You are currently viewing Σταύρος Γιαγκάζογλου: «Νῦν πάντα πεπλήρωται φωτός»

Σταύρος Γιαγκάζογλου: «Νῦν πάντα πεπλήρωται φωτός»

 

Σημειώσεις για μία θεολογική ερμηνευτική της Ανάστασης του Χριστού

Το έργο του Χριστού πραγματοποιείται μέσα από μία σειρά γεγονότων, τα οποία κορυφώνονται με την πασχάλια πορεία του προς το πάθος και την Ανάσταση, την Ανάληψη αλλά και την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος κατά την Πεντηκοστή. Ο ίδιος ο Χριστός κατά το πασχάλιο δείπνο του, απευθύνοντας δραματικά τις τελευταίες υποθήκες του προς τους μαθητές πριν το πάθος του, συνέδεσε άρρηκτα την έλευση του Πνεύματος με το έργο του. Καταρχάς, ο Χριστός υπόσχεται στους μαθητές του ότι θα στείλει «ἄλλον παράκλητον», ο οποίος θα παραμείνει στην κοινότητα των φίλων και μαθητών του και ο οποίος θα έχει ως έργο να δοξάσει και να φανερώσει τον Χριστό, αλλά και να οδηγεί πάντοτε προς αυτόν, εμπνέοντας το αποστολικό έργο των μαθητών και ενεργοποιώντας τους λόγους του Χριστού στο εκάστοτε παρόν της Εκκλησίας. Με την έλευση του Παρακλήτου θα μπορούν και πάλι να «βλέπουν» ανάμεσά τους τον Χριστό, ο οποίος θα βρίσκεται πλέον δοξασμένος στα δεξιά του Θεού και Πατρός. Ο τρόπος αυτής της παράδοξης θέας και παρουσίας του Χριστού μετά την Ανάληψη είναι ο τρόπος της αγάπης και της κοινωνίας μαζί του μέσω της έμπρακτης τήρησης των εντολών του Χριστού. Με το έργο του Αγίου Πνεύματος ο Χριστός είναι παρών στο μυστήριο της Ευχαριστίας. Ενεργοποιώντας μυστηριακά τους λόγους του Χριστού κατά το πασχάλιο δείπνο, το Άγιο Πνεύμα καθιστά εκ νέου παρόντα τον Χριστό στην ευχαριστιακή σύναξη, όχι απλώς επαναλαμβάνοντας ένα γεγονός του παρελθόντος, αλλά φέρνοντας μέσα στη ζωή της Εκκλησίας ένα εσχατολογικό γεγονός του μέλλοντος. Όταν ο Χριστός λέγει στον μυστικό δείπνο «οὐ μὴ πίω ἀπ᾿ ἄρτι ἐκ τούτου τοῦ γεννήματος τῆς ἀμπέλου ἕως τῆς ἡμέρας ἐκείνης, ὅταν αὐτὸ πίνω μεθ᾿ ὑμῶν καινὸν ἐν τῇ βασιλείᾳ τοῦ πατρός μου» (Ματθ. 26,29), εννοεί ότι ο ίδιος θα είναι μυστηριακά παρών στο μυστήριο του άρτου και του οίνου, καθόσον το μυστήριο αυτό παραπέμπει και αναφέρεται στην εγκαινιασμένη πλέον Βασιλεία του Θεού. Το καινό γέννημα της αμπέλου είναι η αιώνια Ευχαριστία της Βασιλείας του Θεού, η οποία προτυπώθηκε κατά το πασχάλιο και μυστικό εκείνο Δείπνο και θεμελιώθηκε κατόπιν με τον Σταυρό και με την Ανάστασή του Χριστού, όπου ο Χριστός προσφέρεται ως πασχάλιος και συνάμα εσχατολογικός αμνός «ὑπὲρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς / για να ζήσει ο κόσμος» (Θεία Λειτουργία Ιω. Χρυσοστόμου).

Η Κάθοδος του Χριστού στον Άδη. Τοιχογραφία από τη Μονή της Χώρας, Κωνσταντινούπολη, 14ος αι

