You are currently viewing Ανθούλα Δανιήλ: Θανάσης Αγάθος, Ο Καραγάτσης του Κινηματογράφου, Εκδόσεις Αιγόκερως, 2025

Ανθούλα Δανιήλ: Θανάσης Αγάθος, Ο Καραγάτσης του Κινηματογράφου, Εκδόσεις Αιγόκερως, 2025

Το θέμα είναι πρωτότυπο, αλλά για τον Θανάση Αγάθο, γνωστό  Καθηγητή Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας, είναι φυσικό και αναμενόμενο. Ο Αγάθος με σπουδές στην Αθήνα και στην Οξφόρδη, έχει αρκετά χρόνια που ασχολείται με την λογοτεχνία του 19ου και 20ού αιώνα, αλλά και με το θέατρο και τον κινηματογράφο.

Έχουν ήδη δημοσιευτεί οι μελέτες του πάνω στο έργο του Ροΐδη, Ιάκωβου Ρίζου Ραγκαβή, Ζαμπέλιου, Θεοτόκη, Παλαμά, Ξενόπουλου, Καζαντζάκη, Μυριβήλη, Σεφέρη, Ελύτη, Πολίτη, Τερζάκη  κ.ά.

Το ενδιαφέρον με τις ενασχολήσεις του Αγάθου είναι η προώθηση της μελέτης του από τον λόγο στην εικόνα και στην παράσταση –ο νέος τρόπος για να περάσει στο πλατύ κοινό το έργο του κάθε λογοτέχνη.

Ο Καραγάτσης κατεβάζει το έργο από τη βιβλιοθήκη και το εμφανίζει στη σκηνή του θεάτρου ή στην οθόνη του κινηματογράφου….

Το βιβλίο του Αγάθου Ο Καραγάτσης του Κινηματογράφου επιμερίζεται σε οχτώ κεφάλαια, κάθε ένα και μια ιδιότητα του μεγάλου συγγραφέα. Πολύ συνοπτικά αναφέρω ότι ο Μ. Καραγάτσης είναι γεννημένος αφηγητής. Αφηγητής στη λογοτεχνία, στην αρθρογραφία του για τον κινηματογράφο, τις θεατρικές κριτικές του, στη θεματοποίηση του Κινηματογράφου στην πεζογραφία, στο έργο του ο Θάνατος κι ο Θόδωρος: μια ιλαροτραγωδία γραμμένη «κατά τον τρόπο του κινηματογραφικού σεναρίου», ως σκηνοθέτης και σεναριογράφος, στην  ταινία Καταδρομή και σε άλλα  κινηματογραφικά του σενάρια.

Το θέμα είναι ότι, όπως και ο Καζαντζάκης, ο Τερζάκης και άλλοι,  ο Καραγάτσης, με την πληθωρική  λογοτεχνική του δραστηριότητα, διείδε τη δυναμική της παράστασης και της εικόνας και είναι ο πρώτος που ανέλαβε να σκηνοθετήσει μια δική του πολεμική ταινία, την Καταδρομή (1946), με ήρωες τον νέο τότε και αγνώριστο (όπως μας είναι γνωστός από τις ταινίες στην τηλεόραση, σήμερα) Λάμπρο Κωνσταντάρα και τον Μάνο Κατράκη, από όπου και η εικόνα στο εξώφυλλο του βιβλίου. Η ταινία – σενάριο και σκηνοθεσία του Καραγάτση- είχε περιορισμένη κριτική υποδοχή λέει ο Αγάθος και παραθέτει σχόλια, αποδείξεις.

Με αφορμή την παραπάνω  ταινία και τις άλλες ανάλογες της εποχής, ο Αγάθος διερευνά ενδελεχώς αυτή την πτυχή του Καραγάτση, καθώς και την αρθρογραφία του πάνω σε ταινίες, σκηνοθέτες, ηθοποιούς, αισθητική και σχέσεις της λογοτεχνικής αφήγησης με την  θεατρική και κινηματογραφική.  Ακόμα θέματα ή στοιχεία πεζογραφικά που αξιοποιούνται κινηματογραφικά  και τανάπαλιν.

