You are currently viewing Μάγδα Παπαδημητρίου-Σαμοθράκη: Ο Γιάννης Ξανθούλης συνομιλεί με τη Μάγδα Παπαδημητρίου-Σαμοθράκη για το βιβλίο του “Η Άλωση των Αθηνών από τις αδερφές Γαργάρα”, εκδόσεις Διόπτρα, 2025

Μάγδα Παπαδημητρίου-Σαμοθράκη: Ο Γιάννης Ξανθούλης συνομιλεί με τη Μάγδα Παπαδημητρίου-Σαμοθράκη για το βιβλίο του “Η Άλωση των Αθηνών από τις αδερφές Γαργάρα”, εκδόσεις Διόπτρα, 2025

Ο Γιάννης Ξανθούλης επιστρέφει με τις Αδερφές Γαργάρα και ανοίγει, για ακόμη μια φορά, ένα παράθυρο σε μια Ελλάδα που δεν αγωνίζεται απλώς να γίνει πρωτεύουσα, αλλά να κατοικήσει τον ίδιο της τον εαυτό. Μια χώρα σε μετάβαση, μετέωρη ανάμεσα στο τραύμα και την προσδοκία, σ’ εκείνα τα χρόνια —1959 με 1960— όπου ο χρόνος δεν κυλά αλλά πάλλεται, σαν κάτι που δεν έχει ακόμη αποφασίσει τι θα γίνει.


