You are currently viewing Γιωργος Μεταξάς: Μιλώντας για Τέχνη με τον Πέτρο Ζουμπουλάκη

Γιωργος Μεταξάς: Μιλώντας για Τέχνη με τον Πέτρο Ζουμπουλάκη

Ο Πέτρος Ζουμπουλάκης δεν ανήκει σε κάποια σύγχρονη τάση της ζωγραφικής. Είναι ένας σύγχρονος ζωγράφος. Ένας αριστοκράτης δημιουργός που παλεύει με υπερηφάνεια, αποτυπώνοντας με τον χρωστήρα του στιγμιότυπα της καθημερινότητας και όχι μόνο. Ένας ζωγράφος που ακόμη και σήμερα ομορφαίνει με τα χρώματά του τις μονότονες ημέρες μας. Ένας πραγματικός εργάτης της Τέχνης από τους ελάχιστους που έχουν απομείνει, ο οποίος ξεχωρίζει για την παροιμιώδη πνευματική αθωότητά του. Που δεν είναι τίποτε άλλο παρά “ένα ευαίσθητο μηχάνημα με συγκινησιακό παλμογράφο” όπως λέει και ο ίδιος, όπου η ζωγραφική για αυτόν δεν είναι ο σκοπός της ζωής του, αλλά η αφορμή εκείνη για να ανακαλύψει τις αχανείς εσωτερικές εκτάσεις της ψυχής του. Ένας μοναχικός καλλιτέχνης που μας φέρνει στο νου τους στίχους του ποιητή Κώστα Ουράνη:

“…οι κοινοί ανθρώποι χασκαρίζουνε.

Άσε τους να γελάνε:

οι Δον Κιχώτες παν μπροστά

κι’ οι Σάντσοι ακολουθάνε!”.

 

Η συνάντησή μου με τον ζωγράφο Πέτρο Ζουμπουλάκη έγινε ένα παγερό χειμωνιάτικο απόγευμα στο ατελιέ του που βρίσκεται στον Περιφερειακό του Λυκαβηττού στις αρχές Ιανουαρίου του 2026. Εκεί όπου καθημερινά με μια συγκινητική ευλάβεια δημιουργεί ως ποιητής, καθότι όπως έλεγε ο υπερρεαλιστής ζωγράφος Νίκος Εγγονόπουλος, ΜΟΝΟΝ ΟΙ ΖΩΓΡΑΦΟΙ ΕΙΝΑΙ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ.

 

Γ.Μ : Από το 1970 που κάνατε την πρώτη ατομική έκθεσή σας μέχρι και σήμερα συνεχίζετε με πάθος την σκληρή αυτή πνευματική σας ενασχόληση με την ζωγραφική. Πιστεύετε ότι η τέχνη βοηθά τον άνθρωπο να απαλύνει τον φόβο του θανάτου…έχει η τέχνη θεραπευτικές ιδιότητες…βοηθά στην επίλυση των “υπαρξιακών” του προβλημάτων ή μήπως όλα αυτά είναι σκέψεις που αποδίδονται αυθαίρετα στους καλλιτέχνες.

Π.Ζ : Η πρώτη και αυθόρμητη απάντηση που μου έρχεται στο νου είναι “δεν ξέρω” , εξαρτάται…Ο καλλιτέχνης εκφράζεται, δουλεύει πνευματικά, παράγει πνευματικό προϊόν, το οποίο πρώτιστα ανακουφίζει τον ίδιο, πρόσκαιρα θα έλεγα, άρα είναι πιθανόν αυτό να επιδρά θεραπευτικά και στον ίδιο. Τώρα αν αυτή η “θεραπεία” μεταδίδεται και στον θεατή ή ακροατή του έργου του σημαίνει ή ότι ο καλλιτέχνης είναι ευθύβολος ή ότι ο δέκτης είναι ευαίσθητος και ” επικοινώνησε” με το παραγόμενο έργο. Άρα εδώ μπαίνει το δεύτερο σκέλος της απάντησης ” εξαρτάται” από πολλούς παράγοντες. Η μακρόχρονη πείρα μου πάντως μου λέει ότι η τέχνη δεν καλυτέρεψε τον άνθρωπο, ούτε απάλυνε τον φόβο του θανάτου, η δε διάσταση μεταξύ των προθέσεων των καλλιτεχνών και των ερμηνειών των είναι επιεικώς χαώδης.

