You are currently viewing Φάνης Κωστόπουλος:  ΣΕΛΛΕΫ- Η ρομαντική φωνή  του  Μαρξ

Φάνης Κωστόπουλος:  ΣΕΛΛΕΫ- Η ρομαντική φωνή  του  Μαρξ

Στον αξέχαστο φίλο, τον Τάκη Στέφο

 

Ίσως δεν είναι τυχαίο που είπαν ότι ο  Σέλλεϋ ήταν ένα από τα δύο ή τρία πιο μεγάλα και πιο ανθεκτικά πνεύματα του 19ου αιώνα.  Ούτε  πάλι είναι η πρώτη φορά που στα κείμενα του μεγάλου άγγλου ρομαντικού ποιητή  διαπιστώνονται ιδέες πέρα για πέρα μαρξιστικές.  Ο  Ρίτσαρντ  Χολμς, για παράδειγμα, που είναι ένας από τους  πιο σημαντικούς μελετητές του Σέλλεϋ, λέει πως στο περίφημο φυλλάδιο του ποιητή  που επιγράφεται Ένας λόγος  προς τον λαό  με αφορμή τον θάνατο της Πριγκίπισσας Καρλότας,  βρίσκει κανείς  μια  «προμαρξιστική ανάλυση»

των αιτίων που  είχαν προκαλέσει την εξαθλίωση των χειρωνακτών, «των ειλώτων του πλούτου», όπως λέει ο ίδιος ο ποιητής. Στο σημείωμα τούτο θα προσπαθήσουμε να δώσουμε  ακόμα μια περίπτωση της σελλεϋ-μαρξιστικής αυτής σχέσης. Και μάλιστα τούτη τη φορά όχι μέσα από πεζό κείμενο του ποιητή, αλλά μέσα από ποιητική του δημιουργία.

 

Πράγματι, σ’ ένα του ποίημα – σχεδόν άγνωστο στον τόπο μας – λέει ο ποιητής της Ωδής στο δυτικό άνεμο  μερικά πράγματα  που, είτε θέλουμε είτε δε θέλουμε, μας φέρνουν στη μνήμη τον Μαρξ – και περισσότερο τον Μαρξ του Κομμουνιστικού μανιφέστου. Αφορμή για να γράψει ο Σέλλεϋ αυτό το ποίημα στάθηκε κάτι που συνέβη στις 16  Αυγούστου του 1819, ένα χρόνο δηλαδή μετά  τη γέννηση του Μαρξ. Την καλοκαιρινή εκείνη μέρα, μια εργατική συγκέντρωση στο Μάντσεστερ διαλύθηκε από την  επίθεση ιππικού, που είχε σαν αποτέλεσμα να σκοτωθούν κάμποσα άτομα και να τραυματιστούν εκατοντάδες άλλα. Ο  Σέλλεϋ – που τότε βρισκόταν στην Ιταλία και πληροφορήθηκε  για τη σφαγή στο Μάντσεστερ από εφημερίδες – αντέδρασε με τον τρόπο που θα αντιδρούσε ένας ποιητής: έδωσε διέξοδο στην αγανάκτησή του, γράφοντας ένα αρκετά μεγάλο ποίημα, 372 στίχους για την ακρίβεια, με τίτλο The Masque of AnarchyΗ ‘μάσκα’(παλιό είδος δράματος)  της αναρχίας. Πρέπει για τον τίτλο του ποιήματος να πούμε και να τονίσουμε ότι  εδώ η λέξη «αναρχία»  σημαίνει μοναρχία. Και δεν έχει βέβαια καμία σχέση με τα αναρχικά κινήματα της εποχής μας ή με τα κινήματα των αναρχικών του 19ου αιώνα. Ούτε πάλι είναι η πρώτη φορά που η λέξη «αναρχία» έχει αυτή τη σημασία σε έργο του Σέλλεϋ. Στο δραματικό του έργο  Ελλάς,  για παράδειγμα, αποκαλεί ο Σέλλεϋ  αναρχίες  τις πειρατικές αραβικές μοναρχίες της Μπαρμπαριάς,  την Τουρκία, την ίδια την πατρίδα του την Αγγλία   και πολλά άλλα βασίλεια. Μ ο ν α ρ χ ί α, λοιπόν,  θα λέμε κάθε φορά που θα χρειάζεται ν’ αναφέρουμε τη λέξη αναρχία.

