Όλο τον Μάρτιο ο κόσμος μου περιστρεφόταν γύρω από αυτήν τη στιγμή∙ στις πρόβες, μάλιστα, η πλάτη μου ήταν πιο ίσια κι από χάρακα της γεωμετρίας. Σαν κοίταζα το κοντάρι με το λευκό μέταλλο στην κορυφή, δεν ένιωθα μαθήτρια τρίτης γυμνασίου, αλλά Αμαζόνα –έστω, Αμαζόνα τσέπης, λίγο πάνω από το 1.60– που οδηγούσε ένα ακαταμάχητο στράτευμα Μακεδόνων συμμαθητών. Φανταζόμουν τους γονείς μου να δακρύζουν από εθνική υπερηφάνεια, ενώ το χειροκρότημα του πλήθους νασπάει τα τζάμια των γύρω πολυκατοικιών.
Κι έφτασε η 25η Μαρτίου. Ο Μάρτης γδάρτης. Το κρύο τσουχτερό, λεπίδα που διαπερνούσε το λευκό πουκάμισο και τη μπλε φούστα που τότε έφτανε στο γόνατο, λες και η πατρίδα απαιτούσε συγκεκριμένα εκατοστά κάλυψης, για να σε θεωρήσει αγέρωχη.Ένα και δύο ρίγη με διαπέρασαν, όταν ο διευθυντής με καμάρι μού παρέδωσε τη σημαία -δεν μου παρέδωσε, όμως,μόνο ένα κοντάρι· μου παρέδωσε τον Όλυμπο κι όλα τα χρέη της γενιάς του ’21. Κι όσο η μπάντα κούρδιζε και τα πνευστά έβγαζαν ήχο σα μακρινό μοιρολόι, ένιωθα τη σημαία να ριζώνει στη σπονδυλική μου στήλη και τις ίνες του υφάσματος να τυλίγονται γύρω από τα πλευρά μου. Η δόξα δεν μετριέται σε χειροκροτήματα, σκέφτηκα, αλλά σε τόνους βάρους.
Ήθελα όμως, να είμαι εκεί, στην κεφαλή∙ ήθελα το βλέμμα του κόσμου∙ ήθελα να κρατήσω το σύμβολο που τόσο είχα ονειρευτεί∙τα χέρια μου, όμως, άρχισαν να μουδιάζουν. «Είσαι καλά;» με ρώτησε ψιθυριστά η Χριστίνα, που στεκόταν πίσω μου. Κούνησα το κεφάλι καταφατικά. Εδώ άρχισε η φιλοσοφία της ύλης∙γιατί η δόξα πρέπει να ζυγίζει τόσους τόνους; «Είσαι καλά;» ξαναρώτησε η Χριστίνα, η από μηχανής θεός, η ενσάρκωση της εφεδρείας. Το κοντάρι έγειρε επικίνδυνα. Η επιθυμία μου συγκρούστηκε με τη βιολογία και, προς έκπληξή μου, η βιολογία κέρδισε με νοκ-άουτ.Εκείνη τη στιγμή ένιωσα μια βαθιά, ψυχοσωματική ήττα. Γύρισα το κεφάλι και κοίταξα τη Χριστίνα. Τα μάτια μας συναντήθηκαν για ένα δευτερόλεπτο που κράτησε αιώνες.«Χριστίνα...» ψιθύρισα, με μια φωνή που ακούστηκε σαν ξεφούσκωτο μπαλόνι, «πάρ’ την εσύ. Δεν μπορώ άλλο».
Την ώρα που το κοντάρι γλίστρησε από τα χέρια μου συνέβη το θαύμα: ο ήχος της μπάντας παραμορφώθηκε, σαν να έπαιζαν τα όργανα κάτω από το νερό και η βαρύτητα εξαφανίστηκε. Αλλά μαζί με την ελαφράδα ήρθε κι ένας κόμπος στον λαιμό, μια ήττα. Έκανα ένα βήμα πίσω. Το σώμα μου ένιωθε τόσο ελαφρύ που φοβήθηκα πως θα πετάξω πάνω από απ’ τα κεφάλια των συμμαθητών μου. Αλλά δεν πέταξα. Βυθίστηκα στην ασφάλεια της προτελευταίας σειράς. Εκεί, ανάμεσα στις πλάτες των άλλων, η ανάσα μου ξαναβρήκε τον δρόμο της. Ήταν μια ήττα, ναι, αλλά μια ήττα από μετάξι – μαλακή, αθόρυβη, δική μου: είχα παραδώσει το όνειρό μου. Οι δικοί μου, φυσικά, χειροκρότησαν, αν και τα πρώτα δέκα δευτερόλεπτα χειροκροτούσαν τη Χριστίνα, αφού εκεί κοιτούσαν όλοι, περιμένοντας τη δική τους «Αμαζόνα». Όταν τελικά με εντόπισαν στα μετόπισθεν, το χειροκρότημα είχε μια δόση απορίας: «Πώς βρέθηκε η κόρη μας από στρατηγός, απλός φαντάρος;»
Στο τέλος της παρέλασης η Χριστίνα άφησε τη σημαία στο γραφείο του διευθυντή και μου χαμογέλασε μ’ εκείνο το βλέμμα που έχουν όσοι ξέρουν τα μυστικά σου. Της χαμογέλασα πίσω! Τα εφηβικά μου χρόνια απέκτησαν μια νέα ανάμνηση τότε, γιατί κατάλαβα ότι η ζωή δεν είναι πάντα μια ίσια γραμμή, αλλά μια σειρά από βήματα που, καμιά φορά, σε οδηγούν στην προτελευταία σειρά, μόνο και μόνο για να μπορέσεις να πάρεις μια βαθιά, λυτρωτική ανάσα.
Κλεονίκη Δρούγκα