Γ.Μ : Ζείτε και εργάζεσθε στην Αθήνα, αντλείτε την έμπνευσή σας από μια πόλη που εσχάτως έχει χάσει την γοητεία της, έχει απολέσει την αίγλη της. Σήμερα που η κατήφεια, το τσιμέντο, η ασχήμια, η παραβατικότητα, τα σκουπίδια έχουν απλώσει τα φτερά τους πάνω από το Κλεινόν Άστυ μπορείτε να μου πείτε αν ο καλλιτέχνης έχει την δυνατότητα να αντιστρέψει το νοσηρό αυτό κλίμα που κυριαρχεί στην πόλη με το έργο του.

Π.Ζ : Η αλήθεια είναι πως δεν αντλώ έμπνευση (ευτυχώς) μόνον από την Αθήνα. Υπάρχουν και άλλες σοβαρότερες πηγές. Μήπως θα πρέπει να αλλάξει και όνομα η πρωτεύουσα ; (τρομάρα της), εγώ θα πρότεινα <<ΠΡΩΚΤΕΥΟΥΣΑ>> γιατί οι συνειρμοί με την ένδοξη ιστορία της είναι δυσοίωνοι. Φυσικά και δεν μπορεί ο καλλιτέχνης να αντιστρέψει αυτό το κλίμα. Είναι πια αργά…

 

Γ.Μ : Σε μια συνέντευξή σας μιλώντας με ειλικρίνεια είχατε πει ότι: ” ο θεσμός της παρέας, του κομματικού ή θεσμικού εταίρου δίνει και παίρνει. Αλλοίμονο στον αδέσμευτο, τον ανεξάρτητο, τον παρτιζάνο, το “τακτικό” θα τον συντρίψει”. Πιστεύετε ακόμη πως η πορεία του καλλιτέχνη εκείνου που σιχαίνεται την κολακεία και την δουλοπρέπεια είναι περιορισμένη;

Π.Ζ: Ανύπαρκτη θα έλεγα. Δυστυχώς η ευγενής “τέχνη” που ασκώ ήταν ανέκαθεν και εμπόρευμα και μάλιστα ακριβό. Αυτό ευνόησε πολλούς παράγοντες να την νοθεύσουν και αποτέλεσε ως εμπόρευμα, αντικείμενο συναλλαγής με όλα τα ύποπτα παρεπόμενα. Και ο νοών νοείτω.

 

Γ.Μ : Πείτε μου αν η φράση του Ορατίου ” Risum Teneatis” που σημαίνει  “κρατήστε τον γέλωτα”  ταιριάζει με το έργο του Πιέρο Μαντσόνι (1933 – 1963), ο οποίος επωλούσε τα περιττώματά του ως τέχνη, σε συσκευασία κονσέρβας, γνωστά ως  “Τα σκατά του καλλιτέχνη” ή το έργο αυτό δεν είναι μόνο για γέλια, αλλά κρύβει κάτι πιο βαθύ, αυτό που είχε επισημάνει ο ιστορικός τέχνης και Διευθυντής της Μπιενάλε της Βενετίας Ζαν Κλαιρ πως “από την λατρεία του χρήματος καταλήξαμε όπως είδαμε με απόλυτη φυσικότητα στο επίπεδο του αποχωρητηρίου”

Π.Ζ : Όντως κρύβει κάτι πιο βαθύ, την ΑΠΟΓΝΩΣΗ.

