Στα νιάτα μου, όπως και τώρα στα γερατειά, έπινα πάντα τσάι, μολονότι όλοι οι φίλοι – αριστεροί και δεξιοί – έπιναν καφέ. Δεν θυμάμαι πότε και γιατί σταμάτησα το γάλα που έπινα παιδί και άρχισα να πίνω τσάι. Υποθέτω, πάντως, ότι θα πρέπει να επηρεάστηκα από την ταινία Τσάι και συμπάθεια που είδα τότε, σε νεαρή ηλικία, με την υπέροχη Ντέμπορα Κερ, το «εγγλέζικο ρόδο» όπως την αποκαλούσαν στο Χόλιγουντ, στον ρόλο της Λόρα, της συζύγου ενός καθηγητή που πρόσφερε «τσάι και συμπάθεια» σε κολεγιόπαιδα. Η εν λόγω ταινία βασίστηκε στο ομώνυμο θεατρικό έργο που έγραψε ο Ρόμπερτ Άντερσον το 1952 και έγινε την επόμενη χρονιά μεγάλη θεατρική επιτυχία. Πραγματεύεται εκεί τη μοναξιά, την κοινωνική σκληρότητα και την ανάγκη για κατανόηση. Το έργο αυτό, θα έλεγα ακόμη ότι είναι επίκαιρο σήμερα, αν λάβει κανείς υπόψη του ότι η ηρωίδα του έργου προσφέρει συναισθηματική υποστήριξη σε έναν ευαίσθητο μαθητή κολεγίου που έχει πέσει, λόγω της ευαισθησίας του, θύμα σχολικού εκφοβισμού ( bullying). Δεν είναι λοιπόν το «μπούλινγκ» – όπως πολλοί νομίζουν – κάτι που πρωτοπαρουσιάζεται στα δικά μας σχολεία· ήδη στα 1952, εποχή που γράφει το έργο ο Άντερσον, αποτελεί κοινωνικό φαινόμενο που απασχολεί τις Αρχές.
Επιστρέφω στο αφέψημά μου, για να προσθέσω ότι προτιμώ το μαύρο, παραδοσιακό, εγγλέζικο τσάι Twining, a traditional blend of black tea, σε κόκκινο μεταλλικό κουτί, και να προσθέσω ακόμη ότι το τσάι , σε ορισμένα τουλάχιστον μέρη της Δύσης, είναι πλέον μια τελετουργία που για την τέλεσή της απαιτεί ειδικό σερβίτσιο και συγκεκριμένη ώρα της ημέρας. Δεν ήταν, βέβαια, πάντα έτσι ούτε στους τόπους της Ανατολής όπου πρωτοεμφανίστηκε ούτε στους δυτικούς λαούς όπου μεταφυτεύτηκε, πρώτα σαν βότανο κι ύστερα σαν έθιμο.
Ο Άλαν Μακφάρλαν, καθηγητής της Κοινωνικής Ανθρωπολογίας στο Κέμπριτζ, είχε ήδη γράψει ένα βιβλίο για το τσάι και ειδικά πάνω στους πολιτισμούς που το χρησιμοποίησαν. Το 2003, σ’ ένα δεύτερο βιβλίο που συνέγραψε μαζί με τη μητέρα του και που επιγράφεται Το πράσινο χρυσάφι: Η Αυτοκρατορία του τσαγιού, επιχειρεί κάτι πιο φιλόδοξο: να ιχνηλατήσει την ιστορία του, τη φυσική και την κατεστημένη. Ωραίο, θα ‘λεγε κανείς, σαν εξωτικό παραμύθι είναι το πρωτοφανέρωμά του: Πρώτoι, λέει ο Μακφάρλαν, το χρησιμοποίησαν – όσο κι αν μας φαίνεται απίστευτο ή παράλογο – οι πίθηκοι των δασών των ανατολικών Ιμαλαḯων, που μασούλαγαν τα φύλλα του για τα διεγερτικά ή ηρεμιστικά αποτελέσματά τους. Δυστυχώς, δεν είμαι σε θέση να ξέρω πόσο είναι περήφανοι οι αγγλοσάξονες, που τόσο αγαπούν το τσάι, γι’ αυτούς τους προγόνους τους. Χιλιάδες χρόνια αργότερα, ένας άνεμος που φύσηξε ξαφνικά παρέσυρε μερικά τέτοια φύλλα που είχαν μαζέψει οι πίθηκοι και τα έριξε σε μια χύτρα όπου έβραζαν άνθρωποι νερό. Δίχως να προσέξει ένας απ’ αυτούς βούτηξε μια κούπα στο νερό και τη ρούφηξε. Αυτή ήταν η αρχή για το τσάι.
