Το κριτικό αισθητήριο τού Χρήστου Αντωνίου
Ποιητής, δόκτωρ φιλολογίας, κριτικός λογοτεχνίας, δοκιμιογράφος, μελετητής της Βυζαντινής Αγιογραφίας, ειδικός στο έργο του Γιώργου Σεφέρη με το οποίο συνομιλεί επί δεκαετίες, ανακαλύπτοντας κάθε φορά νέες όψεις του. Η τέχνη και η λογοτεχνία κατά τον Χρήστο Αντωνίου, αποκτά νόημα και υπόσταση όταν αναμετράται και υπερβαίνει την πραγματικότητα.Ο κριτικός γνωρίζει πως η λογοτεχνία δεν εξαντλείται σε μια επιφάνεια λόγων, όσο λαμπρή κι αν είναι αυτή η επιφάνεια.
Για κάθε ποιητή, κάθε έργο που προσεγγίζει ο Αντωνίου, έχει και μια ξεχωριστή μέθοδο. Ανάλογα με τις συνθήκες, άλλοτε επιχειρεί να διαλύσει το κείμενο και να το ξανασυνθέσει σε προσβάσιμες ποιητικές μορφές και άλλοτε διασχίζει μόνο την αιθέρια επιφάνειά του· αφουγκραζόμενος «παράξενες φωνές, τριγμούς και στριγγλιές» που αναδύονται, προσπαθεί ν’ αγγίξει και να αισθανθεί κάτι απ’ την ονειρική υφή του. Γι’ αυτό δεν μας ξεναγεί πάντα από την κεντρική είσοδο, κάποιες φορές μας βγάζει από κάποια ανύποπτα παραπόρτια στο κεντρικό αίθριο κι άλλες φορές στο σκοτεινό κελάρι. Τοποθετεί στη σωστή γωνία το βλέμμα του και, ακολουθώντας μιαν εσωτερική ανιούσα, επιχειρεί να δοκιμάσει την τέχνη του ποιητή που αναλύει· εξερευνά τα εσωτερικά του τοπία, προσπαθεί να συγκρατήσει λίγο στη φούχτα του τη φιλοσοφική και δραματική αντανάκλαση της ψυχής του, να γευτεί την αισθητική του συγκίνηση.Η θετική και ακριβόλογη αισθητική του, εξετάζει γεγονότα και συγκεκριμένες ψυχολογικές στιγμές, από διάφορα ψυχικά και αισθητικά περιστατικά, υποβάλλει με την αλληγορική της αφήγηση στη φαντασία μας την εσωτερική εικόνα του ποιητή.
Στο όμορφο,«ερμητικό» και μυστηριώδες, όπως το χαρακτηρίζει,‘’Νυχτολόγιο’’ τής Παυλίνας Παμπούδη, επισημαίνει ότι ο κρυπτικός της λόγος γίνεται σταδιακά δορυφόρος που μπαίνει σε τροχιά γύρω απ’ το κέντρο του μυστηρίου. Κάθε ερμητικός της στίχος κρύβει και μια διαλείπουσα -πέραν του συνειδητού κόσμου- υπερπροσωπική προβολή, λαμπερή και σκοτεινή, που μπορεί να είναι το προοίμιο μιας άλλης κι αυτή μιας τρίτης, έτσι που ο αναγνώστης να ακολουθεί το φως ή το σκοτάδι της, μέσα στο απέραντο μυστήριο που ολοένα συντελείται σε βάθος και που επεκτείνει τη συνείδηση και τ’ ανθρώπινα βιώματα. «Η ποίησή της»-γράφει ο Χρήστος Αντωνίου-«αποτελεί ξενάγηση σ’ ένα εσωτερικό τοπίο, αρκετά παράξενο, με σκοπό τη μύηση του αναγνώστη σε διαστάσεις υπερατομικές και υπερβατικές και γι’ αυτό ο κρυπτικός λόγος της έχει κάτι από το ασύλληπτο και μυστήριο των ιερών βιβλίων».