 

Γ.Μ : Έχετε φιλοτεχνήσει πάρα πολλές προσωπογραφίες, αποτυπώνοντας το φευγαλέο πέρασμα κάποιου προσώπου επιμελώς στον καμβά χωρίς περιττά φτιασίδια, με αγάπη, αλλά και με μια ειλικρινή πλαστικότητα. Θα ήθελα να μας βοηθήσετε να κατανοήσουμε την διαδικασία αποκωδικοποίησης του ψυχικού κόσμου της όποιας φυσιογνωμίας (προσώπου) ζωγραφίζετε, πως είναι δηλαδή εφικτό να επιτευχθεί η πνευματικότητα του προσώπου που φτιάχνετε μέσω των συναισθημάτων του δημιουργού στον καμβά.

Π.Ζ : Η παράθεση αυτής της διαδικασίας δεν μπορεί να γίνει κατανοητή με μια γλαφυρή αφήγηση. Θα πω απλά πως αν ξέρεις να σχεδιάσεις σωστά τα φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά ενός ατόμου, ταυτόχρονα “βγαίνουν” και όλα τα στοιχεία του χαρακτήρα που παραθέσατε. Να θυμηθώ εδώ αυτό που είπε ένας σπουδαίος, διάσημος και περιζήτητος πορτραιτίστας Αμερικανός, ο Σάρτζεντ  “κάθε φορά που φιλοτεχνώ ένα πορτραίτο χάνω και έναν φίλο”.

 

Γ.Μ : “Τα λεφτά είναι επικίνδυνα πράγματα και πολύ φαρμακερά για την ψυχή” έγραφε ο Φώτης Κόντογλου. Σήμερα που η τέχνη αντιμετωπίζεται ως επένδυση και μόνον ως Χρηματιστηριακή Αξία, υπάρχει ελπίδα να επιστρέψουμε στην αθωότητα;

Π.Ζ : Η τέχνη δεν ήταν ποτέ αθώα αλλά εξαρτιόταν από τον καλλιτέχνη ο οποίος αθώα (αν και όχι πάντα) δημιουργούσε. Για ποια αθωότητα μιλάμε;

 

Γ.Μ : Θα ήθελα να μου αναφέρετε ποιοι ζωγράφοι σας “μιλούν” πιο άμεσα, με ποιους καλλιτέχνες νοιώθετε κάποια εικαστική συγγένεια και αν αυτοί επηρέασαν το έργο σας, τόσον Έλληνες όσον και ξένοι.

Π.Ζ : Θαυμάζω πολλούς , Έλληνες και ξένους, ουδείς με επηρέασε. Ξέρετε βέβαια, συνήθως μας αρέσουν καλλιτέχνες που μας ταιριάζουν, μας μοιάζουν, αλλά όχι μόνο. Μπορεί και να θαυμάζουμε για άλλους λόγους( π.χ  τεχνική ) καλλιτέχνες που δεν μας αρέσουν.

 

Γ.Μ : Πιστεύετε ότι ένας λιτός και ειλικρινής τρόπος γραφής χωρίς φιοριτούρες και περιττά στολίδια είναι ικανός να αποδώσει δυνατές σκέψεις, έντονα συναισθήματα, την αστείρευτη ενέργεια που κρύβει ο καλλιτέχνης μέσα του;

Π.Ζ : Θα το ξαναπώ για πολλοστή φορά:  “εξαρτάται”. Από τον καλλιτέχνη, από την “στιγμή”, από την έμπνευσή του, από την διάθεσή του, από πολλούς παράγοντες. Ναι, μπορεί.

Γ.Μ : Εκτός από την Αρχαία Ελληνική τέχνη, την οποία προφανώς έχετε αγαπήσει, μελετήσει, και με τον δικό σας τρόπο έχετε ενσωματώσει στο έργο σας, μπορείτε να μου πείτε αν έχετε φιλοτεχνήσει έργα τα οποία έχουν βαθιά μέσα τους κάτι από το έργο των πρωτοπόρων ζωγράφων του εικοστού αιώνα;

Π.Ζ : Αν εννοείτε σχολές, κινήματα, τάσεις, “-ισμούς” που άνθισαν τον εικοστό αιώνα, η απάντηση είναι ΟΧΙ κατηγορηματικά.