Την ιλατραγωδία Ο Θάνατος κι ο Θόδωρος –τραγωδία με πολλά κωμικά στοιχεία-  ο  συγγραφέας προσεγγίζει όχι ως θεατρικό έργο αλλά ως κινηματογραφικό σενάριο. Τέλος, σχολιάζει το γνωστό «Μπουρίνι» και τη «Μαγδαληνή», από  το έργο «Η Μεγάλη Εβδομάδα του Πρεζάκη».

Όπως βλέπουμε ο Αγάθος προβαίνει σε μια συστηματική πλήρως εμπεριστατωμένη μελέτη του έργου του Καραγάτση, η οποία οφείλει πολλά σε πολλούς και κυρίως στον εγγονό του συγγραφέα Δημήτρη Τάρλοου για την πολύτιμη βοήθειά του, την προθυμία του και την άδεια φωτογράφισης άγνωστου αρχειακού υλικού.

Ο Μ. Καραγάτσης, γιος του Γεωργίου Ροδόπουλου από την Πάτρα και της Ανθής Μουλούλη από τη Θεσσαλία, φοίτησε στο Αρσάκειο της Λάρισας και μετά πήρε πτυχίο Νομικής και Πολιτικών Επιστημών από το Πανεπιστήμιο της Αθήνας. Παντρεύτηκε τη ζωγράφο Νίκη Καρυστινάκη και απέκτησε μια κόρη, τη Μαρίνα, της οποίας το όνομα φέρει και η ηρωίδα του έργου Η μεγάλη Χίμαιρα.

Γεννημένος αφηγητής, θέλησε να είναι και σύγχρονος. Τόλμησε πράγματα που άλλοι δεν θα είχαν τη δύναμη ούτε να τα συλλογιστούν, έγραφε γι’ αυτόν ο Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος το 1933, με αφορμή το έργο ο Συνταγματάρχης Λιάπκιν. Η κριτική ήταν θετική. Ο Παπατσώνης όμως, μαζί με τα θετικά ρίχνει το ιοβόλο βέλος του για την εποχή, ότι δηλαδή το έργο είναι «αριστερίζον» και με «δόγματα κομμουνισμού».

Ακολουθούν έργα με «καταραμένους χαρακτήρες» διαφόρων ιστορικών περιόδων. Το 1936 γράφει τη Χίμαιρα την οποία επεξεργάζεται αργότερα, όπου η ηρωίδα, η «ξένη», θα γίνει η αιτία μιας μεγάλης οικογενειακής καταστροφής, με θεμελιώδες αίτιο το γενετήσιο ένστικτο. Οι κριτικοί αποφαίνονται ότι το έργο είναι ερωτικό, άλλοι λένε σεξουαλικό, άλλοι δράμα  μοιχείας κι άλλοι νατουραλιστικό. Το έργο αυτό παίχτηκε πρόσφατα στο θέατρο σε σκηνοθεσία Τάρλοου και γνώρισε μεγάλη επιτυχία, καθώς και σε μίνι σειρά στην τηλεόραση,φέτος, επίσης, με μεγάλη επιτυχία.

Στις τόσες κριτικές αποτιμήσεις, θα μπορούσαμε να προσθέσουμε πως ο Καραγάτσης έχει υπόψιν του την Ανάγκη – λέξη κλειδί στην αρχαία τραγωδία-  η οποία εμπεριέχεται στην,επίσης, λέξη κλειδί: «ξένη».

Αδρομερώς, αναφέρω άλλα έργα του που έγιναν μεγάλες επιτυχίες και αργότερα μεταφέρθηκαν και στην τηλεόραση, όπως και ο Λιάπκιν και ο Γιούγκερμαν γραμμένα το 1938. Τα στερνά του Γιούγκερμαν το 1941, το Μπουρίνι, το 1943, το οποίο επίσης μεταφέρθηκε στην τηλεόραση. Το 1943 στο Χαμένο νησί φαίνεται πως βρίσκει διέξοδο προς φανταστικούς τόπους για να αποφύγει την Κατοχή. Το 1944 αναγγέλλεται Ο Κοτζάμπασης του Καστρόπυργου, έργο τοποθετημένο μέσα στην Επανάσταση που θα δημιουργήσει εντάσεις και διαφωνίες. Παρά το ότι το αισθησιακό στοιχείο περισσεύει πάντα, ο Γιάννης Χατζίνης  θα θεωρήσει την επίφαση του αισθησιασμού προκάλυμμα της απαισιοδοξίας  του συγγραφέα.

