Η ποίηση ήταν μία-η πρώτη από τις αγαπημένες της αποσκευές, όπως η ίδια αναφέρει στο σύντομο, εξομολογητικό βιογραφικό της. Ποιητικά βιώνει το οικείο της περιβάλλον, στην παρα-μυθική αγκαλιά της Σμυρνιάς γιαγιάς της, «που την μπόλιαζε με αγάπη για την ποίηση». Συγκυριακά, ατυχή συμβάντα, έσκαψαν ακόμα βαθύτερα το ψυχικό της υπόστρωμα και την θωράκισαν με μια βαθιά αλλά αγωνιστική, ποιητική μελαγχολία. Σταθμός στην εναρκτήρια πορεία της προς την ποιητική γραφή, ήταν η στιγμή που έκαμε το πρώτο της βήμα στη «γη των ποιητών» το 2000, με το ποίημά της «να δείχναμε το δέντρο μας», δημοσιευμένο στο περιοδικό Φώτα-φωτογραφίζοντας. Έκτοτε θα σταθμεύσει στη γη της γραφής, της ποίησης προπάντων, με ρυθμό που δεν τον εξαναγκάζει ν’ ακολουθήσει την πνιγηρή εντολή των καιρών. Στα μεσοδιαστήματα προετοιμάζει, κυοφορεί και ενδύει ιδέες, απλά συμβάντα, ηχηρά γεγονότα, σκέψεις και στοχασμούς της σε στίχους, που κάποια στιγμή ωριμάζουν σε ποίηση και «τολμούν» την απόδρασή τους από το μοναχικό της εργαστήρι. Τρία κανάλια έρωτα (Φωτογραφίζοντας, Αθήνα 2011), … νερό στο κουπί (Βεργίνα, Αθήνα 2012), κουπί στο νερό… (Γαβριηλίδης, Αθήνα 2013), Τρι τρι (Κέντρο Ευρωπαϊκών Εκδόσεων Χάρη Πάτση, Αθήνα 2018),

Νέος Κόσμος (Κέντρο Ευρωπαϊκών Εκδόσεων Χάρη Πάτση, Αθήνα 2022) οι ποιητικές της συλλογές. και τα κομψά, πεζά της αφηγήματα με τίτλο Τριγμοί και ψίθυροι (Δρόμων, 2017), είναι η συγγραφική της συγκομιδή. Σ’ αυτή τη συγκομιδή η Μαρία Κονταλή φέρει αδιατάρακτα τη στόφα της ποίησης. Η ίδια, καθώς προσδιορίζει ειδολογικά τις δημιουργίες της σε ποιήματα και πεζά, καταθέτει αντί επιλόγου στη συλλογή των μικροδιηγημάτων της Τριγμοί και ψίθυροι, με τη μορφή ποιήματος, τη διαφορετική τους φωνή:
Άλλα είναι χείλη έφιππα,/άλλα είναι πεζά./Ίσως/να ακουστεί παράξενο,/αλλά τα έφιππα,/ως να οργώσουνε τα λόγια/για να τα ξεστομίσουν,/ζυγίζονται με τον πόνο/αριστοτεχνικά./τα δε πεζά μοιάζουν/να φτάνουν εύκολα,/πρακτικά, φυσικά./Ο καβαλάρης/με κόπο κι οδύνη/κουβαλά τα πλουμίδια του. /ο πεζικάριος γεωργός,/με της ευαισθησίας/το παράθυρο μισάνοιχτο/και το μυαλό/να δένει-λύνει./
Φορείς ευθύνης και τα δύο είδη-ποιήματα και πεζά- ισοζυγίζονται στη δημιουργική της συνείδηση και αναγνωρίζονται από την ίδια ως καλοδεχούμενοι «επισκέπτες» της και φορείς μιας αποστολής:
Ας είν’ καλά/κι οι δυο μεριές,/που διάλεξαν/και παίρνουνε/του λόγου την ευθύνη…
Η ποίηση ωστόσο είναι ο «βιολογικός» εξοπλισμός και λειτουργεί ακάματα σε κάθε έκφραση και έκφανση της ζωής και της σκέψης της Μαρίας Κονταλή. Ακόμα και τα μικροδιηγήματά της αντλούν από το μεταμορφούμενο σε πεζό λόγο απέραντο ποιητικό της βλέμμα, καθώς περιστρέφεται γύρω από το μικρό και αδύναμο και ανέστιο, χαρίζοντάς του αινιγματική, θαρραλέα υπόσταση απέναντι στον «μεγάλο κόσμο».
