You are currently viewing Κωνσταντίνος Κωστέας: Δημήτρης Κολώνιας, Παραγγελιοδόχος, Αθήνα: Αλφειός 2025

Κωνσταντίνος Κωστέας: Δημήτρης Κολώνιας, Παραγγελιοδόχος, Αθήνα: Αλφειός 2025

«Με τις μνήμης τα φτερά ακροβατώ σε στιγμές απολιθωμένες»

Με την έκδοση της μαρτυρίας Παραγγελιοδόχος (Αλφειός 2025), ο Δημήτρης Κολώνιας μας χαρίζει ένα προσωπικό αφήγημα που εξελίσσεται σε ταξίδι αυτογνωσίας, έχοντας ως αφόρμηση την επαγγελματική του δραστηριοποίηση ως πωλητής παιδικών ρούχων. Προορισμός του, τα αιγαιοπελαγίτικα νησιά· αχαρτογράφητα ύδατα, κατά την εκμυστήρευσή του στο «Αντί Επιλόγου»: «Χωρίς εμπειρία στην πώληση, με μικρή ως ελάχιστη σχέση με τα νησιά, αλλά με τρομερή όρεξη να γνωρίσω νέους τόπους».

Κάλλιστα, θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για ώσμωση με το άγνωστο, συχνά άγονο και άνυδρο έδαφος που κλήθηκε να εξερευνήσει. Η προσωπική του οδύσσεια —για να θυμηθούμε τον αρχετυπικό ταξιδευτή του παππού Ομήρου— ξέφυγε από τα στεγανά μιας στείρας, άψυχης επαγγελματικής επαφής που γρήγορα βυθίζεται στη λήθη. Οι σελίδες υπερβαίνουν τα όρια του «εγώ» και, με γλαφυρές περιγραφές, λειτουργούν ως φωτογραφία —ή καλύτερα ακτινογραφία— του τόπου και των ανθρώπων του. Προχωρούν, μάλιστα, στον υποδόριο ιστό, εστιάζοντας σε όψεις, ηθελημένα ή ακουσίως ανείδωτες, που αντανακλούν τις μεταβολές των τελευταίων δεκαετιών· μεταβολές που άφησαν το ανεξίτηλο αποτύπωμά τους, διαβρώνοντας, δυστυχώς, τις ανθρώπινες σχέσεις.

Ιδιαίτερη μνεία μπορεί να γίνει στην τουριστική εκμετάλλευση και την κερδοσκοπία, που δύναται να συνδεθεί και με τον σύγχρονο βραχνά του στεγαστικού. Τρανταχτό παράδειγμα, το άλλοτε γραφικό «νησί των Ανέμων». Η περιγραφή του ξετυλίγεται με ιδιαίτερα παραστατικό, καθηλωτικό τρόπο: «Για μια διαδρομή πέντε λεπτών [από το λιμάνι στη χώρα με τρίκυκλο] πληρώνω δύο χιλιάδες δραχμές». Στο ίδιο νησί θίγει την επέλαση μη γηγενών, οι οποίοι ασελγούν στο φυσικό τοπίο που τους φιλοξενεί, οικοδομώντας σε κάθε σπιθαμή της κυκλαδίτικης γης, με άδειες μέσω Αθηνών. «Χτίζουν πάνω στους λόφους που μέχρι τώρα ήταν ακατοίκητοι» είναι η θλιβερή διαπίστωση της Βούλας, ιδιοκτήτριας παλιού καταστήματος, η οποία αναδεικνύει τις αντικρουόμενες όψεις της Μυκόνου, ανάλογα με την εποχή: «Το χειμώνα όλα ξαναγυρνάνε στην ησυχία τους, το νησί θυμίζει κατσικοχώρι». Προσέτι, μια αναδρομή σ’ ένα μπαρ της Χίου πιστοποιεί πως η διάσταση της επικοινωνίας ήδη είχε γιγαντωθεί πριν από την αποθέωση της ψηφιακής εποχής, πριν το κινητό γίνει προέκταση του χεριού μας: «Κοίτα γύρω σου, κανείς δεν έχει διάθεση να πει κουβέντα. Και εγώ δυσκολεύομαι πλέον να επικοινωνήσω μαζί τους». Διέξοδος, η καταφυγή στο —μνημειακό σήμερα— καρτοτηλέφωνο.