Το ποίημα αρχίζει με τον ποιητή που βρισκόταν στην Ιταλία και ακούει στον ύπνο του μια δυνατή φωνή που έρχεται από μακριά και πάνω από τη θάλασσα, για να τον οδηγήσει σε ποιητικούς οραματισμούς.  Στους  οραματισμούς του αυτούς ο ποιητής βλέπει τις  αλληγορικές  μορφές του  Φόνου, της  Απάτης , της  Υποκρισίας και τέλος της Μοναρχίας. Να λοιπόν πώς περιγράφει, σε δική μου απόδοση, τη Μοναρχία στην οποία στηρίζεται η ποιητική ιδέα.

Τελευταία ήρθε η Μοναρχία: Καβάλα

               σ’ ένα άσπρο άλογο, πιτσιλισμένο αίματα,

              ήταν ωχρή· ωχρά και τα χείλη της ακόμα

              κι έμοιαζε με το Θάνατο της ‘Αποκάλυψης.

              Στο κεφάλι φόραγε  βασιλικό στέμμα

               και στο χέρι κράταγε σκήπτρο λαμπρό.

                Στο μέτωπο ήταν γραμμένη αυτή η φράση:

              «Είμαι Θεός και Βασιλιάς και Νόμος».

Δεν ερχόταν μόνη. Την ακολουθούσε μια ίλη ιππικού (σαφής υπαινιγμός στο ιππικό της σφαγής στο Μάντσεστερ), που ο καλπασμός των αλόγων της  τράνταζε τη γη.  Προχωρούσαν ερημώνοντας τα πάντα στην Αγγλία και ήταν περήφανοι, χαρούμενοι και μεθυσμένοι από το κρασί της  καταστροφής. Τέλος έφτασαν και στο Λονδίνο.  Οι κάτοικοι της αγγλικής πρωτεύουσας, μόλις άκουσαν να ηχεί η σάλπιγγα της Μοναρχίας, κυριεύτηκαν από φόβο, ενώ παράλληλα μια πομπή από πάνοπλους, κρυφούς δολοφόνους έσπευδε σε συνάντηση της Μοναρχίας τραγουδώντας:

                Είσαι Θεός και βασιλιάς και Νόμος.

               …………………………………………………..

             Τα πορτοφόλια μας άδεια και τα ξίφη μας κρύα.

                Δώσε μας δόξα, αίμα και χρυσάφι.

Η Μοναρχία δέχτηκε χαμογελαστή και ευχαριστημένη τους νέους οπαδούς της. Δεν κράτησε όμως η χαρά της για πολύ. Μια άλλη αλληγορική μορφή, η Ελπίδα, με ήρεμη όψη βάδιζε ενάντια στη Μοναρχία και τον στρατό της. Η Μοναρχία, όπως λέει ο ποιητής, θα πέσει «άψυχο σώμα πάνω στο χώμα», και το ιππικό θα διαλυθεί. Ένα φως θριάμβου θα λάμψει τότε στο στερέωμα και την ώρα που θα σβήνει, μια φωνή, που νομίζεις ότι βγαίνει απ’ τα σπλάχνα της εγγλέζικης γης, λέει λόγια χαρούμενα, αλλά και φοβερά. Με τα λόγια τούτα τελειώνει το ποίημα. Στα λόγια όμως αυτά περιέχονται και μερικές πέρα για πέρα μαρξιστικές ιδέες του Σέλλεϋ. Πράγματι, προσπαθώντας ο ποιητής να πει τι είναι σκλαβιά λέει:

(Σκλαβιά) είναι να εργάζεστε και να πληρώνεστε τόσο

όσο ακριβώς χρειάζεται για να διατηρηθεί η  ζωή

μέσα στα μέλη σας από τη μια μέρα στην άλλη·

κι όσο για να κατοικείτε σ’ ένα κελί για το συμφέρον

των  τυράννων,

με αποτέλεσμα να έχετε γίνει για χάρη τους

και υφαντική μηχανή, και άροτρο και τσάπα·

και  – είτε θέλετε είτε  όχι  – .έχετε  υποκύψει

στην προστασία και στη διατροφή που σας παρέχουν.

