Έκτο βιβλίο για τον Γιώργο Θ. Κασαπίδη το “Τέσσερις λέξεις στα γιορτινά τους φορεμένες” εκδόσεις ΤΡΙ.ΕΝΑ, που κυκλοφόρησε τον Νοέμβρη του 2025. Ένα βιβλίο βαθιά ανθρώπινο, ποιητικό και συγκινητικό, για τις ψυχές που αντέχουν, συγχωρούν και ξαναφορούν τις λέξεις τους γιορτινά. Κινείται ανάμεσα στη λογοτεχνία της μνήμης, την ιστορική αφήγηση και την ποιητική γραφή, συγκροτώντας ένα πολυφωνικό σώμα όπου το προσωπικό και το συλλογικό συναντιούνται.

Ένα μυθιστόρημα όπου ζούμε τη βιαιότητα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και τη μεταπολεμική ελληνική πραγματικότητα με το σήμερα. Μέσα από τις σελίδες του, η Ελλάδα διασχίζει ογδόντα χρόνια ιστορίας: πόλεμος, Αντίσταση, Εμφύλιος, Χούντα, Μεταπολίτευση, σύγχρονη εποχή. Αναδεικνύει πώς οι εμπειρίες του τότε εξακολουθούν να επηρεάζουν τον σύγχρονο άνθρωπο, φωτίζοντας τα νήματα που ενώνουν το παρελθόν με το παρόν. Η αλήθεια είναι πως παρελθόν-παρόν και μέλλον είναι σφιχτοδεμένοι κρίκοι μιας αλυσίδας κι αν το πρώτο μπει στη λήθη, τα υπόλοιπα αιωρούνται. Στο επίκεντρο βρίσκονται δύο αδελφές, που παρουσιάζονται ως φορείς συνέχειας, ως ζωντανά δοχεία μνήμης. Η Ιστορία εδώ ενσαρκώνεται ως βίωμα: απώλεια, έρωτας, κοινωνικές πληγές, καθημερινή αντοχή. Η Ιστορία δεν γράφεται από εκείνους που την έζησαν αλλά από εκείνους και εκείνες που έμειναν πίσω για να αντέξουν τις όποιες συνέπειες. Η πατριαρχική Ιστορία πολεμά, αποφασίζει, εξαφανίζεται. Οι γυναίκες, αντίθετα, θρηνούν, μεγαλώνουν παιδιά, θάβουν, θυμούνται. Η μνήμη τους δεν είναι ουδέτερη αλλά πράξη πολιτική. Το να θυμάσαι γίνεται μορφή αντίστασης. Ο ίδιος ο τίτλος λειτουργεί ως κλειδί ανάγνωσης. «Τέσσερις λέξεις στα γιορτινά τους φορεμένες»: Οι λέξεις γίνονται φορέματα μνήμης. Οι σχέσεις μεταξύ των δυο αδερφών αποκτούν μια ιδιαίτερη πυκνότητα. Η συγγένεια δεν περιορίζεται στο βιολογικό αλλά φορτίζεται με τρυφερότητα, με μια σχεδόν ερωτική εγγύτητα που υπερβαίνει τον κοινωνικό ρόλο. Σε έναν κόσμο όπου οι άντρες απουσιάζουν, φεύγουν για πόλεμο, εξορία, θάνατο ή επιστρέφουν ως τραύμα, οι γυναίκες συγκροτούν μεταξύ τους εναλλακτικές μορφές συνύπαρξης, φροντίδας και επιθυμίας. Η γραφή λειτουργεί ως μνημόσυνο, ως ψαλμός, ως επανάληψη που επιχειρεί να συγκρατήσει κάτι που διαρκώς διαλύεται. Οι «Τέσσερις λέξεις στα γιορτινά τους φορεμένες» είναι μια