Αυτόν τον μεγάλο-με όποια σημασία-κόσμο προσεγγίζει προοδευτικά, καθώς οι βηματισμοί της στη γραφή αρχίζουν από τη διερεύνηση του εσωτερικού της κόσμου, την εστίαση στα αρκτικά βιώματα και στην υπαρξιακή μελαγχολία, με υλικό που τη συνδέει όμως με τα πράγματα και την ανθρώπινη πραγματικότητα. Έτσι, η κίνησή της, χωρίς υπερβολικό, «πρωτόλειο» συναισθηματισμό, ενέχει τον σπόρο του σκεπτόμενου-κριτικού λόγου: που στη μετέπειτα διαδρομή, και κυρίως στην τελευταία ποιητική της συλλογή Νέος Κόσμος, θα προσανατολιστεί προς τον κοινωνικό-πολιτικό στοχασμό, όντας και το ποιητικό υποκείμενο μέσα σ’ αυτόν, θύμα και τιμητής ταυτόχρονα.
Σ’ αυτό το τελευταίο ποιητικό της πόνημα θα απλώσει τον παγκόσμιο χάρτη μπροστά στα μάτια της και με οδηγό τη συσσωρευμένη και μεταπλασμένη εμπειρία της από την ιστορία και τη γεγονοτολογία του βιωμένου παρόντος της, θα συντάξει την προσωπική της «ανάγνωση» της πορείας του ανθρώπου και του ανθρώπινου-νέου- πολιτισμού, λειτουργώντας επι-κριτικά για τη δραματική πορεία του, τη λεηλασία της ζωής, αναλογιζόμενη αν από κάποιο παραθύρι του χρόνου μπορεί να φανεί λίγο φως:
Μηνύματα χαοτικά
Τι «Νέος Κόσμος»/είν’ αυτός!/Παραμιλά το Είναι του, τρομάζει η ψυχή του, /έχασε τη Φωνή του/τι θα ‘χε να του πει;/Το δρομολόγιο λοιπόν/δεν έχει επιστροφή;/Αυτός ο Άγνωστος Κόσμος/να ‘ναι μια μαύρη τρύπα/του Γαλαξία μας/ή ένα τούνελ/στο Απέραντο Σύμπαν;/Πότε θα φέξει…/Θα Καλοξημερωθεί;/ (σ. 22).
Οι ανήσυχοι προβληματισμοί της ποιήτριας και η ποικίλη εστίαση σε διάφορες όψεις του «Νέου Κόσμου», εμφανίζονται σε πλείστα ποιήματα της συλλογής και διατυπώνουν με διάφορες «γλώσσες» και φωνές την αγωνία της για το μέλλον του: Το Δισκοπότηρο, Δώρο άδωρο, Το Μεγάλο μας Τσίρκο, Μια ακόμα αρχή του Κόσμου, Ανεβαίνοντας…, Πόλεμος και Ειρήνη, Από το Γκρι ως το Λευκό, Τα μαντάτα, Άνοιξη, Η Γη του 21ου αιώνα, 3ος Παγκόσμιος κ.ά. Οι εικόνες που μορφοποιούν τα σκοτεινά της νοούμενα, σαν σιβυλλικές απο-κρίσεις, συχνά ανολοκλήρωτες, καθώς η ποιήτρια δεν οριστικοποιεί το μάταιο της ελπίδας, γι’ αυτό και ανοίγει επιλογικά ερωτηματικά προσμένοντας από κάπου ένα σημάδι φωτεινό. Ο «Νέος Κόσμος», παρόλο που έχει το μυθοποιημένο προσωπείο της προόδου, εκβάλλει στη συνείδηση της ποιήτριας με το αληθινό του πρόσωπο, πολιορκώντας την ασφυκτικά με ένα αίσθημα αβεβαιότητας και ματαίωσης, μετασχηματισμού και απώλειας. Οι εσωτερικές δονήσεις-κάποτε με τη μορφή ασυμφιλίωτων συγκρούσεων- μεταποιούν βιώματα και στοχασμό σε τοπία με έντονη υποδόρια αγωνία.
Υπάρχει ποιητική πρόταση διαφυγής; Δεν είναι στις προθέσεις της ποιητικής γραφής της Μαρίας Κονταλή να σταθμεύσει στην «Κεκαυμένη» Ζώνη, στην αστρολογική φωτιά της Via Combusta. Oι βασικοί άξονες της ποιητικής της συγκροτούν διττούς, αντιθετικούς κόσμους: φως και σκοτάδι, ελπίδα και ματαίωση, κίνηση και απραξία, εσωστρεφή μόνωση και εξέγερση. Αν και αισθάνεται την ψυχική μοναξιά μέσα στο πλήθος και την ταυτότητά της μέσα στον χαοτικό, μεταβαλλόμενο ακαριαία κόσμο, δεν παραιτείται από το μέλλον. Στην αναζήτηση ωστόσο ενός κώδικα αξιών, επιστρέφει σε αμετακίνητες αξίες, που ξεπηδούν από το παρελθόν της ανθρώπινης περιπέτειας, όπως έχουν υφανθεί στις άγρυπνες συνειδήσεις. Απόηχοι της φιλοσοφίας, των θρησκειών, της λαϊκής λογοτεχνίας-αγάπη, υπομονή, χαμόγελο, ταπεινότητα, ελευθερία, αντίσταση, ενότητα, προσευχή:
Κοιτώντας επάνω
Θεέ μου,/όταν προσεύχομαι/στου «Νέου Κόσμου το μετρό/ο μικρός άνθρωπος μέσα μου/ζητά να ‘ναι καλά εκείνος/οι δικοί του/η Χώρα όλη, ολάκερη η Γη-/ακόμη κι οι οχτροί…/Για να έχουν/την Ευκαιρία της Μετάνοιας…!