Γ.Μ : Ο Βρετανός ζωγράφος Φράνσις Μπέικον σε μια συνέντευξή του έλεγε ότι: “όλοι οι καλλιτέχνες είναι ματαιόδοξοι, θέλουν να αναγνωρισθούν και να αφήσουν κάτι πίσω τους. Θέλουν να αγαπηθούν.”  Ποία είναι η γνώμη σας επ’ αυτού;

Π.Ζ : Απόλυτα σωστό, μόνο που δεν είναι όλοι οι καλλιτέχνες Φ. Μπέικον και έτσι μόλις πεθάνουν ξεχνιούνται. Η ποιότητα δεν είναι ζητούμενο. Αν είναι ικανοί, τυχεροί, καπάτσοι, με καλές δημόσιες σχέσεις, με οικονομικά ισχυρούς αρωγούς, με μηχανισμούς προβολής, δημοσιότητας, αναγνωρισιμότητας, διαφήμισης, με “πλάτες”, τότε και μόνον τότε μπορεί το όνομά τους και το έργο τους να διαρκέσει μερικές εβδομάδες…Βλέπετε, στην απόλυτη σύγχυση ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ που επικρατεί στην εποχή μας, το κριτήριο αυτό έχει σχεδόν εκλείψει.

Γ.Μ : Από τους τόσους σημαντικούς πνευματικούς ανθρώπους που έχετε συναντήσει, λογοτέχνες, ζωγράφους, ποιητές, σκηνοθέτες θα μπορούσατε να μου πείτε ποιοι από αυτούς έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην πορεία σας, αποτέλεσαν πηγή έμπνευσης του έργου σας, ή σας βοήθησαν στο ξεκίνημά σας.

Π.Ζ :Από έφηβο – νέο με ενεθάρρυναν οι δικοί μου και όχι μόνον, ότι έχω “ταλέντο”. Οι επιτυχίες μου, διακρίσεις, υποτροφίες στην ΑΣΚΤ μου έδωσαν “αέρα” ότι θα τα καταφέρω στον δύσκολο στίβο της ΤΕΧΝΗΣ. Έλεγα στον εαυτό μου: το ταλέντο μου φτάνει, δεν θέλω την βοήθεια κανενός. Βλακεία μου και λάθος μου. Κανείς δεν με βοήθησε γιατί δεν ζήτησα την βοήθεια ΟΥΔΕΝΟΣ! Είχα την αφελή αυταπάτη να λέω:” έχω προίκα” το ταλέντο μου και αυτό μου αρκεί. “Αμ δε!” Κάποιοι βέβαια των οποίων η ζωή και το έργο με συγκινούσε (Καβάφης, Καρυωτάκης, Καββαδίας, Καζαντζάκης, Γκρέκο, Λωτρέκ, Μοντιλιάνι, Ραφαήλ, Τσιτσάνης, Χαλεπάς, Βαν Γκογκ, Παπαδιαμάντης και πολλοί άλλοι) πέρασαν στο έργο μου υπό μορφή πορτραίτου.

 

Γ.Μ : Ποια ήταν η πρώτη σας επαφή με την τέχνη, πως επιλέξατε να γίνετε ζωγράφος, ακολουθώντας έναν τόσο δύσκολο και μοναχικό δρόμο;

