Ο ΠΛΑΤΥΣ ΔΡΟΜΟΣ
Μια φορά ήταν ένας πλατύς δρόμος που το καλλιτεχνικό του ψευδώνυμο ήταν «Οδός Απωλείας». Είχε την ιδιορρυθμία να ξεκινά από το πουθενά και να καταλήγει στο πουθενά – κοινό χαρακτηριστικό όλων των κοσμοθεωριών και όλων των δυνάμει δρόμων. Η ιδιορρυθμία αυτή του είχε διαμορφώσει ένα μάλλον ανώμαλο οδόστρωμα με κυκλοθυμικές παρακάμψεις, αδικαιολόγητες ενδοστρεφείς στροφές και επικίνδυνες υποσυνείδητες λακκούβες.
Κανένας δεν περνούσε ποτέ από αυτόν το δρόμο, ούτε καν οι τρέχοντες απροσανατόλιστοι τύποι που δεν ξέρουν ποιοι είναι και πού πηγαίνουν και που κανείς δεν ενδιαφέρεται να παρακολουθήσει την πορεία τους.
Κάποτε όμως, ένα ζεστό βράδυ του Ιουνίου με αστροφεγγιά και σελήνη στο τρίτο της τέταρτο, εμφανίστηκε κάποιος. Ήταν σχετικά νέος και φορούσε πατίνια. Λεγόταν Ερρίκος, ασκούσε περιστασιακά το επάγγελμα του τραυματιοφορέα και είχε την ιδιορρυθμία να μιλά μόνος του, παρ’ όλο που δεν βρισκόταν σε καθόλου καλές σχέσεις με τον εαυτό του.
«Αχά! Ένας δρόμος!» είπε, σκαρφαλώνοντας έξω από τη λακκούβα στην οποία είχε πέσει ερχόμενος από την έρημο με μεγάλη ταχύτητα.
«Αχά! Ένας περαστικός!» είπε ξαφνιασμένος ο δρόμος μ’ ένα λόξιγκα που εξομάλυνε κατά τι τη λακκούβα και βοήθησε τον Ερρίκο να σταθεί στα πατίνια του. «Καλέ μου περαστικέ», συνέχισε, «πώς κατάλαβες ότι είμαι δρόμος;»
«Γιατί, δεν είσαι;» ρώτησε ο Ερρίκος καχύποπτα.
«Τώρα και βέβαια είμαι, εφόσον με ονόμασες. Κι εσύ είσαι καλός και περαστικός, εφόσον σε ονόμασα. Έτσι πάει συνήθως. Όλες οι ιδιότητες είναι στιγμιαίες και ισχύουν μόνο αν τις τσακώσεις την κατάλληλη στιγμή και μόνο όσο συνεχίζεις να τις αναγνωρίζεις».
«Δηλαδή, βασικά, πριν και μετά τους προσδιορισμούς, ποιοι είμαστε;» ενδιαφέρθηκε να μάθει ο Ερρίκος, που ήταν επιρρεπής στη φιλοσοφία.
«Α, αυτά είναι τα αναπάντητα προαιώνια ερωτήματα. Εξάλλου, ακριβώς γι’ αυτόν το λόγο υπάρχουμε κι οι δυο, εσύ ως περαστικός κι εγώ ως δρόμος, για να τα συζητάμε κατά τη διάρκεια της διαδρομής…»
«Πώς βρέθηκες εδώ στην ερημιά;» άλλαξε κουβέντα ο Ερρίκος.
«Είναι μεγάλη ιστορία», αναστέναξε βαθιά ο δρόμος, δημιουργώντας άλλη μια λακκούβα, που ευτυχώς όμως δεν περιελάμβανε τον Ερρίκο. «Έχει να κάνει με κάποιο τυχαίο χωροχρονικό ασυνεχές… Εγώ που με βλέπεις, ήμουν για αλλού…»
«Ίδια περίπτωση!» είπε ο Ερρίκος με συμπάθεια. «Και κατά πού πας;»
«Ιδέα δεν έχω», απάντησε αμήχανα ο δρόμος.
«Ίδια περίπτωση», ξαναείπε ο Ερρίκος, με ακόμα μεγαλύτερη συμπάθεια. «Δηλαδή, βρήκα το δρόμο μου! Ας προχωρήσουμε λοιπόν μαζί».
Ο δρόμος ξεκουλουριάστηκε και τεντώθηκε νωθρά.
«Προχώρα», είπε, «κι εγώ θα σ’ ακολουθώ».
«Εντάξει. Σε μη φιλοσοφικό επίπεδο, όμως, συμβαίνει, ξέρεις, ακριβώς το αντίθετο…» παρατήρησε ο Ερρίκος.
«Το ξέρω. Δεν έχει όμως καμιά διαφορά το αποτέλεσμα», είπε ο δρόμος.
Πράγματι προχώρησαν αρκετό καιρό μαζί σε φιλοσοφικό επίπεδο, πηγαίνοντας πότε δεξιά, πότε αριστερά, πότε ευθεία μπροστά, πότε πισωγυρίζοντας – και, βέβαια, ούτε και οι αλλαγές κατευθύνσεων επηρέασαν στο παραμικρό τον τελικό τους προορισμό: το πουθενά.
Ηθικό δίδαγμα
Οδός άνω και κάτω μία και η αυτή. Το ταξί είναι τουλάχιστον πιο άνετο.