Η θλιβερή διαπίστωση «Τελικά, τα πράγματα είναι παντού τα ίδια, λίγο το περιβάλλον αλλάζει μόνο» και το ασύνδετο σχήμα «Πολλή τρεχάλα, κίνηση, φασαρία, ουρές στα ταμεία, νεύρα» δείχνουν πως μικρογραφίες της Αθήνας εξακτινώνονται παντού. Ακολούθως, η πρόσδεση στους τηλεοπτικούς δέκτες, η συρρίκνωση του ελεύθερου χρόνου των παιδιών, ο υφέρπων χαμαιλεοντισμός —αλλιώς «ρινοκερίτιδα», σύμφωνα με τον νεολογισμό του Κολώνια, που ανάγεται στον Ιονέσκο—, εν ολίγοις η αλλοτρίωση που δεν επιτρέπει τη στροφή στα ενδότερα και την αυτογνωσία, ο ατομικισμός, η υπονόμευση της κοινότητας συνιστούν συμπτώματα μιας «νέας εποχής» που ναρκοθετεί τις αξίες και τα ιδανικά μας. Το διαρκές δράμα των προσφύγων και το ναυάγιο του «Εξπρές Σάμινα», ανοικτά της Πάρου, τον Σεπτέμβριο του 2000, καταμαρτυρούν τη ρωγμή. Συναισθανόμενος την αδιαφορία και την ετεροχρονισμένη μέριμνα των κρατούντων για τους αναλώσιμους συνανθρώπους μας, ο Κολώνιας μονολογεί: «Εδώ που τα λέμε καλύτερα να είσαι στην τσίτα γιατί, δυστυχώς, γι’ αυτούς η ζωή μετριέται με τους δείκτες του χρηματιστηρίου».

Μολαταύτα, οι άρρηκτοι δεσμοί —για πολλούς ενθύμιο του χθες— δεν απαλείφονται. Στη Σάμο, την Αγιάσο Λέσβου, τη Σύρο, τα κλειδιά παραμένουν έξω από τις πόρτες, σημαδεύοντας ανεξίτηλα τη μνήμη του περιηγητή. Άλλοτε, η τυπικότητα, οι διεκπεραιωτικές εμπορικές συναλλαγές (π.χ. τα τηλε-ψώνια), η αυτοματοποίηση, η τυποποίηση, η ψυχρότητα δίνουν τη σκυτάλη στην ομηρική φιλοξενία, τη συλλογικότητα, τα χαμηλά σπίτια —μεσοτοιχίες τοίχο με τοίχο—, την αγορά της γειτονιάς, την αντίσταση στην ομοιομορφία, τον ρατσισμό και τους αναχρονιστικούς άγραφους νόμους για τη θέση της γυναίκας στην παραδοσιακή νησιωτική κοινωνία.

Οι οικολογικές προεκτάσεις του βιβλίου μπορούν να αναζητηθούν στα πουλιά-ανιχνευτές που ανθίστανται στο μαζικό ξεπάστρεμά τους, το οποίο υποβοηθείται από την τεχνολογία μέσω της αναπαραγωγής εικονικών κελαηδισμών. Ευκρινές και το στοιχείο του ευτράπελου μέσα από την αρχικά ανταγωνιστική —λόγω παρεξήγησης— αλλά, στην πορεία, αληθινή σχέση φιλίας με τον συνάδελφο Γιάννη. Ίχνη μιας αλλοτινής εποχής, τα ταξίδια incognito μαζί με το πλήρωμα ή εκείνα που διακόπτονται λόγω εισροής υδάτων εν πλω.