Π.Ζ :Από παιδί όπως όλα τα παιδιά, ζωγράφιζα (θυμάμαι στο Δημοτικό ο δάσκαλος μου ανέθετε να εικονογραφώ τις εκθέσεις και τα κείμενα). Μεγαλώνοντας, στο Γυμνάσιο πια, πήγαινα στο Φροντιστήριο Ελευθέρου Σχεδίου, προετοιμαζόμενος για υποψήφιος στην ΑΣΚΤ, δηλώνοντας στους δικούς μου, Ζωγράφος ή τίποτε. Η μητέρα μου, Τηνία ούσα, έθεσε βέτο (κάτι ήξερε…) Εγώ επέμεινα, πέτυχα με υποτροφία-πρωτιά στην ΑΣΚΤ.  The rest is history…

Γ.Μ : Πείτε μου για τις σπουδές σας στην ΑΣΚΤ, τους δασκάλους σας, τις εμπειρίες σας, την ποιότητα της διδασκαλίας όπως και τις εντυπώσεις σας από τον Ι. Μόραλη κατά την διάρκεια των σπουδών σας στην Σχολή.

Π.Ζ : Ο Μόραλης ήταν δάσκαλός μου όλα τα χρόνια. Ήταν ο πιο μοντέρνος και σοβαρός τα χρόνια εκείνα. Γαλουχημένος με την αυστηρή μέθοδο της ισορροπίας της σύνθεσης στους κανόνες της χρυσής τομής και των Αρμονικών χαράξεων. Δηλαδή ό,τι διέπει την Αρχαία Φιλοσοφία, Αρχιτεκτονική, Ζωγραφική, Γλυπτική. Αυστηρός στο Σχέδιο. Δύσκολος στην παρακολούθηση. Δίκαιος. Στο εργαστήρι του συνωστισμός. Πολλοί δυσκολεύονταν. Τα παρατούσαν. Με τιμούσε διότι εφάρμοζα αυτά που δίδασκε. Αυτά που έλεγε με ενδιέφεραν. Για εμένα πρωτάκουστα!  Ήμουν καλός. Σάρωνα τις διακρίσεις (βραβεία, επαίνους). Ωφελήθηκα στην μετέπειτα πορεία μου από την διδασκαλία του. Έμαθα πολλά. Του οφείλω πολλά. Άλλος σπουδαίος δάσκαλος Χαρακτικής: Γραμματόπουλος. Κορυφαίος σχεδιαστής, πρωτοπόρος σε εφαρμογές, νέες τεχνικές, με μελάνια και άλλα υλικά χαρακτικής. Δεν ήταν δάσκαλός μου αλλά τον εκτιμούσα πολύ.

Γ.Μ : Πείτε μου την άποψή σας και ταυτόχρονα αν συμφωνείτε με τον πρωτοπόρο αυτόχειρα εικαστικό Μαρκ Ρόθκο, ο οποίος έλεγε για τους ιστορικούς τέχνης και τους τεχνοκριτικούς ότι: “Είναι ένας εσμός παρασίτων που θρέφονται από το σώμα της τέχνης. Το έργο τους είναι όχι μόνον άχρηστο αλλά και παραπλανητικό”.

Π.Ζ : Απάντηση – προϊόν πικρίας.Τον κατανοώ. Ο Σιμπέλιους είχε πει κάτι χειρότερο: “Έχετε δει καμιά προτομή προς τιμήν κριτικού; Εγώ όχι!”. Εγώ θα πω ότι η Κριτική είναι αναγκαία, μας αρέσει δεν μας αρέσει.Να προσθέσω μόνον ότι δεν βελτιώνει ούτε χειροτερεύει τον κρινόμενο. Πάντως η Αγνόηση είναι χειρότερη και από την κακή κριτική.

Γ. Μ : Πιστεύετε ότι είναι δόκιμο να ταυτίζεται η προσωπικότητα του δημιουργού όπως και η πορεία της ζωής του με το ίδιο του το εικαστικό έργο ή αποτελούν δύο διαφορετικές εκφάνσεις του καλλιτέχνη άκρως ανεξάρτητες;

Π.Ζ : Θα απαντήσω για μια ακόμη φορά ” εξαρτάται “. Προσωπικά πιστεύω πως δεν πρέπει να ταυτίζονται, να όμως που το ένα επηρεάζει το άλλο…και πολλοί τα συσχετίζουν.