υπενθύμιση ότι η μνήμη ζητά δικαίωση, ότι οι άνθρωποι αντέχουν περισσότερο απ’ όσο νομίζουν και ότι οι λέξεις, ακόμη και όταν πληγώνονται, βρίσκουν τρόπο να επιστρέφουν ντυμένες, έστω, γιορτινά. Το βιβλίο δεν μιλά μόνο για την Ιστορία, αλλά για το πώς η Ιστορία εγγράφεται στο σώμα και μεταδίδεται από γυναίκα σε γυναίκα, ως βλέμμα, ως στάση, ως σιωπή. Οι «τέσσερις λέξεις» μοιάζουν με αυτά που δεν ειπώθηκαν ποτέ ή με εκείνα που επαναλαμβάνονται σαν ξόρκι για να κρατηθεί ο κόσμος όρθιος. Γίνεται ένας τρόπος να ειπωθεί αυτό που επιμένει: επιζήσαμε, αλλά δεν ξεχάσαμε. Η ποιητικότητα του λόγου του δεν στολίζει τον πόλεμο. Δεν τον μαλακώνει. Χωρά, όμως, ως ανάγκη. Όταν η γλώσσα της Ιστορίας γίνεται ψυχρή,— αριθμοί, ημερομηνίες, απώλειες — η ποίηση επιστρέφει για να πει αυτό που δεν μετριέται: το βλέμμα πριν τον αποχωρισμό, το σώμα που θυμάται, τη σιωπή μετά την κραυγή. Στα τραγικά γεγονότα η ποίηση δεν είναι πολυτέλεια αλλά αντίσταση στη λήθη. Δεν περιγράφει μόνο το τραύμα αλλά το κρατά ζωντανό χωρίς να το εκμεταλλεύεται. Και ίσως το πιο σημαντικό: η ποίηση δεν ανήκει στους νικητές. Ανήκει στους ανθρώπους που έμειναν πίσω. Στους «αθώους που τους έλιωσε η Ιστορία». Οι λέξεις «φοριούνται γιορτινά» όχι για να κρύψουν το πένθος, αλλά για να το αντέξουν. Ίσως η αληθινή ερώτηση δεν είναι αν χωρά η ποίηση
αλλά αν μπορούμε να αντέξουμε τον πόλεμο χωρίς αυτήν. Οι σελίδες του μιλούν για τις ψυχές του τότε και του τώρα για εκείνες που μαζεύουν τα ξέφτια των παλιών που ράβουν μνήμες με υπομονή και ψίθυρο, που ξέρουν πως η ζωή είναι ένας ατέλειωτος κύκλος επιστροφών. Ανάμεσα στον πόλεμο και την ειρήνη, στην απώλεια, στη γιορτή, τα νήματα ενώνουν την Ελλάδα της μνήμης και την Ελλάδα της σιωπής.
Ο Μιχάλης, ο ένας από τους πρωταγωνιστές του βιβλίου, που τη ζωή του τη σφραγίζει η γερμανική κτηνωδία της Κατοχής και του την αποτελειώνει η Χούντα της 21ης Απριλίου, οι τραγικές φιγούρες η Ρηνιώ και η ‘Αννα, που στερούνται τη ζωή, με το παράθυρό τους ν’ αγναντεύει τη γέρικη βελανιδιά, που γέρασε όπως κι αυτές, (μόνο που τις ζωές τις δικές τους τις κλάδεψε η Ιστορία), κάνουν τον αναγνώστη να συμμετέχει και να ταυτίζεται μαζί τους. Γύρω τους άλλα δευτερεύοντα πρόσωπα, αλλά κομβικά για την εξέλιξη του μύθου, που συγκινούν, που αγαπιούνται και συγκλονίζουν με τη σκληρότητά τους.
