You are currently viewing Μάγδα Παπαδημητρίου- Σαμοθράκη: Ελπιδοφόρος Ιντζέμπελης «Ο ελαιώνας της αγάπης», εκδόσεις Στοχαστής

Μάγδα Παπαδημητρίου- Σαμοθράκη: Ελπιδοφόρος Ιντζέμπελης «Ο ελαιώνας της αγάπης», εκδόσεις Στοχαστής

Είκοσι έξι ποιήματα συμπεριλαμβάνονται στη νέα συλλογή του Ελπιδοφόρου Ιντζέμπελη “Ο ελαιώνας της αγάπης” από τις εκδόσεις Στοχαστής”.  Μπορώ να πω ότι ένιωσα μια έκπληξη  όταν διάβασα τα ευαίσθητα και ερωτικά ποιήματα αφού τον γνώριζα ως διηγηματογράφο και επιμελητή συλλογικών τόμων που είχα κι εγώ την τιμή να συμπεριλαμβάνομαι μέσα σ’ αυτές τις συλλογικές δουλειές.

Διαβάζοντας τα ποιήματα, νιώθεις πως ανοίγεις μια πόρτα σε κήπο παλιό, όχι για να τον διασχίσεις, αλλά για να τον θυμηθείς. Ο «ελαιώνας» δεν είναι τόπος· είναι χρόνος που καρποφόρησε μέσα στο σώμα, είναι λέξεις που ρίζωσαν εκεί όπου κάποτε άγγιξε ο έρωτας. Ο Ελπιδοφόρος Ιντζέμπελης δεν γράφει απλά για την αγάπη, την κατοικεί. Ο αναγνώστης/αναγνώστρια δεν στέκεται απέναντι, μα εισέρχεται σιωπηλά, σαν να του ανήκε από πάντα αυτό το τοπίο. Γιατί κάθε ποίημα εδώ είναι ένα μονοπάτι που οδηγεί είτε σε κάποιον άλλον είτε, πιο βαθιά, σε εκείνον τον εαυτό που τόλμησε να αγαπήσει. Κάνει ελεύθερη κατάδυση και αναμετριέται με τα βάθη του απέραντου γαλάζιου της ερωτικής ποίησης· της ποίησης που υμνεί το ιδανικό της αγάπης και αποθεώνει τον έρωτα.

Η αλήθεια είναι ότι δεν μπόρεσα να ξεχωρίσω ποιο ποίημα μου άρεσε περισσότερο γιατί το καθένα αφήνει το δικό του αποτύπωμα. Επέλεξα να σχολιάσω τα παρακάτω ποιήματα:

Το ποίημα “Γράψε μου”κινείται πάνω σε έναν πολύ όμορφο άξονα: την απόσταση που γίνεται επαφή. Το επαναλαμβανόμενο «Να… Να… Να…» δημιουργεί ρυθμό επιθυμίας, σαν κύμα που επιστρέφει. Είναι σχεδόν ερωτική επίκληση, και κορυφώνεται όμορφα στο «να σ’ ονειρεύομαι». Εδώ φαίνεται και μια ποιητική συγγένεια με τον εσωτερικό μονόλογο. Δεν απευθύνεται μόνο στον άλλον, αλλά και στον εαυτό που ποθεί. Η μεταφορά της «συχνότητας» είναι ο πυρήνας του ποιήματος. Δεν είναι απλά επικοινωνία αλλά συντονισμός. Και όταν γράφει ότι «τα σήματά μας αποτυπώνονται σ’ ένα λευκό χαρτί», περνά από τον ήχο στη γραφή, από το άυλο στο υλικό. Πολύ όμορφη μετάβαση.

Το ποίημα «Με το φτερό της χήνας» κινείται σε δύο επίπεδα: το χάδι και τη γραφή. Από την αρχή, το σώμα και η ποίηση ενώνονται, ενώ η αφή γίνεται τρόπος γνώσης, όχι απλώς επιθυμίας. Η επανάληψη στα «χείλη» δίνει ρυθμό και ένταση, παρά μια ελαφρά υπερφόρτιση. Η εικόνα «σημάδι από αίμα αγάπης» σηματοδοτεί τη μετάβαση από το εφήμερο στο μόνιμο, που συνεχίζεται με το «φυλακτό», την αγάπη ως δύναμη που προστατεύει και φωτίζει. Στην τελευταία στροφή, το ποίημα περνά από το σώμα στην ύπαρξη: η αγαπημένη μορφή γίνεται φως και τρόπος θέασης του κόσμου. Το «άγγελέ μου μ’ έμαθες τον κόσμο να αγαπάω» κλείνει με μια καθαρή, εξομολογητική απλότητα.

Στο ποίημα «Άνοιξη» είναι λιτό και συγκρατημένο και ακριβώς γι’ αυτό πυκνό σε συναίσθημα. Η αναζήτηση («σε ψάχνω») διαπερνά το ποίημα ως υπαρξιακή ανάγκη, ενώ η εικόνα των «ελαιώνων του κορμιού σου» ενώνει σώμα και τοπίο, συνεχίζοντας την ποιητική του έρωτα ως κατοικήσιμης γης. Ξεχωρίζει ο στίχος «Η ζέστη σου μου έδωσε το στίγμα της ζωής μου», όπου ο άλλος γίνεται σημείο προσανατολισμού και ταυτότητας.

