Το βιβλίο της Παρασκευής Μακρίδου, Εισαγωγή στην ποίηση του Αντώνη Φωστιέρη(εκδ. Καμπύλη, 2025), αποτελεί μια συστηματική και σφαιρική απόπειρα ερμηνευτικής προσέγγισης ενός από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της Γενιάς του ’70. Η μελέτη αυτή δεν προκύπτει τυχαία, αλλά έρχεται ως επιστέγασμα της μακροχρόνιας ενασχόλησης της διδάκτορος με το έργο του ποιητή, μετά από προηγούμενη μονογραφία της (2021) και τη διδακτορική της διατριβή (2023).
Η Μακρίδου επιλέγει συνειδητά να μετακινηθεί από την εξειδικευμένη ανάλυση επιμέρους φαινομένων —όπως ο αμφίσημος λόγος ή τα ποιήματα ποιητικής— σε μια παρουσίαση «εφ’ όλης της ύλης». Το βιβλίο λειτουργεί ως έγκυρος οδικός χάρτης για τον νέο αναγνώστη, προσφέροντας ένα γενικό περίγραμμα της πεντηκονταετούς πορείας του Φωστιέρη (1970-2020), χωρίς ωστόσο να θυσιάζει το επιστημονικό βάθος.
Το Πρώτο Κεφάλαιο παρακολουθεί τη ζωή και τη ποιητική διαδρομή του ποιητή πάνω σε έναν γραμμικό χρονικό άξονα. Ξεκινά από τα πρώτα βήματα και τη σχέση του με την Αμοργό, προχωρά προς τη συγγραφική του «ενηλικίωση» και εξετάζει τη σημαντική περίοδο παραγωγής μετά το 1977. Η Μακρίδου αξιοποιεί εδώ αποσπάσματα από συνεντεύξεις του ίδιου του Φωστιέρη, προκειμένου να φωτίσει την πνευματική του διαδρομή.
Στο Δεύτερο Κεφάλαιο, ο ποιητής τοποθετείται στο ιστορικό του πλαίσιο, με έμφαση στη μετεμφυλιακή και τη δικτατορική περίοδο. Εξετάζονται τα γενικά χαρακτηριστικά της «Γενιάς του ’70» και αναλύεται ο τρόπος με τον οποίο το έργο του Φωστιέρη συμπλέει ή διαφοροποιείται από τους υπόλοιπους δημιουργούς της ίδιας γενιάς.
Στο Τρίτο Κεφάλαιο, αναλύονται διεξοδικά οι κύριοι θεματικοί άξονες του έργου του. Η μελέτη εστιάζει στη φιλοσοφική διάσταση της ποίησής του (οντολογικός ετασμός), στη θεματική του θανάτου και του χρόνου, στη φύση —όχι ως ειδυλλιακό κάλλος αλλά ως πεδίο φθοράς— καθώς και στη ρητορική του έρωτα. Ιδιαίτερη ενότητα αφιερώνεται στα «Ποιήματα Ποιητικής», εκεί όπου ο Φωστιέρης στοχάζεται πάνω στην ίδια την ουσία και τους τρόπους της τέχνης του.
Στα τρία επόμενα κεφάλαια, η μελέτη επικεντρώνεται στην υφολογική ανάλυση του φωστιερικού λόγου. Εξετάζεται το πλούσιο λεξιλογικό υπόστρωμα (αρχαιοελληνικές, εκκλησιαστικές, λατινικές και άλλες λέξεις), καθώς και οι απροσδόκητοι λεκτικοί συνδυασμοί που αποτελούν διακριτό γνώρισμα της ποιητικής του. Παράλληλα, περιγράφονται τεχνικές όπως η «επιδιόρθωση», η χρήση παρενθέσεων και οι επιφωνηματικοί στίχοι, ενώ διερευνώνται οι τίτλοι-αποφθέγματα, οι τίτλοι-παζλ και οι αμφίσημοι τίτλοι που χαρακτηρίζουν τον δημιουργό.
Στο Όγδοο Κεφάλαιο, η συγγραφέας επιλέγει να φωτίσει συγκεκριμένα σχήματα λόγου που αποτελούν ιδιοσυγκρασιακά στοιχεία του ύφους του Φωστιέρη, όπως η παρήχηση, το ετυμολογικό σχήμα, το υπερβατό και ο κύκλος, αποφεύγοντας συνειδητά την ανάλυση κοινόχρηστων ρητορικών τρόπων.
Στο Ένατο Κεφάλαιο, η Μακρίδου εξετάζει την κριτική πρόσληψη του έργου του Αντώνη Φωστιέρη, παραθέτοντας ένα αντιπροσωπευτικό «πανόραμα» κριτικών κειμένων (ερανίσματα). Η ενότητα αυτή προσφέρει μια συγκεντρωτική εικόνα για το πώς υποδέχτηκε η γραμματολογία το έργο του, τόσο στη θεματική όσο και στη μορφολογική του διάσταση. Τέλος, η έκδοση συμπληρώνεται από ένα αναλυτικό ευρετήριο ονομάτων και ποιημάτων, καθιστώντας το βιβλίο ένα απαραίτητο εργαλείο αναφοράς για κάθε μελετητή.
Συνολικά, η συγγραφέας χαρτογραφεί με γλαφυρότητα τις κυρίαρχες θεματικές που διατρέχουν το φωστιερικό έργο. Η μελέτη αναδεικνύει πώς η φιλοσοφική σκέψη τροφοδοτεί την ποίηση του δημιουργού, εστιάζοντας στη ματαιότητα και την οδύνη του χρόνου, στοιχεία που λειτουργούν ως έμμεση κατάφαση στην ύπαρξη. Η φύση δεν προσεγγίζεται μέσα από μια ειδυλλιακή απεικόνιση, αλλά ως υποταγμένη στην ίδια φθαρτή μοίρα με τον άνθρωπο. Παράλληλα, ο έρωτας εμφανίζεται ως σθεναρή αντίσταση στον αφανισμό, ενώ η ίδια η ποιητική τέχνη αναλύεται ως ο «μεγαλύτερος έρωτας» του δημιουργού, μέσα από την εξέταση των όρων οικοδόμησής της.
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία της μελέτης είναι η ανάδειξη της διακαλλιτεχνικής σύνδεσης της ποίησης του Φωστιέρη με άλλες τέχνες. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη ζωγραφική, τόσο ως πηγή έμπνευσης όσο και ως θεματοποίηση πινάκων μέσα στα ποιήματα. Ξεχωρίζει, επίσης, η ανάλυση της σχέσης με το έργο του χαράκτη M.C. Escher, όπου εντοπίζεται μια βαθιά «ιδεολογική» συγγένεια μεταξύ λόγου και εικόνας.
Στα αξιοσημείωτα γνωρίσματα του βιβλίου συγκαταλέγεται το γεγονός ότι η Μακρίδου δεν περιορίζεται στο περιεχόμενο, αλλά εισχωρεί στο «εργαστήρι» του ποιητή. Επιλέγει να φωτίσει τα δομικά στοιχεία που συγκροτούν το διακριτό ύφος του δημιουργού, αποφεύγοντας τους κοινόχρηστους ρητορικούς τρόπους. Με αυτόν τον τρόπο, η συγγραφέας καταφέρνει να «φωτίσει» έναν λόγο εμβριθή και ενίοτε σκοτεινό, αποδεικνύοντας ότι η ποίηση του Φωστιέρη, αν και διαβάζεται χαμηλόφωνα, διαθέτει μια εσωτερική «κραυγή» που αναμετράται με τα μείζονα ζητήματα της ανθρώπινης οικουμένης.