Σε μιαν άλλη ενότητα, αναλύοντας τα ‘’Βράχια’’ του Γιώργου Βέη ο Αντωνίου μας μεταφέρει στο ενιαίο Σύμπαν του ποιητή, το κοσμικό και το λογοτεχνικό, το άμεσα συνδεδεμένο με το εσωτερικό, ανθρώπινο σύμπαν, τις δυνάμεις και τα φυσικά στοιχεία που το διέπουν, αλλά και την έννοια της κοινωνικής δικαιοσύνης που διατρέχει τους στίχους. Ο εξωτερικός κόσμος που επηρεάζει άμεσα τον εσωτερικό, όσο κι αν μετασχηματίζεται μέσα στο ποίημα, υπάρχει και δείχνεται σαν ένα πρώτο και ύστατο μαζί δεδομένο: «Το ποίημα γεννιέται πάντοτε ταυτόχρονα με το ερέθισμα.Τα γεγονότα δεν προλαβαίνουν να μας συστηθούν, γιατί τα έχει προλάβει ήδη η γραφίδα του ποιητή. Δεν πρόκειται για αυτόματη γραφή. Κάτι άλλο συμβαίνει: Ο ποιητής βρίσκεται επί ποδός, ξάγρυπνος ‘’τα τ’ ώτα τον τε νουν τα τ’ όμματα’’, κυνηγός των ποιητικών συλλήψεων από τις οποίες άλλωστε εξοικονομεί τον άρτον τον επιούσιον, και έτοιμος, καθώς περνούν τα διαβατάρικα πουλιά, τα πυροβολεί. Κρατάει μάλιστα στο ένα χέρι το όπλο του και στ’ άλλο το μαγικό ραβδί για να μετασχηματίζει την πραγματικότητα σε μεταφυσική».
Από την ‘’Πήλινη Χορεύτρια’’ και τον υποβλητικό, επικό λυρισμό της Τασούλας Καραγεωργίου, όπου κάθε γλωσσοπλαστική προσπάθεια βασίζεται στην αυστηρή και την καθορισμένη γραμματικά σημασία της λέξης, ο Αντωνίου ξεχωρίζει το πνευματικό, φιλολογικό, σε κάθε περίπτωση επίκαιρο, πολιτισμικό δέος που απορρέει από το έργο. Εναρμονίζεται με την ήρεμη κίνηση της επικής αφήγησης·παίρνει τη στάση των αρχαίων αναγλύφων, παρακολουθεί τις εξάρσεις και υφέσεις του λυρισμού, τον ‘’πηλό και τον χορό’’ από την Οινοχόη του Διπύλου μέχρι σήμερα, το εύθραυστο και τη χαρά της ζωής, στην ίδια, πάντα, Ελληνική γλώσσα. Ιχνηλατεί εκείνο που οδηγεί στη σύλληψη της αιτίας, όχι με τη μορφή της αφηρημένης εξίσωσης, αλλά σαν φωτεινή παρένθεση ανάμεσα στη πίκρα της ζωής και στην συντριπτική αιωνιότητα του θανάτου. Το κριτικό του αισθητήριο σκανάρει σαν επιμύθια τις 14 παρενθέσεις-κατακλείδες, για να φωτίσει τις σκοτεινές ατραπούς των στίχων·σταματάει με κάποια γοητεία μπροστά στις συβυλλικές κι απέριττες μορφές των πολυνόητων μύθων τους, στη μεταβολή τους από θερμή ακτινοβολία σε μαρμάρινες φιγούρες αρχαίου νεκροταφείου.
Στις ‘’Πορείες Κατάδυσης’’ της Χρύσας Αλεξοπούλου ο Αντωνίου επισημαίνει κάτω από την φαινομενικά ήπιων τόνων γραφή, τις ‘’θύελλες’’ του εσωτερικού της κόσμου· την υπαρξιακή ανάγκη του βυθού, ‘’το κάλλος της σιωπής του’’,τη λειτουργία του ‘’υγρού στοιχείου’’ ως γέφυρα μεταξύ ζωής και θανάτου. Ο κριτικός, με το δικό του βαθυσκάφος παρακολουθεί τις καταβυθίσεις της ποιήτριας και καταγράφει την επιμονή και την δύναμη του ανθρώπου στο πρόσωπο του Βίσεντ Βαν Γκογκ και του Τζάστιν, του Επίμονου Κηπουρού του Τζων Λε Καρρέ, στην αναζήτηση της προσωπικής τους αλήθειας. Βλέπει το ‘’σκοτάδι’’ της ποιήτριας σαν ένα είδος οπτικής που δίχως τη λειτουργία της δεν μπορεί να αντικρύσει κανένα φως. Αγγίζει προσεκτικά το κείμενο, ώστε να μην το μεταβάλλει οργανικά,να μην τροποποιήσει τις αναλογίες των καλλιτεχνικών του μερών. Έτσι η εικόνα απορρέει από το ποίημα σαν ένα στοιχείο του, αλλά και το ποίημα απορρέει από την εικόνα, σαν απόλυτη αισθητική ολοκλήρωση:
«Εδώ συμβαίνει κάτι αντίθετο με τη θάλασσα που όσο κι αν
αφρίζουν τα κύματά της, στο βυθό παραμένει πάντοτε ήρεμη.
