Απ’ όλους τους μήνες ξεχώριζα τον Απρίλιο. Πολλές γεωργικές δουλειές δεν είχαμε, εξόν απ’ τα φυτώρια καπνού και τη σπορά του βάμβακος. Η φύση έβγαινε απ’ τη χειμερία νάρκη. Τα σχολεία έκλειναν για τις διακοπές του Πάσχα. Γέμιζε το χωριό με ξένο κόσμο. Ολημερίς ξαμολιόμασταν στους δρόμους. Θυμάμαι μια Μεγάλη Παρασκευή που ξενύχτησα στον Επιτάφιο. Κάποιο κορίτσι θα ’χα βάλει σίγουρα στο μάτι. Αγριολούλουδα, τριαντάφυλλα, χρυσάνθεμα και κυρίως πασχαλιές σκέπαζαν τον Εσταυρωμένο. Ύστερα από τόσο καιρό φυλάω ακόμη τη μυρωδιά τους. Ποδήλατο έπαψα να κάνω. Εκκλησία έχω πολλά χρόνια να πάω. Η άνοιξη διαρκεί ολοένα και λιγότερο. Τα κορίτσια της ηλικίας μου κοντεύουν να γεράσουν. Εγώ πάλι κάθομαι ολονυχτίς και γράφω. Κάποιες μυρωδιές πασχαλιάς πασχίζω εδώ να διασώσω.
Π. Χατζημωυσιάδης, πεζογράφος