Ενδιαφέρον έχει και το ηχόχρωμα του βιβλίου: ο μπαγλαμάς του συγγραφέα σμίγει με την οκαρίνα μιας τουρίστριας, τον τζουρά, το μπουζούκι, τις κιθάρες, το βιολί, το μαντολίνο αγαπημένων συνοδοιπόρων. Το μουσικό αμάλγαμα είναι ευρύ: από τον Μάρκο Βαμβακάρη έως το «Ζεϊμπέκικο της Ευδοκίας» και από τους Χειμερινούς Κολυμβητές έως τον «Αποχαιρετισμό» του Μουντάκη και το σουξέ «Ψίθυροι Καρδιάς» από την ομώνυμη σειρά. Με στάσεις σε στέκια, συλλόγους, συλλογικότητες, ταβερνεία, μεζεδοπωλεία, παραστάσεις θεάτρου σκιών, ακόμη και σ’ ένα λεωφορείο της γραμμής. Από κοντά και η παράδοση με το «Τζιβαέρι» και τα «κοτσάκια», τα παραδοσιακά στιχουργήματα της Νάξου. Πολλές φορές όμως το κοινό ήταν αλλού: «Φαγητά πεταγόντουσαν στον αέρα, κουτιά από μπύρες εκσφενδονίζονταν». Εν ολίγοις, «φασαίοι»… Με θλίψη ο Κολώνιας διαμαρτύρεται για την εκποίηση της νύχτας: «Η διασκέδαση γίνεται σκόρπισμα και εκτόνωση σαν να είναι κι αυτό μέρος της δουλειάς μας. Φοβόμαστε τη νύχτα, αλλά μάλλον φοβόμαστε τη μοναξιά της, αδυνατώντας να ανακαλύψουμε τις κρυφές πτυχές της, να χαθούμε και να αφεθούμε να μας παρασύρει».Να μην παραλείψουμε και την πεζογραφία ή το δοκίμιο (Καλβίνο, Τουρνιέ, Κούντερα, Παζ), το θέατρο (Βιλιέ, Ιονέσκο) και τον κινηματογράφο (Βούλγαρης). Συχνά, τα κείμενα που συνοδεύουν τον αφηγητή σε νησιά που αποκλείστηκε λόγω καιρού λειτουργούν ως ερέθισμα για στιχουργήματα και πεζά γραμμένα εν πλω.

Το ταξίδι —παρότι παρομοιάζεται με πρόβα μόνιμης φυγής και συχνά εκτείνεται πολύ πίσω στον χρόνο, δίνοντας τον λόγο στη θυμόσοφη, διορατική γιαγιά του αφηγητή— διακόπτεται με επιστροφές στο κλεινόν άστυ, προκειμένου να νιώσουμε τα συναισθήματα του αφηγητή σε ευχάριστες (γάμος, γέννηση δύο γιών) ή γεμάτες θλίψη στιγμές (απώλεια μητέρας και ανιψιού Γρηγόρη). Η όψη της μεγαλούπολης είναι διαφορετική, σχεδόν δυστοπική, καθώς στον βωμό μιας νέας μητροπολιτικής λεωφόρου θυσιάζονται τα τοπόσημα και οι μνήμες των παιδικών εκδρομών με το κασέρι και το ψωμί, ακολουθώντας στην ισοπέδωση τα πλοία-φαντάσματα που γίνονται παλιοσίδερα.

Το επιμύθιο της προσωπικής μαρτυρίας του Δημήτρη Κολώνια μπορεί να συνοψιστεί στο εξής: Ελλάδα δεν είναι μόνο η Αθήνα, παρότι όλα τα φώτα πέφτουν πάνω της. Να μην προσπεράσουμε ακόμα ότι πίσω από τη βιτρίνα του βιομηχανοποιημένου, του τυποποιημένου, του αποξενωμένου στο καβούκι του, ενδεχομένως να κρύβεται ακόμη το αχειροποίητο, το αρχέγονο εκείνο σάλπισμα που επιμένει στην αξία της κοινότητας — μιας κοινότητας που βάλλεται πανταχόθεν.

Ας το αναζητήσουμε…

 

Κωνσταντίνος Κωστέας – Φιλόλογος. Υποψήφιος Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Πελοποννήσου
Το κείμενο διαβάστηκε κατά την παρουσίαση του βιβλίου στο Βιβλιοπωλείο — Καφέ — Πολυχώρος: Heterotopia Project, Κολοκοτρώνη 8, Καλαμάτα. Το βιβλίο διατίθεται και στο βιβλιοπωλείο της συλλογικότητας.

Αφήστε μια απάντηση

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.