Στη Ροδόσταμη της Ανατολικής Μακεδονίας, μέσα σε μια οικογένεια που θυμίζει σκηνή όπου το τραγικό και το γελοίο συνυπάρχουν σχεδόν τελετουργικά, η Φιλοθέη και η Μαγιοπούλα μεγαλώνουν όπως μεγαλώνουν τα όνειρα: μέσα σε στενότητα, αλλά με βλέμμα στραμμένο αλλού. Η Φιλοθέη, ανήσυχη, σχεδόν διάφανη από επιθυμία, επινοεί την Αθήνα πριν ακόμη τη δει και την προσφέρει στη μικρότερη αδελφή σαν υπόσχεση, σαν έξοδο, σαν σωτηρία που ήδη εμπεριέχει τη διάψευσή της. Γιατί η πόλη, εδώ, δεν είναι τόπος αλλά μια εσωτερική γεωγραφία, μια προβολή του «αλλού», μια λαχτάρα να ξεφύγεις από το δεδομένο, ακόμη κι αν δεν υπάρχει πουθενά να πας.
Ο Ξανθούλης, με εκείνη τη σπάνια του ικανότητα να αγγίζει την ανθρώπινη γελοιότητα χωρίς να την ταπεινώνει, υφαίνει ένα μυθιστόρημα όπου η ειρωνεία δεν ακυρώνει την τρυφερότητα, αλλά τη φωτίζει από μέσα. Το τραγικό δεν καταρρέει· μετατοπίζεται, βρίσκει διέξοδο στο γέλιο, σε μια μορφή άμυνας που μοιάζει σχεδόν με χάρη. Η οικογένεια Γαργάρα δεν είναι απλώς μια οικογένεια· είναι ένας μικρός κόσμος σε διαρκή σύγκρουση με τον εαυτό του, μια αρένα όπου τα σώματα, οι φωνές και οι σιωπές δοκιμάζονται. Και κάπου εκεί, σαν ρωγμή στο πραγματικό, ο μικρός αδελφός συνομιλεί με τους νεκρούς, όχι ως φαντασμαγορία, αλλά ως υπενθύμιση ότι το παρελθόν δεν παύει ποτέ να μιλά.
Το ονειρικό στοιχείο διατρέχει το έργο σαν υπόγειο ρεύμα. Η Αθήνα της Φιλοθέης δεν είναι η Αθήνα των δρόμων, αλλά των εσωτερικών σκηνών. Πλατείες που πάλλονται σαν σκηνές μπαλέτου, φώτα που δεν φωτίζουν αλλά υπόσχονται. Είναι μια πόλη φτιαγμένη από επιθυμία και γι’ αυτό καταδικασμένη να διαψεύσει. Κι όμως, μέσα σε αυτή την παραμόρφωση, γεννιέται μια μορφή αντίστασης: οι αδερφές «αλώνουν» την πόλη όχι κατακτώντας την, αλλά επιμένοντας να τη φαντάζονται.
Εκεί βρίσκεται και η βαθύτερη δύναμη του βιβλίου: στη μετατροπή της απελπισίας σε αφήγηση, της γελοιότητας σε τρυφερότητα, της ήττας σε μια παράξενη, σχεδόν ήσυχη επιμονή. Οι αδερφές Γαργάρα δεν είναι χαρακτήρες, είναι ίχνη. Είναι οι σκιές όλων εκείνων που θέλησαν να ξεφύγουν από τη ζωή τους και τελικά βρέθηκαν να τη διηγούνται αλλιώς. Γιατί η πραγματική άλωση δεν αφορά ποτέ τις πόλεις· αφορά εκείνη τη στιγμή που η ψυχή διακινδυνεύει να πιστέψει σε κάτι μεγαλύτερο από αυτήν.
Κι αν η αφήγηση, σε ορισμένα σημεία, αφήνεται στη θαλπωρή της νοσταλγίας ή απομακρύνεται μέσα από το φανταστικό από την ωμή κοινωνική συνθήκη, αυτό δεν αναιρεί την ουσία της. Αντίθετα, την αποκαλύπτει ως αυτό που είναι: μια διαρκής διαπραγμάτευση ανάμεσα στη μνήμη και την αλήθεια, ανάμεσα σε ό,τι υπήρξε και σε ό,τι θα θέλαμε να είχε υπάρξει.
Στο τέλος, οι αδερφές Γαργάρα δεν παραμένουν ως πρόσωπα αλλά ως απόηχος, σαν φωνές που επιμένουν, σαν βήματα που σβήνουν και ξαναγράφονται πάνω στο ίδιο χώμα. Η Αθήνα δεν κατακτιέται· διαπερνάται, όπως διαπερνά κανείς ένα όνειρο που τον κράτησε ζωντανό. Και μέσα σε αυτή τη διαδρομή, σχεδόν ανεπαίσθητα, κάτι αλλάζει: η πόλη γίνεται σώμα, η μνήμη σκιά, και η ψυχή μαθαίνει να αντέχει ακόμη κι όταν δεν δικαιώνεται. Ίσως, τελικά, αυτό να είναι το πιο ακριβές ίχνος του βιβλίου: όχι η ιστορία που αφηγείται, αλλά το βλέμμα που αφήνει πίσω του. Ένα βλέμμα που κράτησε το φως για λίγο, αρκετά για να μην χαθεί.
Τον Γιάννη Ξανθούλη τον συναντώ κάθε φορά αλλιώς κι όμως πάντα τον αναγνωρίζω. Στο αγαπημένο βιβλιοπωλείο «Νέστωρ» στην Κατερίνη, απολαμβάνω πάντα τον λόγο του που ρέει σαν ποτάμι, άλλοτε ήρεμος, άλλοτε υπόγεια ορμητικός, κουβαλώντας μνήμες, πρόσωπα που αρνούνται να σβήσουν. Για πρώτη φορά τον συνάντησα μέσα από μια συνομιλία. Στη συνέντευξη που ακολουθεί, ο συγγραφέας ξεδιπλώνει τον εσωτερικό του κόσμο και μιλά για τη μνήμη που επιμένει, για το φύλο ως εμπειρία και αφήγηση, για τη φαντασία ως καταφύγιο αλλά και ρήγμα. Και κάπου ανάμεσα στις λέξεις του, αναδύεται εκείνη η λεπτή, σχεδόν αδιόρατη γραμμή — εκεί όπου η ζωή γλιστρά από τη φάρσα στη θλίψη, και από τη θλίψη επιστρέφει, απρόσμενα, στο φως.
Τι ήταν η πρώτη σπίθα που γέννησε τις Αδερφές Γαργάρα; Μια μνήμη, ένα πρόσωπο, μια εποχή;