Το εξώφυλλο λειτουργεί σαν ένα ήσυχο προοίμιο της αφήγησης: λιτό, ποιητικό. Το γήινο, μπεζ φόντο δεν επιβάλλεται αλλά αφήνει χώρο, ως σιωπή πριν από τον λόγο ή σαν χώμα μνήμης πάνω στο οποίο θα γραφτούν οι «τέσσερις λέξεις». Στο κέντρο, η μορφή μιας γυναίκας σε κίνηση μοιάζει να διαλύεται και να συγκροτείται ταυτόχρονα, ρευστή και σχεδόν άυλη, παραπέμποντας στη μνήμη που ξεθωριάζει και επιστρέφει, στις γυναικείες μορφές που κουβαλούν την Ιστορία σιωπηλά, αλλά και στη δύναμη της επιβίωσης μέσα από την ευθραυστότητα. Ισορροπεί ανάμεσα στην ποίηση και το σώμα, στο τραύμα και την ομορφιά, προϊδεάζοντας για ένα έργο όπου οι λέξεις, λίγες αλλά ουσιώδεις, κουβαλούν το βάρος μιας ολόκληρης ζωής που μοιάζει να χορεύει πάνω σε στάχτες επιμένοντας στο φως. Συγχαρητήρια στον Αλέξανδρο Τσάκωνα για το σχέδιο εξωφύλλου και τον Θανάση Κριτσωτάκη για τον σχεδιασμό εξωφύλλου και της έκδοσης. Από τα πιο συγκλονιστικά σημεία του βιβλίου είναι η αναφορά στη βιαιότητα της Κατοχής και στις σκιές που άφησε πίσω της:
Σελίδα 47: Η μανία της Βέρμαχτ και η ανοχή της ελληνικής χωροφυλακής και των νομαρχαίων άφησε ανοιχτές πληγές. Τάφους ομαδικούς, αδιάβαστους νεκρούς. Αλλά και πέντε συγκεκριμένα κι επιλεγμένα κι άκαυτα σπίτια. Μαζί και η εκκλησία. Κι ένα μίσος προπομπό για όσα ακολούθησαν μεταξύ Ελλήνων ή αν θέλεις μεταξύ δοσιλογίας και αγωνιστών.
σελίδα 84: Κι έρχεσαι εσύ κύριε Γιώτη και βάζεις πιο ψηλά και από την αγάπη μας κι από το ίδιο σου το παιδί -τον Μιχαλιό μας βρε-τον αγώνα για την απελευθέρωση και τη δικαιοσύνη. Και δεν υπολογίζεις τίποτα. Και δεν μας αποχαιρετάς. Και με αφήνεις μόνη μου. Και τον αφήνεις μόνο του. Και μας βάζεις στο μάτι του κυκλώνα. Ξέρεις βρε πόσες πόρτες κλείσανε τότε για μένα;….
Ένα άλλο θέμα που με ταρακούνησε όπως το γράφει είναι η υιοθεσία των παιδιών χωρίς τη νόμιμη οδό τα χρόνια του Εμφυλίου. Η φτώχεια, η έλλειψη πατέρα στο αντάρτικο, τα παιδιά άλλαζαν χέρια για μια καλύτερη ζωή. Ένα συγκλονιστικό κεφάλαιο που θα σας συγκινήσει. Το βιβλίο τολμά να ρωτήσει: όχι μόνο τι έκαναν οι άνθρωποι στον πόλεμο αλλά και τι άφησαν πίσω τους, ποιος τελικά πλήρωσε το τίμημα της «δικαιοσύνης» Φαίνεται να επιμένει και σε κάτι πιο δύσκολο: ότι η ανθρώπινη ύπαρξη μέσα στην Ιστορία είναι πάντα μια διαπραγμάτευση ανάμεσα σε αυτό που πιστεύεις, αυτό που αντέχεις, και αυτό που αφήνεις πίσω σου Αξίζει να ζεις για ένα όνειρο αν το όνειρο κοστίζει ανθρώπους; Σ’ έναν κόσμο όπου οι άνθρωποι συχνά διαλέγουν ανάμεσα στο να πεισμώσουν ή να σωπάσουν, τι είναι τελικά αυτό που κρατά τη μνήμη ζωντανή; Και ποια λέξη, αν υπάρχει, μπορεί ακόμη να σταθεί απέναντι στη λήθη; Η συνάντηση και η συζήτηση με τον Γιώργο Θ. Κασαπίδη για τη μνήμη, τις λέξεις που χάθηκαν, για και εκείνες που επιμένουν να επιστρέφουν, αλλά και για πολλά άλλα, ήταν άκρως ενδιαφέρουσα.
-Ο τίτλος του βιβλίου σας είναι βαθιά ποιητικός. Ποιες είναι τελικά αυτές οι «τέσσερις λέξεις»; Είναι ίδιες για όλους ή αλλάζουν από αναγνώστη σε αναγνώστη;
–Πολλοί με ρώτησαν ποιες ακριβώς είναι αυτές οι τέσσερις λέξεις. Θα τις βρει ο καθένας μόνος του. Το πηγάδι είναι ένα. Η ζωή! Από ‘κει μέσα θα τραβήξεις τυχαία, ή και με πρόθεση, μια χούφτα λέξεις. Κάπου εκεί αρχίζει η επιλογή. Το ξεδιάλεγμα, η προτεραιότητα, η οπτική των πραγμάτων, η αισθητική. ‘’Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος…’’ στη χούφτα σου θα περισσέψουν οι σωστές.
