Ξημερώνει.
Τώρα…
του ήλιου οι φεγγοβολές
χαράζουν την ακύμαντη θάλασσα.
Θαμπώνουν τα μάτια των ανθρώπων.
Μεθυσμένοι στρατιώτες βγαίνουν από σκοτεινούς
παράδρομους.
Στέκουν στην προκυμαία,
ακίνητοι, στο θαύμα των χρωμάτων.
(«Θαύμα των χρωμάτων»)
Η συλλογή ποιημάτων και πεζών του Χρήστου Κεραμίδη Σκιές της Πανσελήνου είναι το πιο πρόσφατο βήμα μιας μακράς δημιουργικής διαδρομής. Η νέα αυτή λογοτεχνική κατάθεση του καβαλιώτη ποιητή δεν θα ξαφνιάσει, αλλά σίγουρα θα ικανοποιήσει απόλυτα τους φίλους του έργου του, καθώς κινείται μέσα σε έναν ποιητικό χώρο που ο ίδιος έχει εξερευνήσει επίμονα και προσεκτικά, και στον οποίο συνεχίζει -με συνέπεια και ασφάλεια- να κινείται.
Όπως και στα τρία προηγούμενα βιβλία του, έτσι και εδώ ολιγόστιχα ποιήματα εναλλάσσονται πάλι με σύντομα πεζά. Και πάλι το υποκείμενο αφήνεται στις αισθήσεις και στη μνήμη, ανασύρει εικόνες, αφήνεται στην έλξη τους, και τις μετουσιώνει σε λόγο λιτό, μετρημένο και χαμηλόφωνο: έναν λόγο στον οποίο το συναίσθημα είναι τόσο ισχυρό και απροσμάχητο, που καθυποτάσσει και –σχεδόν– απορροφά τον στοχασμό. Και πάλι, τέλος, η Καβάλα έχει πρωταγωνιστικό ρόλο: η Καβάλα ως σκηνικό, ως θέμα, ως παρόν, ως ιστορική και προσωπική μνήμη: με τη θάλασσά της, τα βράχια και τις αμμουδιές της, την Παλιά Πόλη, το 7ο δημοτικό, την οδό Ομονοίας, το Παλλάδιο, τους κινηματογράφους Ολύμπια και Αττικόν, τους ψαράδες, τους καπνεργάτες, τους πρόσφυγες: μια Καβάλα εξιδανικευμένη, ιδωμένη πιο πολύ ρομαντικά παρά ρεαλιστικά. Και είναι αυτή ακριβώς η αδιάλειπτη και αγαπητική διάδραση με τον οικείο χώρο της γενέτειρας, που δίνει στη λογοτεχνική έκφραση του Κεραμίδη τη θέρμη, την ειλικρίνεια και τη γνησιότητά της.
Φυσικά, δεν πρέπει να αγνοήσουμε και κάποια θεματικά στοιχεία, λιγότερο τυπικά της γραφής του, που στο συγκεκριμένο βιβλίο πυκνώνουν και ενισχύονται περαιτέρω, δίνοντας εύρος αλλά και βάθος στο λόγο του. Αναφέρονται ενδεικτικά: οι αναφορές στην ποιητική τέχνη, οι παραπομπές σε μύθους και βιβλικά πρόσωπα, οι σποραδικές μοντερνιστικές πινελιές και, κυρίως, ο κοινωνικό-πολιτικός προβληματισμός που ενσωματώνεται διακριτικά και συνάμα ευδιάκριτα κάτω από λέξεις φαινομενικά ακίνδυνες.
Ήμασταν οι Μάγοι.
Γνωρίσαμε τη θλίψη της ερήμου,
περιερχόμενοι τόπους άνυδρους
και γκρεμισμένες πόλεις.
Οδηγοί μας το πύρινο άστρο, οι αδύναμοι λύχνοι
και μια ελπίδα σωτήρια.
(«Οι Μάγοι»)
Οι Σκιές της Πανσελήνου κλείνουν με 81 στοχασμούς: δηλαδή 81 επιγραμματικά κείμενα που είτε λειτουργούν ως αποφθέγματα, είτε αποτυπώνουν μικρές ποιητικές αναλαμπές. Δεν είναι ασφαλώς η πρώτη φορά που ο Κεραμίδης επιλέγει να κλείσει ένα ποιητικό βιβλίο του με αυτόν τον τρόπο. Οι στοχασμοί με τους οποίους ολοκληρώνει το τελευταίο του λογοτεχνικό πόνημα, ωστόσο, έχουν ισχυρότερη δυναμική και μεγαλύτερο ποιητικό ενδιαφέρον, αυξάνοντας εν τέλει τη συνολική επιδραστικότητα του βιβλίου.
Ο κόσμος θα γίνει καλύτερος μόνο από εκείνους που η απόφασή τους θα γίνει πιο δυνατή και από την ίδια ακόμα την πράξη.
Όλοι οι άνθρωποι κάποτε αναγνωρίζουν, από κάποιο ανεξήγητο δάκρυ, εκείνο που είναι προορισμένοι να αγαπήσουν.
Δεν τον πείραζε που το σπίτι ήταν παλιό. Τα απογεύματα καθόταν στο τραπέζι της μικρής αυλής και παίνευε στους περαστικούς τις δυο τριανταφυλλιές του.
(Από την ενότητα «Στοχασμοί»)
Οι Σκιές της Πανσελήνου είναι ένα έργο ποιητικής ωριμότητας, αντάξιο όσων έχει ως τώρα κατορθώσει ο δημιουργός τους: συνέχεια και αρτίωση της τέχνης του, η οποία χτίζεται προσεκτικά εδώ και αρκετά χρόνια. Ο Κεραμίδης εδώ δεν φιλοδοξεί να καινοτομήσει: επιδιώκει να διατηρήσει και να εξωραΐσει περαιτέρω τα κατακτημένα εδάφη. Γιατί στην τριακονταετή διαδρομή του ως λογοτέχνης έχει κατακτήσει δύο αδιαμφισβήτητα και διόλου ευκαταφρόνητα τρόπαια: αφενός να ταυτιστεί απόλυτα με τη γενέτειρα του, τη «Γαλάζια πολιτεία», όπως ο ίδιος αρέσκεται να αποκαλεί στα κείμενά του, και αφετέρου να διαμορφώσει μια εντελώς δική του, ξεχωριστή και απολύτως αναγνωρίσιμη ποιητική φωνή.
Φαντάζομαι την ποίηση του Κεραμίδη ως ένα παλιό αλλά στέρεο αρχοντικό και τις Σκιές της Πανσελήνου ως ένα σημαντικό δωμάτιο του αρχοντικού αυτού: το σαλόνι του, ίσως. Έτσι, νομίζω ότι το αντιλαμβάνεται και ο αρχιτέκτονάς του: γι’ αυτό κάθε καινοτομία, κάθε αισθητική παρέμβαση, γίνεται με επιφύλαξη και προσοχή, προκειμένου να μην μειωθεί η στατική επάρκεια του οικοδομήματος και να μην αλλοιωθεί η συνολική αισθητική του.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο το τελευταίο βιβλίο του Κεραμίδη μπορεί να ιδωθεί ως ένα έργο που συμπληρώνει επαξίως και τιμά στο έπακρο τη λογοτεχνική πορεία του δημιουργού του.
Γιάννης Στούπας