Γι’ αυτό ο Χριστός λέγει ότι σύντομα δεν θα τον βλέπουν και πάλι σύντομα θα τον ξαναδούν, και ενώ ο κόσμος δεν θα τον βλέπει, οι μαθητές του θα τον βλέπουν, καθόσον ο μεν Χριστός θα είναι με τον Πατέρα, οι δε μαθητές και φίλοι του Χριστού θα είναι ενωμένοι μαζί του. Το Άγιο Πνεύμα τελεσιουργεί μυστηριακά αυτήν ακριβώς την ένωση και ενσωμάτωση στον Χριστό μέσω του βαπτίσματος και της Θείας Ευχαριστίας, συνδέοντας την ιστορία με τα έσχατα της Βασιλείας. Αυτό που ο Χριστός προανήγγειλε κατά το πασχάλιο δείπνο, και έδειξε με τις αναστάσιμες εμφανίσεις του «ὀπτανόμενος αὐτοῖς καὶ λέγων τὰ περὶ τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ» (Πρ. 1,3), τελικά πραγματοποιήθηκε μετά την Ανάληψή του κατά την Πεντηκοστή. Ο Χριστός εν Αγίω Πνεύματι επιστρέφει στην κοινότητα των μαθητών και των φίλων του, δηλαδή στην Εκκλησία. Μετά την Πεντηκοστή «οὐδεὶς δύναται εἰπεῖν Κύριον Ἰησοῦν εἰμὴ ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ» (Α΄ Κορ. 12,30). Κατ’ αυτόν τον τρόπο η Εκκλησία ζει στην ευχαριστιακή σύναξή της το μυστήριο της διαρκούς παρουσίας του Χριστού ως πρόγευση των εσχάτων και της Βασιλείας. Μετά την έλευση και παραμονή του Πνεύματος, η Εκκλησία ζει και εορτάζει στη μυστηριακή της εμπειρία διηνεκώς την παρουσία του Χριστού και γι’ αυτό, όπως λέγει ο Ιωάννης Χρυσοστόμος, «Ἀεὶ Πάσχα δυνάμεθα ἐπιτελεῖν… καὶ δυνάμεθα ἀεὶ πεντηκοστὴν ἐπιτελεῖν». Είναι χαρακτηριστικό ότι οι ευχαριστιακές συνάξεις της αρχαίας Εκκλησίας εξαρχής συνδέθηκαν με την Κυριακή ως ημέρα της Ανάστασης του Χριστού και ως ογδόη ημέρα που υπερβαίνει τον εβδοματικό χρόνο, αναγγέλλοντας διαρκώς τον καινούργιο κόσμο της Βασιλείας του Θεού. Η έλευση του Αγίου Πνεύματος σηματοδοτεί πλέον την εσχατολογική αυτή εμπειρία της Εκκλησίας, έκφραση και προτύπωσή της οποίας γίνεται η Θεία Ευχαριστία.

 

 


Χριστός. Λεπτομέρεια από την Κάθοδο του Χριστού στον Άδη. Τοιχογραφία από τη Μονή της Χώρας, Κωνσταντινούπολη, 14ος αι.

Κατ’ επίδραση της Ευχαριστίας, η εσχατολογική προσδοκία και πρόγευση της Βασιλείας του αναστημένου Χριστού επέδρασε στο ήθος της Εκκλησίας, στην ασκητική ζωή, στον μοναχισμό, στην εκκλησιαστική τέχνη της αρχιτεκτονικής και της εικονογραφίας και ασφαλώς στην όλη θεολογική έκφραση της πατερικής διδασκαλίας. Η εσχατολογική προσδοκία σαρκώθηκε κατ’ εξοχήν εκεί από όπου και αναπήγαζει, δηλαδή, στον ναό ως τόπο τέλεσης της Θείας Ευχαριστίας. Η τέλεση της Ευχαριστίας συνδέθηκε κατά την περίοδο των διωγμών με το μαρτύριο των Χριστιανών, το οποίο, ήδη με τον πρωτομάρτυρα Στέφανο προσέλαβε εσχατολογική σημασία. Αυτό εξηγεί γιατί η Θεία Ευχαριστία τελούνταν πάνω στους τάφους των μαρτύρων και αργότερα στα εγκαίνια κάθε ναού τοποθετούνταν λείψανα αγίων και μαρτύρων στην ευχαριστιακή τράπεζα. Η ιερή τέχνη της ναοδομίας συνδέεται άρρηκτα και βρίσκει τον λόγο ύπαρξής της κατά την τέλεση του μυστήριου της Θείας Ευχαριστίας. Ο ναός υπάρχει για να τελείται η Θεία Ευχαριστία και η εν γένει λειτουργική ζωή της κοινότητας της Εκκλησίας. Ακόμη και όταν δεν τελείται η Ευχαριστία, τα πάντα στον ναό επισημαίνουν την προσμονή της τέλεσής της. Ο ναός με τη συμβολή της αρχιτεκτονικής και της εικονογραφίας μετέχει σε έναν άλλον χωροχρόνο, ο οποίος σχετίζεται με τη μέλλουσα να εγκαθιδρυθεί Βασιλεία του Θεού.