-Αν η Ιστορία γράφεται από τους νικητές, τότε οι «μικροί», οι αφανείς άνθρωποι του έργου σας, σε ποια γλώσσα επιβιώνουν; Στη μνήμη ή στη σιωπή;
–Στη γλώσσα που θα τους δώσουμε εμείς, οι μεταγενέστεροι. Οι επόμενες γενιές. Οι σύγχρονοί τους. Εμείς επιλέγουμε, εμείς γινόμαστε οι κριτές τους, εμείς αυτοί που θα διαλέξουμε και θα ονομάσουμε το κεφάλαιο. Μνήμη; Σιωπή; Ουδετερότητα; Είναι φανερό ότι διαλέγω τη Μνήμη.
-Η γραφή σας ισορροπεί ανάμεσα στον ρεαλισμό και στην ποίηση. Είναι για εσάς η ποίηση ένας τρόπος να αντέχεται η σκληρότητα της Ιστορίας;
–Ναι, ξεκάθαρα. Μα είναι απλά ένας τρόπος και όχι ο μοναδικός. Η ποίηση μπορεί να συγκινήσει, να αφυπνίσει, να ανοίξει νέους δρόμους. Είναι η σπίθα. Τα επόμενα βήματα οφείλουν να λασπωθούν και να ματωθούν για να ακυρώσουν τα ίδια λάθη της ανθρωπότητας.
-Τι προηγήθηκε στη ζωή σας: το θέατρο ή η ποίηση; Και πώς συναντήθηκαν τελικά μέσα στη γραφή σας;
–Σίγουρα η ποίηση. Ήμουν κλειστός και ντροπαλός για να είχα τη δύναμη να εκτεθώ . Η ποίηση και γενικότερα η λογοτεχνία ήταν το πρώτο καταφύγιο. Και κάπου στο Λύκειο ήρθαν -δίχως μαγικά ραβδιά και συμπτώσεις- οι αλλαγές. Βρέθηκα με ένα μικρόφωνο στο χέρι να τραγουδάω στους Broken Fossils και να κάνω θέατρο. Και κάποια χρόνια αργότερα, διαβάζοντας πολλά θεατρικά κείμενα ήρθε αναπόφευκτα και το πλέξιμο των δύο Τεχνών χωρίς να γίνει αντιληπτό από εμένα τον ίδιο. Ήρθε σα μια φυσική εξέλιξη. Αόρατη και υπαρκτή.
-Πού αρχίζει το προσωπικό βίωμα, η μαρτυρία και πού η μυθοπλασία;
–Συνηθίζω να τα μπλέκω. Έχω μέσα μου τις καταγραφές μου και αυτές φιλτράρουν οτιδήποτε γράφω. Η παρατήρηση θεωρώ ότι είναι το κομβικό σημείο. Όταν γνωρίζω κάτι καλά είναι εύκολο. Όταν πρόκειται για μαρτυρία ή ιδέα που θα ήθελα να γίνει μια ιστορία, συνήθως ταυτίζομαι με τον ήρωα, φορώ τα παπούτσια του -είτε στενεύουν είτε επιπλέουν- και γίνομαι ρόλος. Πώς θα ήταν αν αυτός ήμουν εγώ…
-Αναφέρετε ότι γράφετε από μια «ενοχική ευθύνη καταγραφής». Φοβάστε ότι κάποια πράγματα θα χαθούν αν δεν ειπωθούν;
–Ήδη έχουν χαθεί ένας σωρός ιστορίες. Θέλετε από την ανταλλαγή, από τον Β’ Παγκόσμιο, από τον Εμφύλιο, από τη χούντα; Γνωρίζουμε τους ήρωες του ’21 (όπως μας τους παρουσίασαν τα σχολικά βιβλία, βέβαια)· και πείτε μου εσείς αυθόρμητα πέντε ήρωες της Κατοχής. Η Ιστορία ‘ακούγεται’ όπως θέλουνε κάποιοι. Ε, ας ακουστεί και με μια άλλη φωνή. Επικεντρώνομαι στις μικρές-μεγάλες ιστορίες των καθημερινών ανθρώπων, στους ήρωες αντιήρωες που δίχως αυτούς όλα θα εξελίσσονταν διαφορετικά. Παράλληλα με αυτούς τους ανώνυμους κινείται και η ίδια η Ιστορία.