Γ.Μ: Συμμερίζεσθε την άποψη του γλύπτη Τaki  που έλεγε ότι: “σήμερα για να διαμορφωθεί ένας σπουδαίος καλλιτέχνης από τις υπάρχουσες Σχολές Καλών Τεχνών θα πρέπει ή να τις παρατήσει στη μέση ή βγαίνοντας να ξεχάσει όσα έμαθε και να χαράξει τον δικό του δρόμο”.

Π.Ζ : Φαίνεται πως η απάντηση “εξαρτάται” με κυνηγάει… Όλα συμβαίνουν στον μυστηριώδη κόσμο της τέχνης. Αυτό συνέβη και στον Taki. Άλλοι είχαν άλλη διαδρομή. Οι σπουδές πάντως στις Σχολές Καλών Τεχνών καλό κάνουν,  κακό δεν κάνουν.

Γ.Μ: Από τον Γάλλο λογοτέχνη Θεόφιλο Γκωτιέ που διατύπωσε την άποψη ” L’ art pour l’ art” έως τον Γερμανό φιλόσοφο Γκαίτε που έλεγε ότι “σκοπός της τέχνης είναι το κάλλος ” πείτε μου τι πιστεύετε εσείς για τον κοινωνικό ρόλο της Τέχνης.

Π.Ζ : Οι ραγδαίες εξελίξεις του εικοστού αιώνα μαζί με τις τεχνολογικές του εικοστού-πρώτου βοηθούσης και της ΑΙ έχουν καταστήσει απόψεις σαν αυτές περιττές – πολυτελείας. “Κοινωνικός ρόλος της Τέχνης”! Πομπώδες και αλαζονικό μου ακούγεται. Η τέχνη δεν βοήθησε τον άνθρωπο να γίνει καλύτερος. Απλά είναι ένα πρόσκαιρο καταφύγιο χαράς ή τροφή για σκέψη, προβληματισμό και άλλα ” ηχηρά παρόμοια “.

Γ.Μ : Ο πρωτοπόρος εκπρόσωπος της Arte Povera, Γιάννης Κουνέλλης έλεγε ότι: < Η Ελλάδα είναι μία ιδέα>>. Έχετε αντιληφθεί ότι στην εποχή μας η ιδέα αυτή απαξιώνεται, ποδοπατείται και πολλές φορές διώκεται από αυτούς που ελέγχουν οικονομικά τον κόσμο.

Π.Ζ : Δεν ξέρω τι εννοούσε ακριβώς ο Κουνέλλης. Πάντως καλλιτεχνικά και όχι μόνο , η Ελλάδα απαξιώνεται διεθνώς αλλά και δυσφημείται. Βαθιά στο συλλογικό υποσυνείδητο της Ευρώπης δεν έχουμε “καλό όνομα” γι αυτό επικαλούμαστε τους αρχαίους προγόνους μας, που αυτούς εκτιμούν. Εμάς μας θεωρούν μισο – Ανατολίτες και Ευρωπαίους Β’ κατηγορίας.

Γ.Μ: Οι αστρονομικές τιμές των έργων , των σύγχρονων εικαστικών, όπως των Τζεφ Κουνς, Μαουρίτσιο Καττελάν, Ζαν Φαμπρ, Ντάμιεν Χιρστ έχουν συνάφεια με την αισθητική αξία αυτών, ή αποτυπώνουν μία εικονική πραγματικότητα που προωθείται από τα Golden Boys των Χρηματιστηρίων;

Π.Ζ : Απαντώ και εγώ με ερώτηση. Πως προέκυψε αυτό το φαινόμενο; Μυστήριο. Ένα μυστήριο που παραμένει άλυτο.