Τη θεώρηση αυτή εκφράζει απαράμιλλα ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής στο έργο του «Μυσταγωγία». Ο κόσμος και ο άνθρωπος ως ενότητα μέσω της Εκκλησίας κινείται προς τον Θεό δια της Θείας Ευχαριστίας. Η Εκκλησία διεισδύει στον κόσμο ευχαριστιακά για να τον οδηγήσει δυναμικά σε μία στενή σχέση με τον Θεό. Η Εκκλησία είναι εικόνα του Θεού και συνάμα εικόνα του κόσμου και του ανθρώπου. Το ίδιο αλληλένδετα ενωμένοι είναι ο κόσμος με τον άνθρωπο. Η ευχαριστιακή Λειτουργία εκκλησιάζει και μεταμορφώνει εικονολογικά τον χώρο του κόσμου σε ναό, σε ιερατικό χώρο και σε ιερό και επιτελεστικό βήμα ως τρεις βαθμίδες αγιασμού, οδηγώντας σταδιακά στην ένωση με τον Θεό. Στην Εκκλησία κατά ένα μυστικό τρόπο συμπλέκονται το οικοδόμημα με την κοινότητα των πιστών και με την καθαυτό ευχαριστιακή Λειτουργία. Η Εκκλησία δεν μπορεί να υπάρξει δίχως τη Λειτουργία και η Λειτουργία δεν μπορεί να υπάρξει δίχως να προσλαμβάνει διαρκώς τον κόσμο και τον άνθρωπο για να τους εντάξει στην Εκκλησία και να τους ανυψώσει ευχαριστιακά στον Θεό. Ο κόσμος και ο άνθρωπος στο μέτρο που έχουν ενταχθεί στην Εκκλησία και στην Ευχαριστία της, θα συμμετάσχουν και στα αγαθά της αιώνιας Ευχαριστίας της ερχόμενης Βασιλείας. Με τον τρόπο αυτό, η Ευχαριστία της Εκκλησίας λειτουργεί ως αναγγελία της καθολικής και εσχατολογικής κρίσης του κόσμου. Έξω από την Ευχαριστία δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί ο προορισμός του κόσμου, του ανθρώπου και της ιστορίας του. Έτσι ολόκληρος ο κόσμος είναι συνδεδεμένος με την Ευχαριστία, μολονότι υπάρχουν άνθρωποι που δεν συμμετέχουν ολοκληρωμένα ή συνειδητά σε αυτήν. Στο τέλος αυτής της αδιάκοπης λειτουργικής κίνησης και πορείας θα συναντήσουν όλοι τον Θεό. Η λειτουργική αυτή πορεία για τον άγιο Μάξιμο έχει εσχατολογικό νόημα και σκοπό. Γι’ αυτό όλα τα ευχαριστιακά δρώμενα αναφέρονται και εξεικονίζουν μελλοντικές πραγματικότητες των εσχάτων και της Βασιλείας.

Στη λειτουργική ζωή της Εκκλησίας ολόκληρη η ύπαρξη του ανθρώπου λαμπρύνεται και καθίσταται διορατική της δόξας και του κάλλους του Θεού. «Ἐν τῷ φωτί σου ὀψόμεθα φῶς» (Ψαλμ. 35,10). Όταν η θεολογική σκέψη είναι αχώριστη από τη ζωή της Εκκλησίας, τότε η ζωή του Αγίου Πνεύματος γίνεται διάφανη στο θείο φως και ο άνθρωπος μεταμορφώνεται υπαρξιακά σε «λειτουργικό ον». Η πατερική σκέψη υπήρξε όντως μία δοξολογία του θείου κάλλους, της δόξας και του φωτός της Αγίας Τριάδος. Στην εποπτική αυτή δοξολογία, το όργανο του θεολογικού στοχασμού δεν είναι απευθείας και αυτονομημένα ο νους ή η σκέψη, αλλά η καρδία με τη βιβλική και ησυχαστική έννοια, αγκαλιάζοντας και ενοποιώντας έτσι όλες τις δυνατότητες του ανθρώπου, τις οποίες μεταμορφώνει «κατ’ εικόνα Θεού». Στο «μυστήριο» της γνώσης του Θεού υπάρχει πάντοτε η αποφατική ως μετα-εννοιολογική διάσταση, η μυστηριακή περιχώρηση κτιστού και ακτίστου στο σώμα του Αναστάντος. Εδώ η γνώση λειτουργεί ως μέθεξη και σχέση, όχι ως κατοχή αλλά ως ανοικτότητα, ως δοξολογική έκπληξη  της ύπαρξης μπροστά στο μυστήριο του Θεού και του ανθρώπου. Γι’ αυτό και ο λειτουργικός λόγος της Εκκλησίας εκφράζεται ποιητικά και εικαστικά, είναι γεμάτος εικόνες, αποφθέγματα και σύμβολα. Η λειτουργική γλώσσα γίνεται ιχνηλασία, μύηση και σπουδή στη γλώσσα του αρρήτου, λόγος, εικόνα και σιωπή μαζί. Κατά την εν Χριστώ κάθοδο του Αγίου Πνεύματος, «σιγησάτω πᾶσα σάρξ βροτεία». Άλλοτε πρόκειται για μία αποφατική ασυνέχεια του θεολογικού λόγου, που γίνεται ποίηση και δοξολογία και άλλοτε για μία σπειροειδή ανέλιξη, σαν μια μουσική και λειτουργική σύνθεση, κυκλική και ανερχόμενη για να εκφράσει το θάμβος και τη σιωπή του ανθρώπου ενώπιον του μυστηρίου.

 


Αδάμ. Λεπτομέρεια από την της Κάθοδο του Χριστού στον Άδη. Τοιχογραφία από τη Μονή της Χώρας, Κωνσταντινούπολη, 14ος αι.