Γύρω στα χρόνια της γέννησης του Χριστού, υπήρχαν αρκετοί προνομιούχοι πότες του τσαγιού, κυρίως μοναχοί σε ινδικά μοναστήρια που το χρησιμοποιούσαν σαν βοήθημα για στοχασμό. Το 1500 μ.Χ., λίγο μετά την ανακάλυψη της Αμερικής, ο μισός πληθυσμός της υφηλίου είχε ήδη εθιστεί στη μεγαλύτερη αυτή εξάρτηση της ιστορίας. Ένα μεγάλο μέρος τους ήταν ίσως Βρετανοί, γιατί η Βρετανία είχε σταθερούς εμπορικούς δεσμούς με την Ανατολή, ενώ η Γαλλία, η Γερμανία και η Ιταλία, έχοντας μεγαλύτερη εμπορική σχέση με την Αφρική, ήταν στραμμένες προς τον καφέ που φύεται εκεί. Το 1657, το επαναστατικό αυτό αφέψημα έφτασε στη Βρετανία σε μια μορφή που σήμερα θα το έχυναν στο κήπο. Ήταν σαν μπίρα που θα έσταζαν σε βαρέλια, ώσπου η ουσία της να κατασταλάξει στον πάτο. Μια ποσότητα του τσαγιού έπαιρναν από την κάνουλα του βαρελιού, την έβραζαν και την έπιναν. Το αφέψημα ήταν τόσο δυνατό, ώστε η επίδρασή του έμοιαζε με εκείνη του οινοπνευματώδους ποτού.
Από πού η ονομασία του; Η εξήγηση που δίνεται ως απάντηση στο ερώτημα είναι ότι το ποτό αυτό εισχωρούσε στις περισσότερες επαρχίες της Κίνας, κατά την περίοδο της Δυναστείας Τανγκ (620- 907 μ.Χ.), και ότι οι Κινέζοι το ονόμαζαν «τσα», απ’ όπου και η παραφθορά του στις διάφορες ευρωπαϊκές γλώσσες. Εξαίρεση, βέβαια, αποτέλεσαν οι Έλληνες της καθαρεύουσας (ποιοι άλλοι θα μπορούσαν να ‘ναι;), που δεν τους άρεσε η λαϊκή του ονομασία «τσάι» και έφτιαξαν λέξη δική τους: «τέιον», παίρνοντας «ρίζα» από τους Άγγλους που το λένε tea. Αρχικά, προωθήθηκε σαν φάρμακο, που διαφημιζόταν ότι κατευνάζει τις έντονες καταστάσεις του μυαλού και ότι θεραπεύει την υδρωπικία, την αϋπνία, τον φόβο και τη δυσλειτουργία του συκωτιού. Ακόμη έλεγαν πως ενισχύει τη μνήμη, την όραση και την ευφυΐα. Είναι, όμως, αξιοσημείωτο ότι κανείς τότε δεν έκανε λόγο για τη γεύση του, ενώ και σήμερα ακόμη διαφημίζονται ορισμένες από εκείνες τις ιαματικές ιδιότητές του.
Σήμερα, όμως , το τσάι έχει αποβεί το εντελώς αντίθετο από εκείνο που ήταν στην είσοδό του στον αγγλοσαξονικό κόσμο. Τσάι, λένε, πίνουν οι εγκρατείς και οι νηφάλιοι σε μια οικογενειακή τελετή ακριβώς στις πέντε η ώρα το απόγευμα, ενώ δεν πρέπει να παραλείψουμε ότι σαν αμηχανία και αισθηματική καταπίεση έχει περάσει και στη λογοτεχνία. Αρκεί να θυμηθεί κανείς τον Τόμας Έλιοτ «για τη ζωή σ’ ένα φλιτζάνι τσάι» και ακόμη θεατρικά έργα του Νόελ Κάουαρντ και του Χαρόλντ Πίντερ.