Γ.Μ : “Με ενδιαφέρει κάθε τρόπος γραφής που σε οδηγεί σε ένα αυθεντικό πέταγμα στο όνειρο” έγραφε ο ζωγράφος Φαίδων Πατρικαλάκις. Είναι εφικτό το απρόσμενο κι ανεξήγητο αυτό όνειρο, που πιθανόν να σιγοκαίει μες στην ψυχή του καλλιτέχνη, να τον οδηγήσει μέσα από τα κερδοσκοπικά μονοπάτια της Τέχνης προς την αναγνώριση, χωρίς το πατρονάρισμα των κριτικών, το σιγοντάρισμα των διαφημιστών, την επιρροή των μεσαζόντων, την δύναμη των συλλεκτών, και χωρίς την ελεεινή πρακτική των ιδιοκτητών γκαλερί;

Π.Ζ: Μπορεί να συμβεί Miracolo! Σπάνιο βέβαια. Ας είμαστε ρεαλιστές! Για να συμβεί πρέπει να κινητοποιηθεί ο παραπάνω μηχανισμός. Δυστυχώς!… (Να! Κάτι τέτοια υποστηρίζω και γίνομαι αντιπαθής)

Γ.Μ : Σήμερα που οι νέοι καλλιτέχνες στηρίζονται σε ένα δυσνόητο λεξιλόγιο, σε ακροβασίες, χρησιμοποιώντας δήθεν εικαστικούς πειραματισμούς με μια προκλητικότητα, πιστεύετε ότι η Τέχνη και ειδικά η ζωγραφική έχουν μέλλον, ακολουθώντας αυτόν τον θολό κι’ αδιέξοδο δρόμο, αυτή την νοσηρή προσπάθεια που μάχεται το “Ωραίον” και το “Ειλικρινές”.

Π.Ζ : Οι όροι  ΩΡΑΙΟΝ και ΕΙΛΙΚΡΙΝΕΣ είναι αιώνιοι, διαχρονικοί και βαθιά ριζωμένοι σε κάθε άτομο. Δεν θα ξεπερασθούν ποτέ όσο και να πασχίζουν κάποιοι άλλοι όροι όπως “αντι-τέχνη” να τους καταργήσουν. Πρέπει όμως να παραδεχθούμε ότι οι νέες τεχνολογίες και οι ποικίλες εφαρμογές τους έχουν πλουτίσει το εικαστικό λεξιλόγιο με άπειρες δυνατότητες και εκπληκτικά αποτελέσματα. Προσωπικά δεν έχω πρόσβαση σε αυτές, όμως δεν αδικώ και τους νέους καλλιτέχνες που έχουν “ξεμυαλιστεί” και τις ακολουθούν. Αυτές έμαθαν από βρέφη χρησιμοποιώντας κινητό και υπολογιστή. Πιστεύω ότι θα βγει κάτι  καλό.

 

Γ.Μ : Συνδεθήκατε πολλαπλά με το θέατρο. Το σκηνογραφικό σας έργο είναι αρκετά σημαντικό, συνεργαστήκατε επίσης με το θεατρικό και κινηματογραφικό ζευγάρι Δ. Μυράτ – Βούλα Ζουμπουλάκη, συνδυάζοντας το θέατρο με το σινεμά. Τι θυμόσαστε από την εποχή εκείνη που δεν είναι υπερβολικό να την αποκαλέσουμε ως περίοδο μιας απολεσθείσας αθωότητας.

Π.Ζ : Αγαπούσα το θέατρο πάντα. Το έβλεπα σαν προέκταση της δουλειάς μου: της Ζωγραφικής. Σαν ένα κινούμενο πίνακα. Το σπούδασα και το μελέτησα.