 

Εφόσον η Ευχαριστία προκρίνεται στη λειτουργική έκφραση και ζωή της Εκκλησίας, αυτή προσδιορίζει και την ανθρωπολογία της. Κατά τους Πατέρες της Εκκλησίας ο άνθρωπος είναι λειτουργικό ον, δηλαδή η ύπαρξή του είναι βαθύτατα «ευχαριστιακή» και δοξολογική έναντι του Θεού. Η δοξολογική αυτή στάση του ανθρώπου αποκαλύπτει, αφενός, το κάλλος του Θεού, μύστης και προσκυνητής του οποίου γίνεται ο άνθρωπος και, αφετέρου, τη θεολογία του κάλλους. Η θεολογία, όπως την ζει και την εκφράζει η Ορθόδοξη Παράδοση είναι απαραιτήτως αχώριστη από την ωραιότητα. Στην πραγματικότητα έχουμε να κάνουμε με μία ποιητική θεολογία, που είναι η μόνη κατάλληλη να προσεγγίσει και να εκφράσει το κάλλος του Θεού. Πρόκειται για μία αληθινή διαπροσωπική ποίηση. Ο άνθρωπος για να εκφράσει την αλήθεια του Θεού, του κόσμου και του ανθρώπου βυθίζεται στα έγκατα της ύπαρξης και μετέχει στη δόξα και στο φως του Θεού. Εν τέλει, ο μυστικισμός της Λειτουργίας, που είναι εμποτισμένη από τη θεολογική σκέψη των Πατέρων της Εκκλησίας, είναι λουσμένος από το κάλλος και το φως του Θεού. Γι’ αυτό και έχει τη δυνατότητα να αναδεικνύει εν Αγίω Πνεύματι και τον κατ’ εικόνα Θεού άνθρωπο επίσης δημιουργό, καλλιτέχνη και ποιητή. H θεολογία αυτή της έκπληξης ενώπιον του θείου κάλλους αποτελεί, εν τέλει, την ουσία του κτιστού, την οποία ο άνθρωπος καλείται να εκφράσει και να ερμηνεύσει «ὑπέρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς καί σωτηρίας». Το τελευταίο αυτό στοιχείο φανερώνει και τον βαθύτατα κοινωνικό και αναφορικό χαρακτήρα της Ευχαριστίας ως σχέση ζωής και αλληλεγγύης του ανθρώπου με τον συνάνθρωπο ως αδελφό και με την κτίση ολόκληρη.

Η μορφή του Χριστού είναι η ανθρώπινη όψη του Θεού, στην οποία αναπαύεται το Άγιο Πνεύμα και μας αποκαλύπτει την απόλυτη ωραιότητα. Το θεανθρώπινο κάλλος του Χριστού καμία τέχνη δεν μπορεί ποτέ να αποδώσει ολόκληρο, μόνη η εικόνα μπορεί να το υπομνηματίσει και να το φωτίσει αποφατικά και παραπεμπτικά. Ο κόσμος δεν υπάρχει παρά γιατί είναι αγαπημένος και η ύπαρξή του μαρτυρεί τον Πατέρα. «οὕτω γὰρ ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον» (Ιω. 3,16). Η αγάπη του Θεού ακτινοβολεί το κάλλος του προς τα έξω και καλεί τα όντα να συμμετάσχουν στην όντως ζωή, πέρα από τη φθορά και τον θάνατο. Στην ιωάννεια ρήση «ὁ Θεὸς ἀγάπη ἐστί» αντιστοιχεί για τον άνθρωπο το «αγαπώ άρα υπάρχω». Στους Πατέρες της Εκκλησίας η θεία ωραιότητα είναι μία θεμελιώδης κατηγορία, βιβλική και θεολογική, προσωποποιημένη εν Χριστώ. Ερμηνεύοντας τη βιβλική αυτή προοπτική, οι Πατέρες της Εκκλησίας χαράσσουν τις βάσεις μιας διορατικής θεολογίας της ωραιότητας. Κατά τον Διονύσιο Αρεοπαγίτη, η ωραιότητα είναι ένα από τα ονόματα του Θεού και ο άνθρωπος είναι δημιουργημένος κατά το αιώνιο πρότυπο, το αρχέτυπο της Ωραιότητας, γι’ αυτό και συμμετέχει στην ωραιότητα του Θεού. «Τοῦτο τἀγαθὸν ὑμνεῖται πρὸς τῶν ἱερῶν θεολόγων καὶ ὡς καλὸν καὶ ὡς κάλλος καὶ ὡς ἀγάπη καὶ ὡς ἀγαπητὸν καὶ ὅσαι ἄλλαι εὐπρεπεῖς εἰσι τῆς καλλοποιοῦ καὶ κεχαριτωμένης ὡραιότητος θεωνυμίαι… Ταῦτα γὰρ ἐπὶ μὲν τῶν ὄντων ἁπάντων εἰς μετοχὰς καὶ μετέχοντα διαιροῦντες καλὸν μὲν εἶναι λέγομεν τὸ κάλλους μετέχον, κάλλος δὲ τὴν μετοχὴν τῆς καλλοποιοῦ τῶν ὅλων καλῶν αἰτίας» (PG 3, 701CD). Ο άνθρωπος βλέπει την ωραιότητα του αόρατου Θεού διαμέσου της ανθρώπινης όψεως του Χριστού και γίνεται εραστής του θείου κάλλους. Οι θεοφάνειες των προφητών, η Μεταμόρφωση στο Θαβώρ, η εμπειρία του πρωτομάρτυρα Στέφανου, η εμπειρία των αγίων αποτελούν μία χριστοκεντρική θέα του ακτίστου κάλλους του Θεού. Την αποκαλυπτική και θεατική αυτή εμπειρία της Εκκλησίας μεταφέρει και εκφράζει η γλώσσα της ορθόδοξης εικονογραφίας. Η εικόνα αναπαριστά το πρόσωπο που έγινε μέχρι το σώμα του «ναός του Αγίου Πνεύματος», γίνεται τόπος των θείων ενεργειών και κοσμεί αυτό που η υμνολογία της Εκκλησίας ονομάζει ανέκφραστες αστραπές της θείας ωραιότητας. Πρόκειται τελικά για θεολογία ποιητική και εικαστική που είναι εν ταυτώ ερμηνευτική. Μία ερμηνευτική που πραγματώνεται από το Άγιο Πνεύμα διαμέσου όλης της ζωής της Εκκλησίας.

