Δεν ξέρω τι θα ‘κανα χωρίς εσένα σε τούτη δω την ερημιά μες στη νύχτα! Άκου πάρτυ για τα τριάντα χρόνια της εταιρείας σε κτήμα στο πουθενά! Χάθηκαν οι χώροι διασκέδασης στο κέντρο της Αθήνας; Να το φτάνεις εύκολα βρε αδερφέ! Ξέρω, πάλι γκρινιάζω! Έχεις βαρεθεί να με ακούς. Αν δεν είχα πάρει το βραβείο «του υπάλληλου του μήνα», στο λέω, δεν θα ερχόμουν. Όλοι αυτοί, να ξέρεις, που σήμερα το πρωί με συνέχαιραν, αύριο με το ζόρι θα μου πουν μια καλημέρα. Όπως και κάθε μέρα άλλωστε! Σκυμμένοι στους υπολογιστές και τα χαρτιά τους, πίσω από τα τζαμένια διαχωριστικά των γραφείων τους, ούτε που σηκώνουν κεφάλι όταν περνώ δίπλα τους. Θα μου πεις, δεν είσαι καλύτερος! Όπως έστρωσες, θα κοιμηθείς!
Να την πάλι! Την ξεστόμισα χωρίς να το θέλω! Αυτή η παροιμία με κυνηγάει από παιδί δημιουργώντας μου ενοχές απ’ το τίποτα. Ας όψεται ο συγχωρεμένος ο πατέρας μου που μου τη φόρτωσε! Ήταν θυμάμαι, η μόνιμη επωδός για παθήματα γνωστών, συγγενών αλλά και ξένων, την οποία συνόδευε με ένα κούνημα του κεφαλιού στο πλάι, ανασηκώνοντας ελαφρά και τον δεξιό του ώμο, σαν να έδινε ένα σπουδαίο μάθημα ζωής. Τη χρησιμοποιούσε σε όλες τις περιπτώσεις, αφήνοντάς με μικρό παιδί να αναρωτιέμαι πώς γινόταν να γνωρίζει το πώς είχαν στρώσει και πώς είχαν κοιμηθεί όλοι αυτοί. Τόσο πολύ με είχε επηρεάσει η επανάληψη αυτής της παροιμίας, που ξόδευα ώρες για να είναι το κρεβάτι μου όσο το δυνατόν πιο καλοστρωμένο, ζώντας με τον φόβο του ελέγχου του πατέρα μου και την αγωνία μήπως δεν κοιμηθώ καλά. Μεγαλώνοντας, έφτασα μάλιστα στο σημείο να μετράω το φάρδος του σεντονιού που έβγαινε από το πάπλωμα, καθώς και το μήκος του, ώστε να πέφτει το ίδιο και στις δύο πλευρές του κρεβατιού. Ένιωθα πως το στρώσιμο κάθε είδους είχε γίνει καθήκον μου, δεύτερη φύση. Η παροιμία εξακολουθούσε να κατευθύνει τη ζωή μου σαν ένα καλά κρυμμένο GPS. Άργησα δυστυχώς να καταλάβω ότι εκεί που νομίζεις πως όλα είναι τακτοποιημένα, έρχεται η ίδια η ζωή, σου φέρνει τα πάνω κάτω και δεν σ’ αφήνει ήσυχο ούτε στον ύπνο ούτε στον ξύπνιο.
Έτσι, ούτε που κατάλαβα πώς έμεινα μόνος, να τακτοποιώ επιμελώς κατωσέντονα, πανωσέντονα και κουβέρτες, αγκαλιά με μαξιλάρι δίπλα μου φρεσκοσιδερωμένο αλλά άδειο. Κι από ύπνο, ούτε λόγος! Είδε κι απόειδε, βλέπεις, η Ρένα μετά από δύο χρόνια σχέσης και με παράτησε σύξυλο ένα πρωί, όταν τράβηξα απότομα τα σκεπάσματα του κρεβατιού που είχε στρώσει πρόχειρα, για να τα ξαναστρώσω όπως έκρινα εγώ. Τα ήθελα αλφάδι!