Η μνήμη, τα πρόσωπα και βέβαια η εποχή αποτελούν το βασικό στοκ της ιστορίας μου. Πρόκειται για βιωμένο παρελθόν, που, σήμερα στο κατώφλι των ογδόντα, πιστεύω ότι υπήρξα εμμονικός κατάσκοπος της καθημερινότητας. Ίσως γιαυτό κι ακόμη η μνήμη μου παραμένει οργανωμένη. Ίσως γιαυτό «έλειπα» από τη μια, κι από την άλλη ήμουν παρών τόσο στην παιδική όσο και στην εφηβική ηλικία. Όταν «έλειπα» φαντασιωνόμουν το μέλλον, ενώ αντίθετα δεν τα πήγαινα καλά με τον παρόντα χρόνο. Αργότερα έγινα μαχητής του Ενεστώτα. Οι Αδερφές Γαργάρα κι όλος ο θίασος του βιβλίου μου με περίμεναν από καιρό. Φυσικά όταν αποφάσισα να γνωριστώ μαζί τους έπρεπε να βρω κάποιο τέχνασμα για άλλοθι. Έτσι ανέσυρα μια παλιά φωτογραφία με τα δύο κορίτσια που ποζάρουν με ύφος δραματικής γελοιότητας για λογαριασμό ενός ρεπορτάζ του «National Geografik». Από κει και πέρα έγινε ό,τι έγινε.
Στις αδερφές Γαργάρα η Αθήνα μοιάζει λιγότερο με πραγματικό τόπο και περισσότερο με επιθυμία. Τι είναι τελικά η πόλη για εσάς; Μνήμη, υπόσχεση ή ψευδαίσθηση;
Η Αθήνα θα ήταν η αφετηρία της ζωής μου. Έτσι νόμιζα κι αυτό προσπάθησα όλα τα χρόνια που άρχισα να ανησυχώ για το τι έπρεπε να κάνω. Ήταν η πόλη μοχλός για να ενεργοποιηθώ. Μια πόλη οικεία από το σινεμά και την λογοτεχνία της δεκαετίας του τριάντα -κυρίως- αλλά και απροσπέλαστη για επαρχιώτες, που έπρεπε να εφεύρουν τον εαυτόν τους από την αρχή. Ευτυχώς -τώρα το ξέρω- δεν είχα αναλωθεί συναισθηματικά σε εξαρτήσεις, αν και μοναχοπαίδι. Δεν ήθελα στο βιογραφικό μου «πατρικό σπίτι». Ήθελα δικό μου σπίτι: Ιδίοις εξόδοις. Κάτι τέτοιο παίζει στο βιβλίο με τις Γαργάρες. Θέλουν να γίνουν «άλλες», να αλλάξουν τα πάντα, να ορίσουν εκ νέου την αισθηματική τους εκπαίδευση. Σαν ηρωίδες με όσα τους συμβαίνουν οι Γαργάρες δεν μπορούν να έχουν την πολυτέλεια οποιασδήποτε νοσταλγίας. Ίσως κάπως να τις απασχολεί η ανάμνηση της μάνας τους. Γιαυτό νοσταλγούν απαιτητικά μόνον το μέλλον τους. Κάτι που συνέβαινε και σε μένα. Και πάντα με φόντο ένα αθηναϊκό σκηνικό ανάλογο των ρεφρέν που υμνούσαν με λυρική υπερβολή τη μοναδικότητα της Αθήνας. Μιας κατά φαντασίαν Αθήνας με «γαζίες» και πανέμορφα, σεμνά αλλά βαθύτατα ερωτικά κορίτσια με φορέματα φτηνά αντάξια της επιφανούς φτώχειας των αθηναϊκών μαχαλάδων. Μιλάμε για τη δεκαετία του σαράντα, του πενήντα αλλά και του εξήντα που αποτέλεσε και την πιο αφυπνιστική δεκαετία παγκοσμίως αφού ανακαλύψαμε τους αστερισμούς της αμφιβολίας. Και οι αδερφές Γαργάρα καλλιεργούν συστηματικά την αμφιβολία για την κωμόπολη που ζουν, για τους γονείς, τα αδέρφια, για οτιδήποτε θεωρούν ψευδεπίγραφο. Και δεν είναι λίγα. Η φαντασία και η ξέχειλη λαχτάρα για φυγή θα τους δώσουν δύναμη να συνεχίσουν και να απολαύσουν τις νίκες και τις ήττες τους.
Υπάρχει κάτι αυτοβιογραφικό στον τρόπο που ονειρεύονται, επαναστατούν ή «σκοντάφτουν» μέσα στην πραγματικότητα;
Η «άλωση» είναι ο στόχος, όμως σαν λέξη κι έννοια για τα Γαργαροκόριτσια είναι κυρίως περιγραφικά παρήγορη. Επιζητούν πολύ λιγότερα από όσα φαντασιώνονται, μαθημένες στους ταπεινωτικούς κώδικες μιας προβληματικής οικογένειας. Οι δυνατότητές τους έχουν βηματισμό αργό όμως ελπίζουν. Η Αθήνα παραμένει κορυφαίο επίτευγμα. Η δική μου «άλωση» είχε άλλα στάνταρτ. Ίσως να είχα κατά νου ένα τραυματικό σενάριο που θα με δικαίωνε στον ίδιο μου τον εαυτό. Ύστερα από τόσα χρόνια κοιτάζοντας τον έφηβο του 1959-1960 ξέρω ότι εξακολουθώ να του χρωστάω εξηγήσεις, που εννοείται δεν δίνονται σε ένα μυθιστόρημα όπως οι Γαργάρες. Τέλος πάντων ας πούμε ότι παρηγοριέμα,ι που, αν μη τι άλλο, θυμάμαι το χρέος μου…Σας ευχαριστώ για την κριτική και για το χρόνο που μου χαρίσατε.

Θα ήθελα, πριν απ’ όλα, να ευχαριστήσω θερμά τον Γιάννη Ξανθούλη για τη γενναιοδωρία της συνομιλίας και την εμπιστοσύνη του σε αυτή τη συνάντηση λέξεων και μνήμης. Το βιβλίο χαρίζει στον αναγνώστη/ αναγνώστρια μια βαθιά, πολυεπίπεδη εμπειρία. Ταξιδεύει στην εποχή, συναντά γυναίκες που ονειρεύονται, γελά και συγκινείται, και στο τέλος, βλέπει την Αθήνα, την Ελλάδα και τη ζωή μέσα από τα μάτια που ξέρουν να επιμένουν στο όνειρο. Ίσως τελικά η άλωση να μην αφορά ποτέ τους τόπους, αλλά εκείνες τις εύθραυστες στιγμές όπου ο άνθρωπος τολμά να ονειρευτεί πέρα από τα όριά του. Και τότε, ακόμη κι αν όλα χαθούν, απομένει το βλέμμα, εκείνο που κράτησε για λίγο το φως και δεν το άφησε να σβήσει. Καλοτάξιδο να είναι…

Μάγδα Παπαδημητρίου – Σαμοθράκη

Αφήστε μια απάντηση

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.