Η σκέψη της Κονταλή, όπως κατατίθεται στην ποίησή της έχει έναν κοινωνικό και πανανθρώπινο προσανατολισμό- όχι σπάνια αφήνει την αίσθηση ενός ποιητικού μανιφέστου. Δεν πρόκειται για εσωστρεφή, υπαρξιακή ποίηση-αν και το ποιητικό υποκείμενο είναι που ανασκάπτει και τη δική του θέση, την ύπαρξη και τον προορισμό του στον Νέο Κόσμο. Αλλά επιχειρεί μια ολική θεώρηση του κόσμου, συνδέοντας το ιστορικό παρελθόν με τη σύγχρονη παγκόσμια πραγματικότητα, πάνω σε έναν ισχυρό, καθολικό ηθικό άξονα.
Το ίσον
…………………………………………………
Βρες τον λόγο να δώσεις/το νόημα που μιλά σε σένα,/υπόγραψέ το/πίστεψέ το/κι αν είν’ για το Καλό/του Κόσμου/γίνε η φωνή του,/διάδωσέ το!/Με θέρμη στην καρδιά.
Τα ποιήματα στο σύνολό τους υποδηλώνουν έντονη κριτική στάση απέναντι στη σύγχρονη εποχή και στα ήθη που διαμορφώνονται από τον «πολιτισμό» της. Γι’ αυτό ο λόγος είναι στοχαστικός και ο τόνος της φωνής διδακτικός, χωρίς όμως να εκτρέπεται σε ρηχό διδακτισμό και χωρίς να χάνει το ποίημα τη λειτουργία του ως αισθητικό γεγονός . Το δεύτερο πρόσωπο που συχνά χρησιμοποιεί έχει την πρόθεση της απεύθυνσης, σε κάποιο γνωστό ή άγνωστο, υποθετικό πρόσωπο, σε ατομικό ή συλλογικό υποκείμενο, στο οποίο και απευθύνεται ο λόγος συμβουλευτικά, όπως στα επιστολικά συμβουλευτικά κείμενα των αρχαίων συγγραφέων.
Η Μαρία Κονταλή γνωρίζει τα όρια των ηθικών βεβαιοτήτων, όπως και την αποσάθρωσή τους στην παγκόσμια επικράτεια του «Νέου Κόσμου». Από τα βασικά εργαλεία της, η ειρωνεία, που λειτουργεί ως μηχανισμός αποστασιοποίησης αλλά και ως η φωνή αποκάλυψης των αντιφάσεων της σύγχρονης ζωής, απογυμνώνοντας τις ψευδαισθήσεις που τη συγκροτούν. Η γλώσσα της απλή, διαυγής, με οικονομία εκφραστικών μέσων, δεν «μιλά» με περίτεχνα σχήματα, αλλά με καθαρό λόγο και αποκαλυπτική ευρωστία. Έτσι, η γλώσσα γίνεται φορέας αποκάλυψης, διαμαρτυρίας και λιτής ποιότητας ηθικών νοημάτων. Ίσως σε κάποιες στιγμές η δηλωτική και αποφθεγματική διάσταση της γραφής να οδηγεί το ποιητικό αποτέλεσμα σε μια ρητορική διακήρυξη. Αλλά η υπόγεια ειρωνεία και η γνησιότητα του μαχητικού λόγου επανασυστήνουν τον «Νέο Κόσμο» ως μια ποίηση κοινωνικο-πολιτικού προσανατολισμού και ηθικής έγερσης προς έναν Νέο Κόσμο αξιών, αντίρροπο στη διάλυση του αποστραγγισμένου ηθικά κόσμου της παγερής, ανεξέλεγκτης, ερήμην του ανθρώπου, τεχνοκρατίας.
Η Μαρία Κονταλή δεν έρχεται για να προσφέρει πρακτικές λύσεις-δεν είναι, άλλωστε, αυτό μέλημα της ποίησης. Επιμένει, με ποικίλες ποιητικές παραλλαγές των στίχων της και εικονίσεις της πραγματικότητας, στη σύγκρουση ανάμεσα στο είναι και στο δέον, αναδεικνύοντας έναν κόσμο σε κρίση και εγείροντας τη δική της φωνή για την ανάγκη επαναθεμελίωσης ενός βιώσιμου κόσμου ανθρώπινων αξιών.