-Τι είναι πιο βαρύ για έναν άνθρωπο: να χάσει χρόνια ζωής ή να χάσει την αξιοπρέπειά του; Και πώς μετριέται αυτό το βάρος;
–Με το χέρι στην καρδιά, δεν μπορώ να σας απαντήσω με σιγουριά. Η ζωή είναι δώρο. Ζεις μια φορά, είσαι πολύτιμος για κάποιους, συνήθως δεν υπάρχουν δεύτερες ευκαιρίες. Η αξιοπρέπεια ορίζει κάποιους, οι οποίοι δεν ανέχονται λεκέδες στο λευκό τους πουκάμισο. Αυτός που θυσιάζεται είναι εκείνος ο οποίος έχει επιλογές και διαλέγει τον δρόμο της αξιοπρέπειας. Η οποία περιλαμβάνει όλα τα δεινά. Από αποχωρισμούς έως απώλειες. Από πόνο σωματικό και ψυχικό, μέχρι τον θάνατο. Και το ένα και το άλλο ασήκωτα, λοιπόν. Νομίζω ότι κανείς δε γεννιέται ήρωας. Οι καταστάσεις μπορούν να σε κάνουν. Εάν και εφόσον.
-Η Ιστορία στο έργο σας δεν λειτουργεί ως φόντο αλλά ως δύναμη που συνθλίβει ζωές. Πιστεύετε ότι η λογοτεχνία μπορεί να αποδώσει δικαιοσύνη εκεί όπου η Ιστορία στάθηκε άδικη;
–Ούτε η ζωή δεν μπορεί να αποδώσει δικαιοσύνη, πόσο μάλλον η λογοτεχνία. Λιθαράκια βάζει -γενικότερα η Τέχνη- στα θεμέλια ενός ουρανοξύστη. Είναι όμως χρέος μας αν τα έχουμε αυτά τα λιθαράκια στα χέρια μας να συμβάλλουμε στο οικοδόμημα. Προσωπικά νιώθω πολύ υπεύθυνος γι’ αυτό το κομμάτι.
-Αν ο αγώνας δεν δικαιωθεί ποτέ — αν μείνει ανοιχτός και εκκρεμής — ποιο είναι το νόημα της επιμονής; Τι είναι αυτό που κάνει έναν άνθρωπο να συνεχίζει, ακόμη κι όταν ξέρει πως η δικαίωση μπορεί να μην έρθει ποτέ;
–Έχω κάνει αυτή την κουβέντα με την σύζυγό μου και με τον γιο μου. Τους κοίταξα στα μάτια και τους είπα, ‘’Να ξέρετε ότι εγώ προσπάθησα πολύ να κάνω τον κόσμο καλύτερο’’. Βγήκα στους δρόμους, ήρθα σε αντιπαράθεση με πολιτικά πρόσωπα, έγραψα, έκανα θέατρο… έκανα και λάθη. Πολλά. Συνεχίζω, γιατί υπάρχει αυτό το κάτι μέσα μου που με κινητοποιεί. Δεν γνωρίζω πώς λέγεται μα θα ‘θελα κάποτε να γνωριστώ μαζί του. Είναι ο δρόμος προς την δικαιοσύνη που έχεις πάρει από την οικογένειά σου και από τους κύκλους σου που δεν σου επιτρέπει παρεκκλίσεις.
-Ο Μπρεχτ λέει πως «αυτός που αγωνίζεται μπορεί να χάσει, όμως αυτός που δεν αγωνίζεται ήδη έχει χάσει». Αν η ήττα προϋπάρχει της πράξης, τότε ο αγώνας τι είναι: πράξη αντίστασης ή άρνηση παράδοσης;
–Τώρα με έφερες πρόσωπο με πρόσωπο με τον αγαπημένο μου και ιδιαίτερο Μπρεχτ. Μια φωνή που χρόνια τώρα με βρίσκει στην καρδιά…Για μένα είναι πράξη αντίστασης και ηθικής. Όπως τα ορίζω εγώ. Όταν ξεκινώ τον αγώνα μου είμαι πεπεισμένος ότι θα νικήσω. Δεν είμαι ηττοπαθής. Δεν είμαι αιθεροβάμων. Είμαι συγκερασμός τους.