Αυτό σημαίνει ότι το περιεχόμενο, η σημασία και η λειτουργία της εικόνας στην Εκκλησία ενέχει έναν βαθύτατο εσχατολογικό προσανατολισμό. Η εικόνα είναι κατά κάποιο τρόπο λουσμένη στο φως των εσχάτων και της Βασιλείας. Όλα στην εικόνα, η αισθητική, το σχέδιο και το εικαστικό περιεχόμενό της, οφείλουν να εκφράζουν την πραγματικότητα των εσχάτων και να φωτίζουν με αυτήν την προοπτική την κατάσταση της ιστορίας. Γι’ αυτό και η τέχνη της ορθόδοξης εικόνας κατά την υψηλή ανάπτυξή της συνδέθηκε άρρηκτα με την πατερική θεολογία και την ευχαριστιακή εμπειρία της Εκκλησίας, εκφράζοντας τα πρόσωπα και τα όντα όχι όπως είναι τώρα, αλλά όπως θα είναι στη Βασιλεία του Θεού. Ο Μέγας Βασίλειος και κατόπιν η πατερική θεολογία συνέδεσε οργανικά την εικαστική γλώσσα της εικόνας με τη θεολογική έκφραση της Εκκλησίας. Ο άγιος Μάξιμος έκανε λόγο για την εικόνα ως αντανάκλαση της αλήθειας του μέλλοντος της Βασιλείας, θεμελιώνοντας μια ολόκληρη εικονολογική οντολογία στη Θεία Ευχαριστία. Η αλήθεια των όντων δεν εξαρτάται από την ενεστώσα κατάστασή τους, αλλά από το πώς θα είναι στα έσχατα, ως «ἴδια  θελήματα» του Θεού. Η ορθόδοξη εικονογραφία είναι, λοιπόν, η αναπαράσταση των όντων όπως θα είναι στο μέλλον, πέρα από τη φθορά και τον θάνατο, στην άκτιστη και άληκτη ζωή της Βασιλείας του Θεού. Η θεώρηση αυτή της ορθόδοξης εικονογραφίας θεμελιώνεται στην ευχαριστιακή εμπειρία της Εκκλησίας ως πρόγευση των εσχάτων και της Βασιλείας. Η ορθόδοξη εικόνα εκφράζει την εσχατολογική θεώρηση των όντων, όπως την βιώνει η Εκκλησία, τώρα «δι᾿ ἐσόπτρου ἐν αἰνίγματι», κυρίως στην ευχαριστιακή της εμπειρία ως εικόνα των εσχάτων, ενώ πλήρως στα έσχατα, «τότε δὲ πρόσωπον πρὸς πρόσωπον» (Α΄ Κορ. 12,13), όταν και θα πραγματοποιηθεί η πλήρης επίγνωση, η θέα και η αποκάλυψη της Βασιλείας. Η αλήθεια της εικόνας προέρχεται από την ευχαριστιακή αυτή πρόγευση και εμπειρία των εσχάτων. Η ορθόδοξη εκκλησιαστική τέχνη έδωσε μία σειρά λύσεων με το σχέδιο και με το φως, προκειμένου να εκφράσει τα εικονιζόμενα πρόσωπα του Χριστού και των αγίων με εσχατολογική έμφαση, δηλαδή, απελευθερωμένα από τη φθορά του χρόνου και της ιστορίας ως πρόσωπα μοναδικά και ανεπανάληπτα και, συνεπώς, ιστορικά και συνάμα υπερχρονικά και υπερβατικά. Τα πρόσωπα, αναδυόμενα από το σκοτάδι της ανυπαρξίας και της φθοράς, φωτίζονται με ζωηρά και φωτεινά