ένα αισθητικό πεδίο όπου η Ιστορία διυλίζεται μέσα από το οικογενειακό βλέμμα, τη σιωπή και την υλικότητα των πραγμάτων.
Το τραύμα της Nakba δεν εμφανίζεται ως αφηρημένη πολιτική συνθήκη αλλά ως διάβρωση της καθημερινότητας: στο βλέμμα ενός παιδιού, στη θραυσμένη αξιοπρέπεια ενός πατέρα, στην ανθεκτική σιωπή μιας μητέρας. Ο Καναφάνι μετατρέπει ένα συγκεκριμένο ιστορικό γεγονός σε διαχρονική εμπειρία απώλειας, χρησιμοποιώντας ως κεντρικό σύμβολο ένα απλό φρούτο και ως δραματουργικό άξονα τη σιωπή μιας οικογένειας.
Τα πορτοκάλια λειτουργούν ως υλική μορφή της μνήμης. Είναι άρρηκτα δεμένα με τη γη της Jaffa και με την οικονομική και πολιτισμική ταυτότητα της παλαιστινιακής κοινωνίας πριν τον εκτοπισμό. Πριν από την καταστροφή, το πορτοκάλι αντιπροσώπευε γονιμότητα, αυτάρκεια και διαγενεακή συνέχεια. Μετά τον εκτοπισμό, η σημασία του αντιστρέφεται. Η γεύση του γίνεται πικρή, όχι επειδή αλλάζει η φυσική του σύσταση, αλλά επειδή μετατοπίζεται το πλαίσιο ύπαρξής του. Η πίκρα είναι ιστορική, όχι βιολογική. Μετατρέπεται έτσι σε αισθητηριακό αρχείο της μνήμης. Κάθε μπουκιά ενεργοποιεί τη μνήμη της γης που δεν ανήκει πια σε εκείνους που τη δούλεψαν. Η επιλογή της γεύσης ως φορέα μνήμης είναι καθοριστική: η γεύση προηγείται της ιδεολογίας. Πριν ακόμη το παιδί κατανοήσει την πολιτική διάσταση της απώλειας, αισθάνεται την πίκρα. Το τραύμα δεν δηλώνεται· γεύεται.
Η γραφή του Καναφάνι χαρακτηρίζεται από πυκνότητα και οικονομία. Οι περιγραφές είναι λιτές, οι διάλογοι περιορισμένοι και η συγκίνηση υπόγεια. Η δραματικότητα γεννιέται κυρίως από τις παύσεις και τις αποσιωπήσεις. Ο πατέρας δεν εκφωνεί μεγάλους λόγους· σωπαίνει. Το παιδί παρατηρεί. Η μητέρα κινείται αθόρυβα στο περιθώριο της σκηνής. Η απώλεια των πορτοκαλιών δεν είναι μόνο οικονομική. Για την πατρική φιγούρα συνιστά υπαρξιακή κατάρρευση. Η ταυτότητά του, θεμελιωμένη στην ιδιοκτησία και στην ικανότητα παροχής, απογυμνώνεται. Το παιδί-αφηγητής γίνεται μάρτυρας αυτής της αποδόμησης. Έτσι το εθνικό τραύμα εισχωρεί στον οικογενειακό πυρήνα και διαταράσσει τις θεμελιώδεις ιεραρχίες.
Η γυναικεία παρουσία λειτουργεί διαφορετικά. Αν ο πατέρας ενσαρκώνει την εξωτερική απώλεια, η μητέρα φέρει το εσωτερικό βάρος της συνέχειας. Δεν εμφανίζεται ως ρητή πολιτική υποκειμενικότητα, όμως αποτελεί τον σταθερό άξονα της οικογένειας. Συγκρατεί τα παιδιά, διαχειρίζεται την επιβίωση και μεταφέρει τη μνήμη χωρίς ρητορικές εξάρσεις.
Η σιωπή της δεν είναι πληγωμένη υπερηφάνεια αλλά πρακτική αντοχή.
Συμβολικά, γη και γυναίκα συγκλίνουν: η γη γεννά καρπούς, η γυναίκα γεννά ζωή. Ο ξεριζωμός λειτουργεί ως διπλή αποστέρηση, αφαιρεί τον καρπό από το δέντρο και το παιδί από τη σταθερότητα του τόπου. Στα διηγήματα αυτά η σιωπή αποκτά πολλαπλές λειτουργίες. Είναι ένδειξη ανείπωτου πόνου, άρνηση εξευτελισμού αλλά και προσωρινή αδυναμία άρθρωσης πολιτικού λόγου. Γραμμένα μεταξύ 1956 και 1961, τα κείμενα καταγράφουν το πρώτο στάδιο του τραύματος, το στάδιο της άναρθρης απώλειας, πριν αυτή μετασχηματιστεί σε οργανωμένη αντίσταση.