Σχετικά λίγα σκηνικά και κοστούμια εκτέλεσα. Συνήθως με ιδιωτικούς θιάσους. Δεν έκανα συνεργασίες με Εθνικό, Λυρική, ΚΘΒΕ. Βλέπετε δεν ήμουν στο σύστημα. Τα οικονομκά των θιάσων ήσαν πενιχρά. Οι αμοιβές κωμικές. Δόθηκα ολοκληρωτικά στη Ζωγραφική μα και εκεί, μη νομίζετε, τα ίδια. Η αυτονομία, η αξιοπρέπεια, η ανεξαρτησία, η περηφάνια και η εντιμότητα ήσαν για εμένα κακοί σύμβουλοι. Διαπίστωσα με άλλα λόγια, κάπως αργά, πως τα ακριβώς αντίθετά τους αποτελούσαν κανονικότητα! Σε ένα βρώμικο παιχνίδι επομένως, πρέπει και εσύ να παίξεις βρώμικα. Δεν έπαιξα. Δεν το ήθελα. Δεν μετανοιώνω. Πάντως, συγνώμη, όλες οι εποχές στερούνται αθωότητας.

Γ.Μ : Πιστεύετε ότι η Ρεαλιστική παράδοση της Ευρωπαϊκής ζωγραφικής των περασμένων αιώνων, πάνω στην οποία πορευτήκατε και εσείς, μπορεί να αποτελέσει πηγή έμπνευσης σήμερα, σε μια κοινωνία που αλλάζει με ιλιγγιώδεις ρυθμούς;

Π.Ζ : Γιατί αποδίδετε τον έμφυτο Ρεαλισμό μου σαν ζωγράφου σε ” Ευρωπαίους δασκάλους”; Ο Ρεαλισμός είναι πεποίθηση, στάση ζωής του ανθρώπου και μετά Σχολή – αισθητικό κίνημα. Όταν έχεις μπροστά σου έναν Καλλίμαχο και μια Ηγησώ δεν έχεις ανάγκη να τρέχεις στα Παρίσια να δεις τον Μιλλέ και τον Κουρμπέ. Πόθεν προκύπτει ότι πορεύτηκα στην Ευρωπαϊκή Ζωγραφική περασμένων αιώνων; Ευτυχώς είχα άλλα σοβαρότερα πρότυπα: τους Αρχαίους Έλληνες πνευματικούς ανθρώπους. Κορυφαία μυαλά και χέρια με διαχρονική αξία, ποιότητα, διάρκεια, θεμελιωτές της Ευρώπης, στους οποίους οφείλει την πνευματική της ύπαρξη. Μακάρι η προσφυγή σε αυτούς να ήταν συχνότερη, θα είχαμε πολλά ωφεληθεί…

Γ.Μ : Η αυθεντικότητα, η ειλικρίνεια, η απλότητα, η ομορφιά που βγάζουν τα έργα σας πιστεύετε ότι αρκούν για να μπορέσουν οι δημιουργίες σας να επιβιώσουν στο πέρασμα του χρόνου; Μια καθαρή και ισορροπημένη γραφή είναι ικανή από μόνη της να ξεχωρίσει μέσα σε μία παρακμιακή εποχή όπου κυριαρχεί η μετριότητα, η σήψη και η ευτέλεια.

Π.Ζ : Με τιμά η γνώμη σας για τα έργα μου. Αυτή είναι η πρόθεσή μου, φαντάζομαι και όλων των καλλιτεχνών: να επιβιώσει το έργο τους. Ο χρόνος είναι ο καλλίτερος “τεχνοκρίτης” και “έχει ο καιρός γυρίσματα”, όλα μπορούν να συμβούν. Ναι, μάλλον το πιο αληθινό, ειλικρινές, ισορροπημένο, αυθόρμητο κλπ. έργο έχει πιθανότητες επιβίωσης και διάκρισης.

Γ.Μ : Ευχαριστώ πολύ για τον χρόνο σας, για αυτή την τόσο ενδιαφέρουσα συνομιλία μας.

Π.Ζ : Ευχαριστώ και εγώ το πρωτοποριακό περιοδικό της Παυλίνας Παμπούδη ΠΕΡΙ ΟΥ για την φιλοξενία.

 

 

Γιώργος Μεταξάς

 

Αφήστε μια απάντηση

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.