Η συλλογή διηγημάτων Πυρετός (οι τίτλοι σχεδόν όλοι περίεργοι και εντυπωσιακοί), κάνουν τον Πέτρο Χάρη να μιλήσει για την «απειθάρχητη» γλώσσα του Καραγάτση,όπου ξεχωρίζει «ένας αχαλίνωτος και βαρύς ρεαλισμός, που εννοεί ν’ ακούγεται κυρίαρχο το βήμα του…». Ο Βασίλης Λάσκος, το 1948, θα ξεσηκώσει την αντίδραση του Λευτέρη Κοββατζή, επειδή ο Καραγάτσης προσπαθεί να βγάλει το ένα τρίτο των Ελλήνων Αρβανίτες· και εκείνος πού  ήταν, όταν οι Αρβανίτες πολεμούσαν για την Ελλάδα;

Εν πάση περιπτώσει, ο αναγνώστης μέσα από τη ζωή και το έργο του Καραγάτση ανακαλύπτει τι γίνεται στην Αθήνα της εποχής Καραγάτση, της γενιάς του τριάντα και εξής και πώς η ιστορία και η ιδεολογία του καθενός επηρεάζει και τη δημιουργία και την κρίση του. Ακολουθούν η βραβευμένη Μεγάλη λιτανεία, το 1956 Ο κίτρινος φάκελος με πολλά θετικά σχόλια, το οποίο επίσης μεταφέρθηκε στη μικρή οθόνη και το Μυθιστόρημα των τεσσάρων. Στα ιδιαίτερα έργα ανήκει ο Σέργιος και Βάκχος, 1959, και το ανολοκλήρωτο 10, το 1964, τέσσερα χρόνια μετά τον θάνατό του. Πρόκειται για μια «οξυδερκή αποτύπωση» ενοίκων μιας πολυκατοικίας στον Πειραιά.

Παρά τα πολλά θεατρικά του, ο Αγάθος καταθέτει ότι ο Καραγάτσης δεν μπόρεσε να καθιερωθεί όπως ο Τερζάκης και ο Θεοτοκάς. Ωστόσο, γράφει επιφυλλίδες για τη γλώσσα, το μονοτονικό, την ανταγωνιστική σχέση μεταξύ λογοτεχνών και δημοσιογράφων, κριτικών μεταξύ τους, γράφει κριτικές ο ίδιος και προβληματίζεται για την κριτική.

Ο Αγάθος μιλάει λεπτομερώς, όχι μόνο για τα πιο σημαντικά  έργα, αλλά για όλα, μελετώντας όλες τις παραμέτρους· ρεαλισμό, ερωτικό στοιχείο, τοπίο, πηγές έμπνευσης, διακείμενο, αφηγηματικές τεχνικές, γλώσσα,  ύφος, βαναυσότητα, σεξισμό, μελετητές, τηλεοπτικές και θεατρικές μεταγραφές, ηθοποιούς και επιφανείς σκηνοθέτες.

 

Ο Καραγάτσης, λέει ο Αγάθος, απέκτησε τις απόψεις του περί κινηματογράφου, όχι τόσο από την ανάγνωση κειμένων  περί τέχνης, αλλά μέσα στις σκοτεινές αίθουσες, παρακολουθώντας ταινίες, επισημαίνοντας ότι, ακόμα και στη γενιά του 30, πολλοί αγνοούν ή περιφρονούν τον κινηματογράφο,ενώ κάνουν λόγο για «τις νέες μορφές που μπορούν να αναζωογονήσουν την κουρασμένη τέχνη» και παραθέτει τα ονόματα όλων των μεγάλων πρωτεργατών της 7ης Τέχνης.