Στο ποίημα Γιατί βλέπουμε πως αρθρώνει μια έντονα βιωματική φωνή που κινείται στο πεδίο της ρήξης και της συναισθηματικής αστάθειας. Ο λόγος είναι αποσπασματικός, σχεδόν κοφτός, σαν ανάσα που διακόπτεται. Στοιχείο που ενισχύει την αίσθηση της «απύθμενης αβεβαιότητας» την οποία κατονομάζει ήδη από τον πρώτο στίχο. Κεντρικό μοτίβο είναι η διάβρωση της σχέσης. Η εικόνα «Μου πριονίζεις τα κλαδιά που οδηγούν σε σένα» λειτουργεί ως ισχυρή μεταφορά: ο άλλος δεν απομακρύνεται απλώς, αλλά καταστρέφει ενεργά κάθε δυνατότητα προσέγγισης. Η επικοινωνία αποτυγχάνει. «Κουβέντες που σωριάζονται» και «άναρθρες λέξεις» υποδηλώνουν έναν λόγο που καταρρέει πριν καν αποκτήσει νόημα. Έτσι, η γλώσσα, αντί να γεφυρώνει, γίνεται πεδίο αποσύνθεσης. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η χρονική διάσταση «Ονειρεύεσαι πράγματα που δεν θα περάσουν». Το μέλλον εμφανίζεται ακυρωμένο εκ των προτέρων, στερημένο από την πιθανότητα πραγμάτωσης. Η επιθυμία δεν γίνεται προοπτική, αλλά εγκλωβίζεται σε μια αδρανή φαντασίωση.

Ο τίτλος «Και η μνήμη δίνει σκάντζα» είναι εξαιρετικός. Έχει κάτι λαϊκό, οικείο, σχεδόν προφορικό και ταυτόχρονα πολύ ποιητικό. Η μνήμη δεν είναι αφηρημένη έννοια· είναι κάποιος που παίρνει βάρδια, που κρατά τη θέση όταν η μέρα φεύγει. Αυτό είναι πολύ ευρηματικό. Η έναρξη με το φως που «υποχωρεί» και τον «δραπέτη ήλιο» δίνει μια όμορφη μετάβαση από τη μέρα στη νύχτα. Ο ήλιος δεν δύει αλλά δραπετεύει. Υπάρχει μια αίσθηση απώλειας, αλλά και κίνησης. Η εικόνα της θύμησης που «σκαρφαλώνει στο πλαίσιο της φωτογραφίας» είναι από τις πιο δυνατές του. Δίνει στη μνήμη σώμα, κίνηση, πρόθεση. Και η φωτογραφία, ένα στατικό αντικείμενο, γίνεται σημείο συνάντησης του παρόντος με το παρελθόν. Πολύ όμορφη επίσης είναι και η μετάβαση από τη φωτογραφία στον τοίχο, από τον τοίχο στη μορφή. Σαν η παρουσία να σκορπίζεται στον χώρο, να μην περιορίζεται πια σε ένα αντικείμενο. Η «σκάντζα» δεν είναι μόνο παρηγοριά αλλά υπόσχεση. Η μνήμη κρατά τη θέση μέχρι την επόμενη συνάντηση. Αυτό δίνει στο ποίημα μια ήσυχη ελπίδα, χωρίς να γίνεται εύκολο ή γλυκερό. Η μνήμη εδώ δεν είναι πόνος μόνο αλλά λειτουργία ζωής. Κρατά τον κόσμο όρθιο μέχρι να επιστρέψει η αγάπη.

Η επιλογή του εξώφυλλου μου άρεσε και είναι ταιριαστό με τα ποιήματα αλλά και με τίτλο της συλλογής, αφού κινείται σε μια πολύ εύστοχη και τρυφερή αισθητική. Αποπνέει μια ήρεμη, σχεδόν νοσταλγική ευαισθησία που ταιριάζει με τον τίτλο «Ο ελαιώνας της αγάπης». Ο πίνακας του εξωφύλλου  είναι έργο του Πιερ-Ωγκύστ Ρενουάρ, ενός από τους σημαντικότερους ζωγράφους του Ιμπρεσιονισμού.

Και όταν τελειώνουν οι λέξεις, δεν τελειώνει τίποτα. Κάπου, σε έναν ελαιώνα που δεν φαίνεται στον χάρτη, δύο ίχνη συνεχίζουν να περπατούν δίπλα-δίπλα,
άλλοτε ως σώματα, άλλοτε ως μνήμη. Η αγάπη εδώ δεν είναι υπόσχεση αιώνιας παρουσίας αλλά η επιμονή της επιστροφής μέσα από μια φωνή, ένα άγγιγμα που θυμάται το δέρμα, ή μια λέξη που επιμένει να γράφεται ακόμη κι όταν σβήνεται. Και ίσως τελικά αυτό να είναι ο «ελαιώνας». Όχι ο τόπος όπου γεννιέται ο έρωτας, αλλά εκείνος όπου μαθαίνει να αντέχει, να γίνεται φως, να γίνεται σιωπή, να γίνεται ξανά αρχή. Ο αναγνώστης/αναγνώστρια κλείνοντας την τελευταία σελίδα του βιβλίου νιώθει μια μελωδική, συγκινησιακά φορτισμένη αίσθηση που συνδυάζει την προσωπική ανακάλυψη με τη συλλογική διάσταση του πάθους. Δεν φεύγει απλά με ιδέες για τον έρωτα, αλλά με την εμπειρία της αγάπης ως ποιητική και υπαρξιακή εμπλοκή, κάτι που συχνά παραμένει βαθιά χαραγμένο μετά το κλείσιμο των τελευταίων σελίδων. Καλοτάξιδη να είναι!

Αφήστε μια απάντηση

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.