Ήρεμη όμως εδώ είναι μόνο η επιφάνεια, ενώ ο βυθός πάντοτε
ταραγμένος».
Ρυθμός και εικόνα, μας λέει ο Αντωνίου, αρθρώνουν τον ποιητικό λόγο της εικαστικού και ποιήτριας Ηρώς Νικοπούλου. Βλέπει το ποίημα «Γάζα» να ευθυγραμμίζεται με το δικό του δοκίμιο για την πολύπαθη πόλη. «Το Μέγα»-γράμμα-Θήτα» της Νικοπούλου, φέρει μέσα του το Θείο, τον Θάνατο αλλά και το Θαύμα, σαν αυτό που συντελείται στο δρόμο προς Εμμαούς. Η ποιήτρια κοντοστέκεται, αλλά παρακάμπτει το ‘’Μαύρο τετράγωνο’’ του ‘’ανατροπέα’’ Μάλεβιτς και παίρνει το λευκό μονοπάτι. «Το λευκό εδώ» λέει ο ΧΑ,«δεν είναι το φόντο του μηδενός, αλλά το τελικό στάδιο της ύπαρξης, ένα φως που δεν χρειάζεται σκιά για να υπάρξει». Ο Σεφέρης τη σημερινή ζωή, τον τόπο, τους ανθρώπους, ακόμα και τη φύση, τη βλέπει σαν μια εφιαλτική επιβίωση. Δίπλα στον επιβλητικό καμβά της Νικοπούλου ο Αντωνίου παραθέτει το ‘’Θαύμα’’ του Σεφέρη με το ίδιο δικό του μότο: «Απαιτείται η επώδυνη συμμετοχή του ανθρώπου».
Η θετική και ακριβόλογη αισθητική του ποιητή και κριτικού Χρήστου Αντωνίου εξετάζει γεγονότα και συγκεκριμένες ψυχολογικές στιγμές, από διάφορα ψυχικά και αισθητικά περιστατικά, υποβάλλει με την αλληγορική της αφήγηση στη φαντασία μας την εσωτερική εικόνα του ποιητή. Αρχαία Αιγυπτιακή ποίηση, Παλλαδάς, Ρωσοαγγλογάλλος, Ελληνική Νομαρχία, Σολωμός, Κάλβος, Χριστόπουλος, Κρυστάλλης, Καβάφης, Ρίτσος, Παλαμάς, Αναγνωστάκης, Εγγονόπουλος, Ρουκ, Βαρβέρης, Γκάτσος, Κωσταβάρας, Μίκης, Ρουμπλιόφ, Τσαρούχης…Η Βυζαντινή αγιογραφία ως πεδίο φιλοσοφικού και αισθητικού στοχασμού και η σύνδεσή της όχι με το ‘’Ωραίο’’ αλλά με το ‘’Υψηλό’’. Ο Αντωνίου δεν προσεγγίζει τα κείμενα και τις εικόνες σαν απολιθώματα, διαβάζει το παρελθόν με τα μάτια του παρόντος.
ΕΠΊΛΟΓΟΣ
Τον Χρήστο Αντωνίου τον απασχολεί το ‘’δίπουν άπτερο’’, η αληθινή υπόσταση και δύναμη του ανθρώπου και η κατάλυση της ενότητάς του με τον εξωτερικό κόσμο.Ο Χόμο Σάπιενς είναι γι’ αυτόν ένας αυτοκυριαρχούμενος και αυτοκινούμενος ωκεανός,άλλοτε προς το Καλό, άλλοτε προς το Κακό. Με αυτόν το τρόπο του αλληλοφωτισμού, με τα ποιήματα, τα δοκίμια και τις κριτικές του, χρησιμοποιεί εικόνες από τον φυσικό και τον ηθικό κόσμο, σε απόλυτη ισορροπία μεταξύ τους. Κάθε έργο του ΧΑ είναι ένα fragmentum, ένα θρύψαλο από έναν τεράστιο καθρέφτη που αντιφεγγίζει το σύμπαν της ανθρώπινης ψυχής. Ο καθρέφτης σπάει, όμως η δύναμή του να καθρεφτίζει το σύμπαν διατηρείται σε κάθε του κομμάτι. Και, σαν τον ποιητή του Παλαμά,
‘’όταν ξεπέφτουν τα ιδανικά κι ο
καθένας τα διώχνει απ’ το σπίτι του, εκείνος τα παίρνει στο
καλύβι του και άσυλο τους δίνει’’.