Ο Καραγάτσης επισημαίνει ότι το Θέατρο –Κινηματογράφος διαιωνίζει την τέχνη του ηθοποιού, ενώ στο παρελθόν επιζούσε μόνο η φήμη, επίσης τονίζει ότι το Θέατρο –Κινηματογράφος είναι τελειότερο από το Θέατρο-Σκηνή. Μελετά και το Θέατρο –Ζωγραφική και πώς μπορεί να αξιοποιήσει τη ζωγραφική με κινηματογραφικό τρόπο. Οι παράμετροι της μελέτης είναι πολλές και δεν μας εκπλήττει σήμερα πλέον το ότι ο κινηματογράφος επηρεάζει όλες τις εκδηλώσεις της τέχνης.

Μια άλλη παράμετρος της εργασίας του Αγάθου είναι η επισήμανση του ανταγωνισμού ανάμεσα στο θέατρο και τον κινηματογράφο και στα σημεία υπεροχής του ενός έναντι του άλλου. Το ενδιαφέρον είναι ότι και ο Καραγάτσης, υποστηρικτής του κινηματογράφου, θα πέσει σε αντιφάσεις όταν κρίνει μια παράσταση του Ν. Τσιφόρου, για την οποία,  χωρίς να δίνει το θέμα, κρίνει πως προέρχεται από αμερικανική ταινία. Το ίδιο συμβαίνει και με δύο σαιξπηρικά έργα που ανεβαίνουν στην Αθήνα,  –Μάκβεθ και Άμλετ– των οποίων επαινεί ή κατηγορεί τη σκηνογραφία για χολιγουντιανή, πράγμα που, αν συμβαίνει, σημαίνει πως έχουν και άλλοι δημιουργοί κατά νουν το Χόλιγουντ και τον κινηματογράφο. Πάντως η μεταφορά μιας θεατρικής παράστασης στον κινηματογράφο είναι συνήθης και το έργο γνωρίζει μια νέα επιτυχημένη καριέρα. Άλλοτε πάλι επαινεί ηθοποιούς (Βουγιουκλάκη και Παπαμιχαήλ) για τη θεατρική τους απόδοση στην «αγνή Τέχνη» και τους συμβουλεύει να μην παρασυρθούν από την κινηματογραφική τους επιτυχία.

(«Ήταν σύνηθες, άλλωστε, ηθοποιοί καταξιωμένοι στον κινηματογράφο να μιλούν με δέος για το θέατρο που υπηρετούσαν, όπως επίσης, υπήρχαν ηθοποιοί που τους απαγορευόταν να παίξουν στον κινηματογράφο).

Η γνώμη του Καραγάτση είναι  ότι ένας ελληνικός θίασος που ανεβάζει αμερικανικό έργο αναμετράται με μία εξαιρετικά επιτυχημένη ταινία. Ωστόσο κρίνει θετικά το ελληνικό εγχείρημα και παραβλέπει τη διαφορά, θεωρώντας ότι ο Έλληνας πρωταγωνιστής ήταν καλύτερος από τον διάσημο Αμερικανό ηθοποιό.

Άλλοτε πάλι, βλέποντας την παράσταση του Τ. Ουίλιαμς  Το γλυκό πουλί της νιότης, στο Θέατρο Τέχνης του Κ. Κουν θυμήθηκε την παράσταση Ξαφνικά πέρσι το καλοκαίρι, στην κινηματογραφική μεταφορά του έργου, με πρωταγωνιστές την Ελίζαμπεθ Τέυλορ, τον Μοντγκόμερι Κλιφτ και την Κάθριν Χέμπορν και σχολίασε ότι «τα υστερικά θηλυκά μοναδικό θεό έχουν τον εκάστοτε άρρενα που κατασιγάζει τις μέσα φλόγες τους, για να μην πούμε πως δεν έχουν τον θεό τους…».