χρώματα. Το σκοτεινό υπόβαθρο σχεδόν εξαφανίζεται με την κεντρομόλο κυριαρχία του φωτός. Το φως αυτό δεν ακολουθεί τη φυσιοκρατική και ευθύγραμμη διάδοσή του με αποτέλεσμα τα εικονιζόμενα όντα να εμφανίζονται σχεδόν ελεύθερα από τη βαρύτητα, δηλαδή ως όντως υπαρκτά και μετά την ενδο-ιστορική και πρόσκαιρη ζωή τους. Έχει, λοιπόν, μεγάλη σημασία να αποδοθεί ορθόδοξα η εικόνα του Χριστού της Εκκλησίας, ο οποίος είναι «ὁ ὢν καὶ ὁ ἦν καὶ ὁ ἐρχόμενος» (Απ. 1,4) και όχι ο Χριστός της αρειανικής ή νεστοριανικής ή μονοφυσιτίζουσας αντίληψης. Όπως ο Χριστός αναγνωριζόταν μετά την Ανάσταση «ἐν τῇ κλάσει τοῦ ἄρτου» (Λουκ. 24,35), έτσι και η εικόνα αναγνωρίζεται και ερμηνεύεται μέσα στην ευχαριστιακή κοινότητα της Εκκλησίας. Άλλωστε και η αρχική εμφάνιση της εικονογραφίας στις κατακόμβες υπήρξε ένας εικαστικός υπομνηματισμός της Ευχαριστίας που τελούνταν στους τάφους των μαρτύρων ως υπόμνηση της εσχατολογικής δόξας και πολιτογράφησής τους στη Βασιλεία του Θεού. Η εικόνα, λοιπόν, μετασχηματίζει σε τέχνη εικαστική την αλήθεια της Εκκλησίας για τον Χριστό, ο οποίος είναι «τὸ φῶς τὸ ἀληθινόν, ὃ φωτίζει πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τὸν κόσμον» (Ιω. 1,9) καθόσον «ἐν αὐτῷ ζωὴ ἦν, καὶ ἡ ζωὴ ἦν τὸ φῶς τῶν ἀνθρώπων καὶ τὸ φῶς ἐν τῇ σκοτίᾳ φαίνει, καὶ ἡ σκοτία αὐτὸ οὐ κατέλαβεν» (Ιω. 4-5). Όπως το φως του Χριστού φωτίζει τα όντα, το φως στην εικόνα κάνει τα όντα να αναδύονται στην ύπαρξη «ἐν ἑτέρᾳ μορφῇ» (Μαρκ. 16,12), απελευθερωμένα από τα όρια και τους νόμους της φύσης που προσμετρούν τη φθορά και τον εν χρόνω αφανισμό τους. Μολονότι αυτό το εικαστικό φως δεν καταργεί την ιστορικότητα των προσώπων, εντούτοις την μεταμορφώνει εσχατολογικά, αποβάλλοντας κατά κάποιο τρόπο μονάχα τη φθορά τους. Τα πρόσωπα ιστορούνται, όχι όπως είναι μέσα στην ιστορία, αλλά όπως θα διασωθούν στα έσχατα της Βασιλείας. Εδώ συναντούμε σαφώς την εκπληκτική ώσμωση θεολογίας και τέχνης. Όταν η τέχνη αντλεί από τη θεολογία και τη λειτουργική εμπειρία της Εκκλησίας μπορεί να σαρκώνει την αλήθεια της πίστης με εξαιρετική ρωμαλεότητα και όχι απλώς μιμούμενη στατικά και μονολιθικά τα πρότυπα του παρελθόντος. Βασική προϋπόθεση και εδώ δεν είναι η πιστή αντιγραφή του παρελθόντος, αλλά η εσχατολογική θεώρηση της αλήθειας των όντων, όπως την βιώνει και προγεύεται η Θεία Ευχαριστία ως εικόνα της Βασιλείας.