Στον πρόλογο της ελληνικής έκδοσης ο μεταφραστής Νασίμ Αλάτρας γράφει: “ Οι φονιάδες ήθελαν να διαμελίσουν το σώμα και το έργο του Καναφάνι, όπως διαμέλισαν και την πατρίδα του, την Παλαιστίνη, και τις πόλεις που τον γέννησαν, τον μεγάλωσαν, και τις αγαπούσε κάθε δευτερόλεπτο, όσο ζούσε και έγραφε: την Άνκα και τη Χάιφα. Τον δολοφόνησαν επειδή ήταν από μόνος του μια “ταξιαρχία” λογοτεχνικής αντίστασης κατά της αποικιοκρατίας και του οργάνου της, του σιωνισμού. Τον δολοφόνησαν επειδή πίστευαν πως, δολοφονώντας την Τέχνη, δολοφονούν τον πολιτισμό και την κουλτούρα ενός λαού που ήρθαν να αντικαταστήσουν”. Η μετάφραση του αποτελεί ουσιαστική συμβολή στην ελληνόγλωσση πρόσληψη του έργου. Κατορθώνει να μεταφέρει τη λεπτή ισορροπία του πρωτοτύπου χωρίς ρητορικές υπερβολές και χωρίς περιττή συναισθηματική φόρτιση. Η ελληνική γλώσσα διατηρεί καθαρότητα και ευθύτητα, συμβατή με την ηθική οικονομία του κειμένου. Ιδιαίτερα επιτυχής είναι η απόδοση των σκηνών σιωπής. Οι φράσεις παραμένουν κοφτές και λιτές, επιτρέποντας στον αναγνώστη να βιώσει το κενό του ανείπωτου. Η επιλογή του επιθέτου «πικραμένων» στον τίτλο αποδίδει με ακρίβεια την υπαρξιακή μετατόπιση της γεύσης: δεν πρόκειται για φυσική ιδιότητα αλλά για ιστορική πληγή. Η μετάφραση δεν αποξενώνει τον αναγνώστη/αναγνώστρια από το παλαιστινιακό πλαίσιο ούτε επιχειρεί να το εξελληνίσει. Διατηρεί την τοπικότητα του έργου, επιτρέποντας στο κείμενο να παραμείνει ριζωμένο στη γεωγραφία και στην ιστορία του. Η εκδοτική φροντίδα των Εκδόσεων Σάλτο εντάσσει το βιβλίο σε ένα ευρύτερο πλαίσιο λογοτεχνίας μνήμης και πολιτικού στοχασμού. Ο εκδοτικός οίκος, που υπήρξε για δεκαετίες ο πρώτος ελληνικός εκδοτικός χώρος με εξειδίκευση στην αθλητική βιβλιογραφία, τα τελευταία χρόνια, ανοίγει συνειδητά το εκδοτικό του πεδίο προς τη λογοτεχνία, την ιστορία, την πολιτική σκέψη και τις κοινωνικές επιστήμες, επιχειρώντας να δημιουργήσει έναν χώρο όπου η γνώση, η μνήμη και η δημόσια συζήτηση μπορούν να συναντηθούν. Το βιβλίο δεν παρουσιάζεται απλώς ως εθνικό κείμενο μιας άλλης χώρας, αλλά ως έργο που συνομιλεί με εμπειρίες εκτοπισμού, μνήμης και ήττας οικείες και στο ελληνικό ιστορικό βίωμα. Σε μια εποχή όπου οι ιστορίες συχνά απογυμνώνονται από τη συναισθηματική τους πολυπλοκότητα, η επιστροφή στη λογοτεχνική αφήγηση μάς υπενθυμίζει ότι η Ιστορία δεν κατοικεί μόνο στα γεγονότα, αλλά και στις γεύσεις, στις σιωπές και στα σώματα που τις κουβαλούν. Και η μετάφραση γίνεται ο τόπος όπου αυτή η μνήμη διασχίζει σύνορα, παραμένοντας ζωντανή. Να είναι καλοτάξιδο το βιβλίο και να βρει τους αναγνώστες και τις αναγνώστριες που θα ακούσουν τη σιωπή του.
σελίδα 52 «Τα πορτοκάλια θα μαραθούν όταν αλλάξει το χέρι που τα ποτίζει»
σελίδα 179 “Έχυσα ασυνείδητα όλο το μπουκάλι γάλατος στο κεφάλι ενός υπαλλήλου και του είπα ότι δεν θέλω να πουλήσω την πατρίδα μου, σε μια στιγμή λογικής ή σε μια στιγμή τρέλας. Με έχωσαν σε ένα πολύ βαθύ κελί για να πω ότι στιγμή τρέλας. Εγώ όμως πείστηκα όσο ποτέ άλλοτε ότι ήταν η πιο λογική στιγμή της ζωής μου”.
Ο Νασίμ Αλάτρας γεννήθηκε στο Αμμάν της Ιορδανίας το 1965. Είναι Παλαιστίνιος δημοσιογράφος και αρθρογράφος. Εργάστηκε για σειρά ετών στην εφημερίδα Ελευθεροτυπία.
Πρωτοήρθε στην Ελλάδα το 1983 για σπουδές στη Βιομηχανική Σχολή Θεσσαλονίκης. Υπήρξε ενεργό μέλος του Δ.Σ. της Γενικής Ένωσης Παλαιστίνιων Φοιτητών και συνιδρυτής της πρώτης Ελληνοπαλαιστινιακής Επιτροπής Υποστήριξης της Πρώτης Ιντιφάντα.
Έχει μεταφράσει στα ελληνικά το 1999 δύο νουβέλες του Παλαιστίνιου συγγραφέα Γασάν Καναφάνι. Είναι παραγωγός του ντοκιμαντέρ “Γάζα Ερχόμαστε” για λογαριασμό του αραβικού τηλεοπτικού σταθμού Αλ-Τζαζίρα και του ντοκιμαντερ «ο Ασκός του Αιόλου».