Εντυπωσιακή είναι η αναφορά του στο πώς η μεγάλη σταρ Κάθριν Μακ Λσυνάντηστον Φρόιντ στο Μετρό, στο Και Ριγκ της Βιέννης, απέναντι από το Σίλερ Καφέ, και τι φορούσε,  πώς ήταν η γούνα και ο γιακάς της, πώς ετούτο, πώς εκείνο, ανεξάρτητα από το τι είδους κείμενο ήθελε να γράψει, έστησε ένα ωραίο, αποδομητικό και ειρωνικό οπωσδήποτε κείμενο, όπου πήρε εκδίκηση από την αμερικανική βιομηχανία.

Ειδικά ματιά του παρατηρητή έχει μεγάλη σημασία (ας πούμε πως ο Καραγάτσης ή ο ήρωας, ο Γιώργος ο ψυχαναλυτής, βλέπει τη ντίβα όπως ο Σεφέρης ή ο Τεύκρος την «Ελένη» με όλα εκείνα τα αισθησιακά χαρακτηριστικά της) που ξεχνάει πως είναι γιατρός και ξυπνάει μέσα του ο άντρας και μάλιστα ο Έλληνας που βλέπει το θεϊκό πλάσμα, το οποίο στήνει σαν πύργο λαμπερό και ξεστήνει, συνιστώντας της δίαιτα από τ’ αλκοόλ και το σεξ και μια εξέταση για σύφιλη· αυτό το κεφάλαιο θα μπορούσε να αυτονομηθεί και να διαβάζεται σαν την ανάποδη της όποιας λάμψης. Οπότε η επιστροφή στη «Βούλα» μοιάζει με αναγκαστική προσγείωση στα καθ’ ημάς, στα ελληνικά κυβικά ή αλλιώς «τέρμα το διάλειμμα, τα κεφάλια μέσα».

Από την ελληνική κινηματογραφία προκύπτει ένα πρότυπο άντρα κράμα Ερμή, Άδωνι, Αντίνοου (οι νέο και ωραίοι), Καζανόβα και Κλαρκ Γκέιμπλ (οι ώριμοι ωραίοι που μοιάζουν του ήρωα αλλά και του συγγραφέα).

Ο κινηματογράφος σε πολλά μυθιστορήματα συνιστά την απαραίτητη διέξοδο των αστών στην Αθήνα, των χωρικών στη Λάρισα, του καπετάνιου Σμιθ στην Καλαμάτα. (Στο 10 υπάρχει μια οικογένεια «εμβαδοποιών», αλλιώς,παντοφλάδων. Η ξεχασμένη λέξη μας θυμίζει τας «εμβάδας» της παπαδιαμαντικής Φόνισσας).

Μια λέξη που χρησιμοποιεί ο Αγάθος για ένα είδος αφήγησης είναι η «βλεμματοκεντρική», η οποία είναι η «ενατενιστική στάση του ήρωα», κατά τον Genettte. Τη στάση αυτή συναντάμε στον Κίτρινο φάκελο και πρόκειται για την εσωτερική ματιά του ήρωα που κατακρίνει ένα ζευγάρι το οποίο ερωτοτροπεί στο παγκάκι όντας συγχρόνως και ηδονοβλεπτική και αναδρομική στο προσωπικό του παρελθόν. Παρόμοια αφήγηση βρίσκουμε και στο  Άμρι Α Μούγκου, όπου στο βλέμμα των ηρώων καθρεφτίζεται το αφρικανικό τοπίο. Το ανάλογο συμβαίνει και στην Μεγάλη Χίμαιρα, όπου μέσα από το βλέμμα της ηρωίδας προβάλλει η γοητεία, η πολυχρωμία και η ιστορικότητα του ελληνικού τοπίου. Η Μαρίνα δηλαδή έχει μπροστά της τον Παρθενώνα κάτω από το φως του ήλιου, αλλά με τη μνήμη αναπλάθει το παρελθόν, αφαιρώντας τη φθορά που επέφερε ο χρόνος. Αυτή η αφήγηση που χρησιμοποιείται συχνά αλλά και κατά κόρον, στον Κοτζάμπαση του Καστρόπυργου συνδέει το μυθιστόρημα με τον κινηματογράφο.