Η Εύα. Λεπτομέρεια από την Κάθοδο του Χριστού στον Άδη. Τοιχογραφία από τη Μονή της Χώρας, Κωνσταντινούπολη. 14ος αι.

 

Ωστόσο, το κάλλος δεν είναι μία αίσθηση ή μία ιδέα, αλλά ένα πρόσωπο, το πρόσωπο του Χριστού. Δεν πρόκειται ακόμη για κάποια αισθητική θεωρία της ωραιότητας αλλά για προσωπική μετοχή και μέθεξη σε αυτή την ωραιότητα ως ενεργητική ενσωμάτωση στην ωραιότητα του Χριστού που μεταμορφώνει. Ο Χριστός με την ενανθρώπησή του, δηλαδή με τον Σταυρό και την Ανάστασή του αποκαλύπτει την Τριαδική ωραιότητα. «Ὁ ἐμὸς ἔρως ἐσταύρωται» λέγει ο Ιγνάτιος Αντιοχείας, ενώ ο Ιωάννης Χρυσόστομος θεωρεί τον Σταυρό του Χριστού «βασιλείας σύμβολον», γι’ αυτό και αναφωνεί: «Διὰ τοῦτο δὲ αὐτὸν βασιλέα καλῶ, ἐπειδὴ βλέπω αὐτὸν σταυρούμενον· βασιλέως γάρ ἐστιν ὑπὲρ τῶν ἀρχομένων ἀποθνήσκειν» (Λόγος εις τον Σταυρόν, PG 49, 413). Και ο άγιος Μάξιμος βλέπει στον Χριστό τη σταυρωμένη και έμπονη κρίση κάθε εικόνας αυτού του κόσμου, το Αρχέτυπο κάθε μορφής. Δεν πρόκειται για μία υπερήφανη και νοερή μεταφυσική τελειότητα, αλλά για την αναστημένη ομορφιά που αποκαλύφθηκε με την ηθελημένη και εκούσια κένωση του Χριστού από τη θεϊκή του παντοδυναμία για να ζήσει ο κόσμος. Αν ο Χριστός είναι το κάλλος εν προσώπω, το Άγιο Πνεύμα, το οποίο πληροί την ανθρωπότητά του, είναι η θεωρημένη Βασιλεία της Ωραιότητας. Ως φορέας και δοτήρας του Τριαδικού κάλλους προς τα έξω, το τρίτο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος αποκαλύπτεται ως Πνεύμα της Ωραιότητας κατ’ εξοχήν. Το Άγιο Πνεύμα είναι η άμεση κατάκτηση της Ωραιότητας, γιατί μεταδίδει τη λάμψη της αγιότητας. Στη θεολογία της Ορθόδοξης Εκκλησίας, όπως την εξέφρασε ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, το Άγιο Πνεύμα εκφράζει τον δυναμισμό των ακτίστων ενεργειών ως ενδοτριαδική περιχώρηση της θείας ζωής, ως αγαπητική ενότητα μέσα στην προσωπική ετερότητα, ως κάλλος του Θεού. Στη θεολογία και στην τέχνη της εικονογραφίας το Πνεύμα της Ωραιότητας είναι ένα ποίημα χωρίς λόγους. Σε σχέση με τον Λόγο, το ευαγγέλιο του Αγίου Πνεύματος είναι οπτικό, θεωρητικό. Σε μια τέτοια προοπτική η Θεοτόκος, ως αρχέτυπο της γυναίκας, χαριτώνεται από το Άγιο Πνεύμα, για να σαρκώσει μέσα στην κτίση και στην ιστορία τον Θεάνθρωπο Χριστό. Στις αποκαλύψεις του το Πνεύμα είναι ο δάκτυλος του Θεού, ο οποίος σχεδιάζει την εικόνα του Όντος με το άκτιστο φως. Στην είσοδο της ανέκφραστης Σοφίας του Θεού στον κόσμο, που είναι ο Υιός του Πατρός, το Άγιο Πνεύμα παρακινεί να θεωρήσουμε την Ωραιότητα της αισθήσεως και την οικοδομεί σε κοσμικό ναό της Δόξας. Το Άγιο Πνεύμα μιλά μέσα στην ωραιότητα, όπως έχει μιλήσει στους προφήτες. Το Άγιο Πνεύμα είναι μία άμεση αντίληψη της ωραιότητας, η προφητική συνείδηση της υπαρκτικής αρμονίας, δηλαδή, της έμπρακτης αγάπης και της κοινωνίας με τον Χριστό. Μέσα στο Πνεύμα ο άνθρωπος ξαναβρίσκει την άμεση αυτογνωσία του κάλλους.

Η θεωρητική τέχνη τοποθετείται στο κέντρο της κοσμολογίας των Πατέρων: η θέα των αρχετύπων λόγων, των σκέψεων του Θεού στα όντα και στα πράγματα, δημιουργεί μια μεγαλοπρεπή οπτική θεολογία. Κατά τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή η ολοκλήρωση της αρχικής ωραιότητας στο τέλειο Κάλλος προκύπτει στο τέλος, στα έσχατα της ιστορίας, και λαμβάνει το όνομα της Βασιλείας. Η αλήθεια των όντων δεν βρίσκεται στην αρχή τους, σε αυτό που ήταν αλλά σε αυτό που θα είναι. Ο θεολόγος, όπως άλλωστε και ο εικονογράφος, είναι ο θεατής και προφήτης αυτής της εσχατολογικής ολοκλήρωσης της δημιουργίας. Η φυσική ωραιότητα δεν απεμπολείται ούτε ασφαλώς απορρίπτεται στην Ορθόδοξη Παράδοση. Μολονότι εκλαμβάνεται ως πραγματική, εντούτοις θεωρείται εύθραυστη. Το κάλλος του κόσμου δεν είναι απλά και μόνο ένα κάλλος «αισθητικό», δηλαδή υποκειμενική εντύπωση που την προκαλεί η τέρψη των ατομικών αισθήσεων. Πρόκειται μάλλον για τη φανέρωση μιας προσωπικής εξωκοσμικής ενέργειας, για τον λόγο μιας προσωπικής μοναδικότητας, που προϋποθέτει και φανερώνει στον άνθρωπο μία προσωπική δημιουργική παρουσία. Ο άνθρωπος ως άλλος μικρόκοσμος καλείται να εκφράσει και να καλλιεργήσει αισθητικά το φυσικό κάλλος της κτίσεως. Η φύση αναμένει στενάζοντας να σωθεί η ωραιότητά της με τον άνθρωπο που γίνεται άγιος. Ένα παρόμοιο έργο είναι εσχατολογικό, είναι τέχνη που συγγενεύει με την αποκαλυπτική θέα των εσχάτων πραγμάτων, με την αστραπιαία θέα της εικόνας.