Για να μη σου πω για τις σχολικές εκδρομές που περιλάμβαναν και διανυκτέρευση! Ίδρωναν οι καθηγητές μου να βρουν παιδί που να θέλει να μείνει στο ίδιο δωμάτιο μ΄ εμένα. Ήμουν ο περίεργος της τάξης. Αυτός ήταν και ο λόγος που πήγα σε ελάχιστες εκδρομές κατά τη διάρκεια των σχολικών μου χρόνων.
Ως φοιτητής βέβαια είχα επιτέλους την επιλογή να μένω στις εκδρομές σε μονόκλινο, έχοντας έτσι όλη την άνεση να στρώνω και να κοιμάμαι, όπως εγώ ήθελα. Έχασα όμως όλες τις χαλαρές καλοκαιρινές διακοπές με φίλους στα κάμπινγκ, αφού δεν εξασφάλιζαν τις προσωπικές μου προδιαγραφές ύπνου.
Στο στρατό ωστόσο, όπου το στρώσιμο του κρεβατιού ήταν για όλους βραχνάς, για μένα ήταν παιχνιδάκι. Κι όχι μόνο μου ήταν εύκολο αλλά το ευχαριστιόμουν κιόλας και καμάρωνα για το επίτευγμά μου στην πρωινή επιθεώρηση θαλάμου από τον λοχία. Τι τα θες! Το δούλεμα από τους άλλους πήγαινε σύννεφο! Άσε που έβρισκα το κρεβάτι μου μονίμως ξέστρωτο!
Για χρόνια αναρωτιόμουν ποιος ήταν άραγε ο τρόπος που έστρωνε ο πατέρας το δικό του κρεβάτι, ώστε να είναι σε θέση να κρίνει των άλλων. Δεν τόλμησα ποτέ να τον ρωτήσω. Και τέλος πάντων, ποιο ήταν το κλειδί της επιτυχίας γι΄ αυτό το περίφημο «όπως έστρωσες»; Και αφού το γνώριζε τόσο καλά, γιατί δεν μου το έδειχνε κι εμένα για να γλιτώσω κόπο και χρόνο; Δεν τόλμησα ποτέ να αντιμετωπίσω το δύσθυμο, συνοφρυωμένο και συχνά νυσταλέο βλέμμα του, που έδινε την εντύπωση πως υπέφερε από χρόνια αϋπνία. Άσε που, αν κρίνω από τη μονίμως σκυθρωπή και άκεφη μητέρα μου, μάλλον ούτε και σ΄ εκείνη είχε εξασφαλίσει τον πολυπόθητο καλό ύπνο. Η κρεβατοκάμαρα των γονιών μου έχει καταγραφεί στη μνήμη μου μονίμως κλειστή. Επτασφράγιστο μυστικό! Μια φορά μόνο θυμάμαι τη βρήκα τυχαία μισάνοιχτη και είδα το κρεβάτι τους άνω κάτω με τα σεντόνια ένα κουβάρι. Για ποιο στρώσιμο μιλούσε τότε εκείνος; Αχ μωρέ πατέρα, τώρα που κοιμάσαι τον αιώνιο ύπνο ποιος κοιτάει πώς είχες στρώσει όσο ζούσες;
«Σε διακόσια μέτρα ο προορισμός σας θα βρίσκεται στα δεξιά».
Ακριβής όπως πάντα! Ευχαριστώ.
«Φτάσατε στον προορισμό σας»
Δεν είχε μακρύτερα να μας φέρει; Τουλάχιστον έχει άνετο πάρκινγκ. Πρέπει να σε κλείσω τώρα. Θα σου ΄χω νέα στην επιστροφή.