 

Σχολιάζεται ακόμα η έμφαση σε μια λεπτομέρεια, ο διάλογος με τη μορφή κινηματογραφικού σεναρίου, η σημασία των αποσιωπητικών, τα ανοιχτά πλάνα σαν «σινεμασκόπ», ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής που ξέρει τα πάντα για όλους (αφηγητής «θεός», π.χ.), σχολιάζεται επίσης η μεγάλη ποικιλία των διαλόγων, το ηδονοβλεπτικό βλέμμα πάλι και πάλι, οι σκηνές καταδίωξης απομίμηση του αμερικανικού κινηματογράφου και άλλα.

Τέλος, ως συγγραφέας-σκηνοθέτης, ο Καραγάτσης, στην ταινία Καταδρομή, αφού προηγουμένως έχει προετοιμάσει το έδαφος με τα μεγάλα μυθιστορήματά του -ο πρώτος στο είδος- συναντά ανυπέρβλητες δυσκολίες, οικονομικές και τεχνικές. Παρόλα αυτά, η Καταδρομή είναι μια ταινία ελληνικού ηρωισμού στα χρόνια του πολέμου. Ο ήρωας Αλέξης Κομνηνός (όνομα σημαίνον) αναδεικνύεται σε μεγάλο παλικάρι, φλογερός πατριώτης, ιπποτικός και γενναίος, με σεβασμό στον αντίπαλο (προάγγελος του Βασίλη Λάσκου). Φυσικά δεν λείπει και από την Καταδρομή το ερωτικό στοιχείο, «ερωτικό τρίγωνο ή πολύγωνο και η απιστία της γυναίκας κατά κανόνα». Κυριαρχεί το ελληνοκεντρικό στοιχείο –η θάλασσα, η «ηλιολατρεία» του Καραγάτση, το «ελληνοκεντρικό ήθος», η εξυπνάδα του ελληνικού λαού, η «παλιά ελληνική πολεμική παράδοση», η θρησκευτικότητα. Τα σχόλια των κριτικών συγκρατημένα θετικά ή και αρνητικά. Τέλος, ο Καραγάτσης ως κριτικός θεάτρου, έχει πολλά καλά να πει για τους ηθοποιούς με τους οποίους ο ίδιος συνεργάστηκε· την Ελένη Χατζηαργύρη, τον Χρ. Νέζερ και, ειδικά για τον Λάμπρο Κωνσταντάρα τον οποίο συγκρίνει με τον Άγγλο Ντέιβιντ Νίβεν.

Γενική αποτίμηση: ο Καραγάτσης είναι γεννημένος  παραμυθάς, ικανότατος και οξυδερκής αφηγητής ιστοριών, με μεγάλη άνεση στη δημιουργία ατμόσφαιρας και στη σκιαγράφηση αξιομνημόνευτων χαρακτήρων».

Πέρα, όμως από την αποτίμηση του Καραγάτση ως ανθρώπου του κινηματογράφου, ο Θανάσης Αγάθος μιλάει για την ιστορία και το ήθος ενός λαού, μέσα από τη μεγάλη ποικιλία των χαρακτήρων, διαφωτίζοντας τις αθέατες πτυχές του έργου του Καραγάτση και της ματιάς του πάνω στην ελληνική κοινωνία γενικώς. Είναι μια απαιτητική ψιλοβελονιά, όπου και η πιο μικρή λεπτομέρεια ερμηνεύει τον τρόπο με τον οποίο ο Καραγάτσης έβλεπε τον κόσμο ή ήθελε να νομίζει ότι τον έβλεπε.

Το βιβλίο προσκομίζει φωτογραφικό υλικό, έχει πλουσιότατες Σημειώσεις, Ευρετήριο ονομάτων και Βιβλιογραφία. Είναι πολύτιμο βιβλίο αναφοράς, διαβάζεται σαν μυθιστόρημα και θα ήταν άξιο μιας κινηματογραφικής εκδοχής με θέμα την προσωπικότητα του μεγάλου λογοτέχνη και κινηματογραφιστή.

 

Ανθούλα Δανιήλ

Αφήστε μια απάντηση

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.