Ο αληθινός κόσμος είναι ο μεταμορφωμένος κόσμος που ξαναβρίσκει την πρωταρχική του διαφάνειά γύρω από διαφανείς ανθρώπους σε σχέση με τον Θεό και κυρίως γύρω από τον Θεάνθρωπο Χριστό. Ο Νικόλαος Καβάσιλας αλλά και η καλλιτεχνική αναγέννηση των Παλαιολόγων εξέφρασαν την ίδια με τον άγιο Γρηγόριο Παλαμά πνευματικότητα του ΙΔ΄ αι. Στην πρώτη περίπτωση έχουμε μία λειτουργική εσχατολογία, όπου η μέλλουσα ζωή αναμιγνύεται με την παρούσα, ο Ήλιος της δόξας και ο άρτος των αγγέλων συγκαταβαίνει στους ανθρώπους, ο Θεός ως αληθινός εραστής δημιουργεί το σύμπαν και την ωραιότητα, ενσαρκώνεται και πεθαίνει από αγάπη, «Θεός ἐν μέσῳ θεῷν, ὡραῖος ὡραίου κορυφαῖος χοροῦ», έλκει στον εαυτό του όλα τα δημιουργήματα, που σχηματίζουν ένα στέμμα γύρω από την υπέρτατη ωραιότητα (Νικολάου Καβάσιλα, Εν Χριστώ ζωή Δ, 51). Στη ρωμαλέα έκφραση της τέχνης των Παλαιολόγων το φως του Χριστού δοξάζει τα σώματα των αγίων, αντανακλώντας τη θεϊκή ωραιότητα προς σύμπασα τη δημιουργία. Το νόημα της μεταμόρφωσης του σώματος αποκαλύπτει την πρόσληψη και μεταμόρφωση της κτιστής δημιουργίας, φανερώνει τις πολιτισμικές διαστάσεις του μυστηριακού και ησυχαστικού ανθρωπισμού. Εν τέλει, πρόκειται για την πολύ συγκεκριμένη κοινωνία της κτιστής φύσεως ολόκληρου του ανθρώπου με την άκτιστη των θείων ενεργειών. Είναι το μυστήριο της ογδόης ημέρας, η οποία εγκαινιάζεται στα μυστήρια και κατά πρόληψη αντανακλάται στην εμπειρία των αγίων.

 


Ο αναστημένος Χριστός εμφανίζεται στους δύο μαθητές καθ’ οδόν προς Εμμαούς, Μωσαϊκό της Βασιλικής του Αγίου Απολλιναρίου του Νέου, Ραβέννα, 6ος αι

 

Ωστόσο, η δοξαστική αυτή μεταμόρφωση του κτιστού είναι το περιεχόμενο της προσωπικής συνάντησης με τον Εσταυρωμένο και Αναστάντα. Ο εν Χριστώ κόσμος είναι ναός του Αγίου Πνεύματος, που σημαίνει μεταμόρφωση του σώματος του Χριστού και, συνεπώς, ολόκληρης της δημιουργίας δια του θείου προσώπου, το οποίο στην πληρότητά του δίχως όρια ενσωματώνει «ενυποστάτως» όλην την ανθρωπότητα, μέχρι τα απώτατα βάθη της «ύλης». Έτσι, η ύλη, αυτό το συμπυκνωμένο κτιστό φως, ξαναγίνεται διαφανές στο άκτιστο Φως. Είναι το «σώμα πνευματικόν» του Αναστάντος που περιλαμβάνει ευχαριστιακά τους λόγους των όντων και των πραγμάτων. Η μετοχή του Αγίου Πνεύματος από τον άνθρωπο και κατ’ επέκταση από την κτίση είναι ένα ασκητικό κατόρθωμα. Πρόκειται για μία εσχατολογική αντινομία όπου εγγράφεται ο Σταυρός. Από το ένα μέρος, η μεταμόρφωση της ζωής και της δημιουργίας εν Αγίω Πνεύματι, η συνεχής δημιουργική προσπάθεια να γίνει ο πολιτισμός εικόνα της Βασιλείας. Από το άλλο μέρος, η θυσιαστική άσκηση του ανθρώπου που αρνείται οποιαδήποτε διαμεσολάβηση και διά του τρόπου αυτού ενοποιεί τον ουρανό με τη γη. Στο κέντρο του Σταυρού τίθεται μια χαρισματική θεωρία, η οποία επιδαψιλεύει στην κτίση ζωή, δικαιοσύνη και ομορφιά. Πρόκειται για μία θεωρία όχι ενάντια στον κόσμο, αλλά διαμέσου του κόσμου, για τη μεταμόρφωση του κόσμου. Τη θεώρηση αυτή κατά την οποία ο άγιος ακτινοβολεί από τη θεία ωραιότητα, η Ορθόδοξη ασκητική παράδοση ονόμασε φιλοκαλία ως αγάπη του ωραίου. Ο άνθρωπος γίνεται ποιητής της ακτινοβολίας του Θεού. Πρόκειται για μία έξοδο της εκκλησιαστικής κοινότητας προς τον κόσμο και προς τον πολιτισμό, για την εφαρμογή στην πράξη της ευχαριστίας μετά την Ευχαριστία, για έναν γόνιμο διάλογο με τον κόσμο με σκοπό την πρόσληψη και μεταμόρφωση της ζωής ολόκληρης της δημιουργίας.

 

 

Αφήστε μια απάντηση

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.