 

Τα ίδια περίπου πράγματα λέει κι ο Μαρξ στο Μανιφέστο: «Οι εργάτες, κάθε ώρα, υποδουλώνονται από τις μηχανές, από τον αρχιεργάτη, και πάνω απ’ όλα από τον ίδιο τον εργοστασιάρχη».  Και όταν πάλι λέει ο Μαρξ στο ίδιο βιβλίο πως «οι αστοί κεφαλαιοκράτες, μέσα στη μόλις εκατόχρονη κυριαρχία τους, δημιούργησαν παραγωγικές δυνάμεις πιο πολυάριθμες και πιο κολοσσιαίες από όσες είχαν δημιουργήσει όλες μαζί οι περασμένες γενιές», τα λόγια τούτα του Μαρξ δεν διαφέρουν από αυτά που λέει ο Σέλλεϋ λίγες στροφές πιο κάτω:

(Σκλαβιά) είναι ν’ αφήνεις το φάντασμα της κερδοσκοπίας

να παίρνει απ’ τον μόχθο σου χιλιάδες φορές περισσότερα

απ’ όσα κέρδη θα μπορούσε ν’ αναφέρει η περιουσία

των  τυράννων στις  περασμένες  εποχές.

Εκείνο όμως που μας εκπλήττει και που δεν έχει ίσως ακόμα κανείς προσέξει είναι πώς το ποίημα του Σέλλεϋ τελειώνει νοηματικά όπως περίπου το Μανιφέστο. Ας δούμε όμως πρώτα τις τελευταίες φράσεις του  Μανιφέστου: «Οι προλετάριοι δεν έχουν τίποτα να χάσουν εκτός από τις

αλυσίδες τους. Αυτοί  έχουν έναν κόσμο να κερδίσουν. ΠΡΟΛΕΤΑΡΙΟΙ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΕΝΩΘΕΊΤΕ!». Να  τώρα πώς  τελειώνει και το ποίημα του Percy  Bysshe  Shelley  ( 1792- 1822 ), ενός από τους μεγάλους ρομαντικούς ποιητές της Αγγλίας και μεγάλους φιλέλληνες:

Τινάξτε τις αλυσίδες στη γη σαν τη δρόσο,

                         που έπεσε πάνω σας την ώρα του  ύπνου.

                         Εσείς είστε πολλοί, αυτοί είναι λίγοι.

Και στα δύο αποσπάσματα τονίζονται δυο πράγματα: οι αλυσίδες  της σκλαβιάς και η αριθμητική υπεροχή των προλετάριων. Έτσι, λοιπόν, τη λευτεριά τους θ’ αποκτήσουν οι προλετάριοι:  είτε χάσουν τις αλυσίδες τους, είτε τις τινάξουν σαν  δρόσο. Και όταν πάλι λέει ο Μαρξ στους προλετάριους να ενωθούν, το λέει γιατί συμφωνεί –  θα ‘λεγε κανείς –  με τη  γνώμη  του  Σέλλεϋ :

Εσείς   είστε  πολλοί, αυτοί είναι λίγοι.

(You  are  many,  they  are  few),

γι’ αυτό πρέπει να ενωθείτε, όπως λέει ο Μαρξ.  Τέλος πιο σωστό και πιο δίκαιο, για το Μανιφέστο,  είναι να πούμε ότι οι ιδέες  του  Σέλλεϋ  διασταυρώνονται όχι μόνο με τις ιδέες του Μαρξ, αλλά και με του  Ένγκελς, αφού το Μανιφέστο γράφτηκε και δημοσιεύτηκε το  1848 και από τους δύο.

 

 

Φάνης Κωστόπουλος

 

Αφήστε μια απάντηση

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.