-Σήμερα συμμετέχετε ενεργά στους αγώνες κατά των αιολικών πάρκων στο Βέρμιο. Πώς μεταφράζεται για εσάς η έννοια της αντίστασης; Παραμένει η ίδια λέξη που συναντάμε στη λογοτεχνία σας ή γίνεται κάτι πιο σωματικό και άμεσο στο παρόν;
–Ο αγώνας μας ως SOS Βέρμιο δεν περιορίζεται κατά των αιολικών, αλλά και κατά των φωτοβολταϊκών στη Φύση, κατά οτιδήποτε θα επηρεάσει την ομαλότητα του φυσικού περιβάλλοντος. Μετά από τόσα χρόνια συμμετοχής, κοινή παραδοχή του κινήματος είναι ότι χρειάζεται ένας πολύπλευρος αγώνας αντίστασης. Στους δρόμους, στα βουνά, στις νομικές οδούς. Οι δύο πρώτες χρειάζονται κότσια και η τρίτη κότσια και χρήματα. Τα έχω λουστεί όλα. Η επιστήμη είναι εκείνη η οποία απαντά καλύτερα. Η ανεξάρτητη επιστήμη. Και φυσικά ο ενεργός πολίτης. Άλλο είναι να αντιστέκονται εκατό και άλλο δυο χιλιάδες. Αλλάζει ο τρόπος αντιμετώπισής σου. Από γραφικός γίνεσαι ξαφνικά αγωνιστής. Ο Λαός καθορίζει τις εξελίξεις. Έρχεσαι μαζί μας;
-Πόσο κοστίζει τελικά ένα όνειρο; Και ποιος πληρώνει τον λογαριασμό όταν εκείνος που το ονειρεύτηκε δεν είναι πια εδώ;
–Είναι πανάκριβα τα όνειρα. Μετρίδι δεν έχουν. Μόνο αόριστο τίμημα. Βαρύ για όλους. Για εκείνους που έφυγαν, για όσους μείνανε. Γνωρίζω καλά και τις δυο πλευρές. Ο καθένας τους πλήρωσε με τον τρόπο του. Πλήρωσαν κι από εκείνο που δεν είχαν, όχι απλά από το υστέρημά τους. Για πάντα θα υπάρχουν πληγές ανοιχτές που θα κακοφορμίζουν, θα ζέχνουν και θα κάνουν όνειρα για εκείνη την λευκή μπουγάδα στον αυλόγυρο της μικρής ζωής τους. Όνειρα και αμφισβητήσεις. Εκείνα τα ‘αν’ που είναι ραμμένα πάνω στο πουκάμισο που ανέφερα πιο πάνω.
Ίσως τελικά οι απαντήσεις να μην είναι αυτό που αναζητούμε. Σε έναν κόσμο όπου η Ιστορία συχνά αφήνει πίσω της περισσότερα τραύματα παρά δικαιοσύνη, η λογοτεχνία δεν έρχεται να διορθώσει το παρελθόν. Έρχεται, όμως, να το κρατήσει ζωντανό, όχι ως βάρος, αλλά ως μαρτυρία. Μέσα από τις «Τέσσερις λέξεις στα γιορτινά τους φορεμένες», δεν μας προσφέρει μια παρηγορητική αφήγηση. Μας προσφέρει κάτι πιο δύσκολο και πιο ουσιαστικό: έναν χώρο όπου η μνήμη επιμένει, όπου οι φωνές που δεν ακούστηκαν βρίσκουν τρόπο να επιστρέψουν. Γιατί τελικά αυτό που μένει δεν είναι η δικαίωση. Είναι η παρουσία. Η παρουσία εκείνων που έζησαν, που άντεξαν, που δεν μπόρεσαν να μιλήσουν αλλά συνεχίζουν να υπάρχουν μέσα από τις λέξεις. Και ίσως αυτό να είναι αρκετό. Κι όσο υπάρχουν άνθρωποι που θυμούνται, οι λέξεις θα συνεχίσουν να επιστρέφουν, ντυμένες, έστω, γιορτινά. Καλοτάξιδο να είναι!
